Το ταξίδι της στον κόσμο της διατροφής ξεκίνησε, κατά σύμπτωση, όπως λέει, από τη Μοριακή Βιολογία και στη συνέχεια από τη Γενετική. Ακολούθησε ένα διδακτορικό πάνω στη θεραπεία του καρκίνου και εκεί, ήρθε και η πρώτη της επαφή με έναν άνθρωπο που την ενέπνευσε και ίσως έβαλε κι αυτός το δικό του λιθαράκι, για τη μετέπειτα πορεία της.
Επρόκειτο για έναν γιατρό, ο οποίος εντάσσει τη διατροφή ως μέρος της θεραπείας για τους καρκινοπαθείς και αυτό ήταν κάτι που της κίνησε το ενδιαφέρον. Η Ιωάννα Μαρία Καραγκούνη έβλεπε μάλιστα απίστευτα αποτελέσματα στους ασθενείς, οι οποίοι γίνονταν όλο καλύτερα, μέσω της διατροφής. Όλο αυτό την επηρέασε τόσο, ώστε να το ψάξει περισσότερο.
Παράλληλα, όπως παραδέχεται, και μπορεί να φαίνεται αρχικά λίγο οξύμωρο, δεν τα πήγαινε καλά με τους διατροφολόγους, αφού θεωρούσε ότι οι απόψεις τους ήταν λίγο πιο τυποποιημένες και παλιάς κοπής. Με το κομμάτι της Μοριακής Βιολογίας όμως, αποφάσισε να δώσει στη Διατροφολογία τη δική της προσέγγιση, που δίνει περισσότερη έμφαση στο «χτίσιμο» συνηθειών, οι οποίες είναι κομμένες και ραμμένες πάνω στον κάθε οργανισμό.
Ακολούθησε καριέρα σε φαρμακευτικές εταιρίες στη Γερμανία όπου και ζούσε, και αργότερα, αποφάσισε να επιστρέψει στην πατρίδα και να εφαρμόσει όσα έμαθε εκεί. Όπως λέει, είχε πάντα αυτή την επιθυμία.
Η Ιωάννα Μαρία Καραγκούνη είναι Μοριακή Βιολόγος και Διατροφολόγος, με διδακτορικό στη Μοριακή Φυσιολογία και πια διατηρεί γραφεία σε Μαρούσι και Μαρκόπουλο.
Εκεί υποδέχεται όποιον θέλει να μάθει τις πραγματικές ανάγκες του δικού του οργανισμού, έξω από καλούπια και γενικεύσεις και φυσικά, να τον καθοδηγήσει με τον τρόπο που εκείνη ξέρει, οδηγώντας τον όχι απλά στην απώλεια κιλών, την οποία οι περισσότεροι μονίμως κυνηγάμε, αλλά στη βελτίωση της υγείας του, συνολικά.
Παράλληλα, άρθρα της για όσα σε απασχολούν θα βρεις και στο Cookout.gr.
Μιλήσαμε μαζί της για να μάθουμε ποια ακριβώς είναι η μέθοδός της, τη σημασία του DNA τεστ που εφαρμόζει για να μάθει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε οργανισμού, προτού βγάλει ένα πρόγραμμα διατροφής, τους μεγαλύτερους διατροφικούς μύθους, αλλά και τις συμβουλές της για να αποκτήσουμε καλύτερες συνήθειες, με στόχο πάντα το ευ ζην.
Έζησες και εργάστηκες για χρόνια στη Γερμανία. Πώς επηρέασε αυτό το γεγονός τον τρόπο που βλέπεις τα πράγματα, όσον αφορά την επιστήμη και τη δουλειά σου; Τι διαφορετικό είδες εκεί;
Καταρχάς, είμαι ευγνώμων που είδα πώς λειτουργούν τα πράγματα και σε άλλες χώρες. Θεωρώ ότι η επαφή με άλλους λαούς ανοίγει πάντα το μυαλό μας. Ήμουν λοιπόν τυχερή που είχα τη δυνατότητα να σπουδάσω και να εργαστώ εκεί, γιατί, ειδικά στη Γερμανία, η τελειότητα η οποία απαιτείται για οτιδήποτε κάνεις, σε σκληραγωγεί και σε κάνει να προσπαθείς και εσύ για το καλύτερο. Από το να είσαι συνεπής σε ένα ραντεβού σου, μέχρι ένα μεγάλο project. Έτσι κι εγώ εδώ, όταν έχω ραντεβού με κάποιον πελάτη, δεν θα σηκώσω, για παράδειγμα, ποτέ το τηλέφωνο, γιατί ο απέναντί μου, μου διαθέτει τον χρόνο του και αυτό το σέβομαι απόλυτα. Πράγματα σαν και αυτά με επηρέασαν πολύ στον τρόπο με τον οποίο δουλεύω.
Τι ακριβώς είναι η εξατομικευμένη διατροφή; Πώς λειτουργεί και πόση σημασία έχει για τη συνολική υγεία;
Καταρχάς, θεωρώ ότι κάθε άνθρωπος είναι διαφορετικός, όχι μόνο όσον αφορά το DNA του, αλλά όλη του τη σύνθεση. Πιστεύω λοιπόν πως δεν μπορεί να δοθεί σε όλους ένα πρόγραμμα διατροφής, ούτε να βάλουμε καλούπια. Κάθε οργανισμός δέχεται και επεξεργάζεται διαφορετικά κάθε τροφή και υπάρχουν πραγματικά άπειρες διεργασίες μέσα σε αυτόν για να γίνει αυτό. Για να ανταποκριθούμε σωστά σε αυτά, στηριζόμαστε στο DNA τεστ.
Τι ακριβώς κάνει το τεστ αυτό και τι γίνεται στη συνέχεια για να αξιολογηθεί ο οργανισμός και να βγει το διατροφικό πρόγραμμα;
Κατά τη διαδικασία γίνεται μία ανάλυση σε κυτταρικό επίπεδο, κατά την οποία παίρνουμε τους κωδικούς με τα δεδομένα από το DNA και βλέπουμε πώς αντιδρά κάθε οργανισμός απέναντι στις τροφές. Για παράδειγμα, πώς μεταβολίζει τους υδατάνθρακες, τα λιπαρά, τις πρωτεΐνες αν χρειάζεται λίγα γεύματα, ή πιο συχνά, πώς είναι οι ορμόνες του, αν έχει κάποια προδιάθεση να του λείπουν κάποια ιχνοστοιχεία και πολλά ακόμη.
Στη συνέχεια, μέσα από τις εξετάσεις αίματος βλέπουμε πώς είναι ο οργανισμός στο σήμερα και όλα του τα στοιχεία, ενώ παράλληλα παρακολουθώ και τις συνήθειές του, τόσο όσον αφορά τη διατροφή, όσο και τον τρόπο ζωής, τη δουλειά του, ακόμη και ψυχολογικά στοιχεία, τα οποία επηρεάζουν και τον οργανισμό, όπως είναι φυσικά το στρες. Έτσι έχουμε μία ολοκληρωμένη εικόνα και βγάζουμε το πρόγραμμα.
Ποια είναι τα πιο συχνά «προβλήματα» που βλέπεις στους Έλληνες;
Δυστυχώς αυτό που βλέπω συχνά είναι πάρα πολύ άγχος και το γεγονός ότι οι περισσότεροι εργάζονται μέσα σε εξοντωτικά ωράρια, ειδικά αν τα συγκρίνουμε με αυτά του εξωτερικού, τα οποία επιφέρουν πολλές συνέπειες. Ένας οργανισμός που δουλεύει σε αυτές τις συνθήκες, δεν έχει τη δυνατότητα να πάρει το χρόνο του να κάνει το διάλειμμά του και να συνέλθει.
Έτσι, λόγω του περιορισμένου χρόνου και της πίεσης βλέπω ότι οι περισσότεροι καταφεύγουν καθημερινά στο γρήγορο φαγητό και τις πρόχειρες λύσεις. Κατ' επέκτασιν, βλέπουμε συχνά λιπώδες ήπαρ, αντίσταση στην ινσουλίνη, χοληστερίνη και όλα τα συναφή.
Πόσο μπορεί η διατροφή να βελτιώσει διάφορες παθήσεις, στην πράξη;
Για εμένα, σε τεράστιο βαθμό. Πέρα από τα φάρμακα, η διατροφή είναι το πρώτο πράγμα που πρέπει να ψάξει κανείς όταν δει διάφορες «αρνητικές» ενδείξεις. Δεν θεραπεύεις, αλλά μπορείς να βελτιώσεις, μέσω της διατροφής. Και φυσικά, δεν μιλάμε μόνο για τη χοληστερίνη και τον διαβήτη. Δεν χρειάζονται μόνο αυτά προσοχή, αλλά και άλλοι δείκτες.
Μεταξύ άλλων έχεις ασχοληθεί με τη Διατροφική Ψυχολογία. Πόσο επηρεάζουν τα συναισθήματά μας τις διατροφικές μας επιλογές και κατ’ επέκτασιν, αυτό που είμαστε οργανικά.
Θεωρώ ότι το συναίσθημα επηρεάζει το 90%. Και αυτό ξεκινάει ήδη από τη βρεφική μας ηλικία και θα το εξηγήσω με ένα παράδειγμα: όταν ένα μωρό κλαίει, σπεύδουμε αμέσως να του δώσουμε φαγητό. Το κλάμα όμως, μπορεί να σημαίνει ότι πονάει κάπου, ότι θέλει την αγκαλιά μας, ότι νυστάζει και πολλά ακόμη. Εμείς όμως του δίνουμε φαγητό, γιατί δεν καταλαβαίνουμε τι χρειάζεται και αυτό σταδιακά χτίζεται στον εγκέφαλο.
Αργότερα, στην παιδική ηλικία, πολλοί θα πούμε σε ένα παιδί: «αν φας το φαγητό σου, θα φας μετά γλυκό». Εκεί, αυτό καταλαβαίνει αμέσως ότι το φαγητό είναι επιβράβευση. Και αυτό συνεχίζεται σε όλη τη μετέπειτα ζωή: πέτυχες κάτι; Θα φας για να επιβραβευτείς, είσαι στενοχωρημένος; Θα φας για να νιώσεις καλύτερα και ούτω καθεξίς. Έτσι χτίζονται οι συνήθειες στον εγκέφαλο.
Γιατί πιστεύεις ότι οι άνθρωποι πολλές φορές εγκαταλείπουν τη διατροφή που έχουν ξεκινήσει, με στόχο, είτε να χάσουν βάρος, είτε να προσέξουν την υγεία τους;
Θεωρώ ότι σε μεγάλο βαθμό έχει να κάνει με τα ερεθίσματα. Γύρω μας υπάρχουν αμέτρητα μαγαζιά για καφέ, σνακ, φαγητό. Όταν βλέπεις κάτι παντού και καθημερινά, σου δημιουργείται μία ανάγκη που δεν είχες πριν και λες «μήπως να πάρω;», ακόμη και όταν δεν πεινάς. Ο εγκέφαλος λοιπόν, όταν πάρει κάτι που τον ικανοποιεί, όχι απλά το συνηθίζει, αλλά προσθέτει κι άλλες ανάγκες. Θα ξεκινήσεις παίρνοντας καφέ απ’ έξω, αργότερα θα πάρεις και ένα κουλούρι, το οποίο μετά θα γίνει σάντουιτς, μετά γλυκό και πάει λέγοντας.
Πώς μπορεί λοιπόν κάποιος να αποκτήσει μία υγιή σχέση με το φαγητό;
Καταρχάς, δεν πρέπει να αισθάνεται κανείς τύψεις, όταν τρώει κάτι που δεν είναι «υγιεινό», ούτε να στερείται. Γιατί τότε είναι θέμα χρόνου να πέσει με τα μούτρα σε αυτές τις τροφές.
Αυτό που πρέπει να καταλάβουμε είναι ότι το φαγητό είναι απλά μία ανάγκη. Δεν θα γίνει και τίποτα αν φάμε μόνο μία φορά τη μέρα. Δεν θα πάθουμε τίποτα, ούτε θα λιποθυμήσουμε, ειδικά αν κάνουμε καθιστική εργασία. Έχει γίνει λίγο περισσότερο συνήθεια να τσιμπάμε συνέχεια κάτι, και όχι επειδή το χρειαζόμαστε πραγματικά. Πρέπει για να τα καταλάβουμε όλα αυτά να κάνουμε δουλειά με τον εαυτό μας και βέβαια, να μας βοηθήσει κάποιος ειδικός.
Ποιος είναι ο μεγαλύτερος μύθος περί διατροφής;
Δεν μπορώ να δεχθώ με τίποτα τα light προϊόντα. Εδώ και πάρα πολλά χρόνια, έχουμε αποδεχτεί πως ό,τι περιέχει λιπαρά είναι κακό και ότι το light είναι το καλό. Όταν όμως πάει κάποιος να αφαιρέσει ουσίες ολοκληρωμένων τροφών, προκειμένου να τις κάνει light, χαλά τη δομή και τη σύσταση του προϊόντος.
Επίσης, για να καταφέρει να το κάνει εύγευστο, προσθέτει άλλες ουσίες που προφανώς δεν είναι καλές, ούτε για το μικροβίωμα του εντέρου, ούτε για κανένα άλλο σημείο του οργανισμού. Ας φάμε λοιπόν τα – καλά – λιπαρά του γιαουρτιού και του τυριού, κανονικά. Και μάλιστα, αν επιλέξουμε τα πλήρη προϊόντα, θα χορτάσουμε με μικρότερη ποσότητα, γιατί παίρνουμε όλα τα θρεπτικά του συστατικά.
Ένας ακόμη μύθος, έχει να κάνει με τη δυσανεξία στη λακτόζη. Όντως, πολλοί Έλληνες έχουν, όμως αξίζει σε αυτό το σημείο να σκεφτούμε ότι στη χώρα μας δεν έχουμε τόσες αγελάδες για να βγάζουμε γάλα, αλλά κατσικάκια και πρόβατα, στο γάλα των οποίων μάλιστα δεν υπάρχει λακτόζη. Εμείς όμως για λόγους γεύσης και κόστους, δεν τα προτιμούμε. Αν όμως τα προτιμήσουμε, τότε μάλλον θα ανακουφιστούμε από τα συμπτώματα της δυσανεξίας, ενώ θα πάρουμε και όλα τους τα προβιοτικά.
Πώς βλέπεις τις διατροφικές τάσεις και «μόδες», όπως η κετογονική διατροφή, η εμμονή στην πρωτεΐνη κλπ.;
Τέτοιες μόδες θα υπάρχουν πάντοτε και σε όλα τα πράγματα, από τα ρούχα, μέχρι αυτά που τρώμε. Λόγω της προσέγγισής μου στην εξατομικευμένη διατροφή, θεωρώ ότι όλα μπορεί να είναι σωστά και όλα λάθος. Κάτι λοιπόν που λειτουργεί σε κάποιον, μπορεί σε κάποιον άλλο να μη λειτουργεί ή και να τους κάνει κακό. Γι’ αυτό έχει μεγάλη σημασία να καταλάβουμε ότι η μόδα δεν είναι για όλους.
Πιστεύεις ότι οι Έλληνες έχουν αλλάξει τις διατροφικές τους συνήθειες προς το καλύτερο τα τελευταία χρόνια;
Ναι και όχι, θα έλεγα. Βλέπω πολλές διαφορετικές συμπεριφορές, που έχουν να κάνουν κυρίως με τις ηλικίες. Από αυτά που εντοπίζω από όσους έρχονται στο γραφείο μου, οι άνθρωποι που είναι γύρω στα 60, θα ενσωματώσουν όσα τους λέω και θα κάνουν καλές επιλογές. Όσοι είναι γύρω στα 40 τρώνε συνέχεια απ’ έξω και όσοι είναι γύρω στα 30 δεν έχουν σχεδόν τίποτα στο ψυγείο τους. Και σίγουρα, έχει να κάνει με τον διαθέσιμο χρόνο, δεν το αμφισβητώ, όμως όλα είναι θέμα οργάνωσης. Θα πρέπει να πάρουμε απόφαση ότι μία Κυριακή, για παράδειγμα, θα την αφιερώσουμε στην προετοιμασία των γευμάτων μας, ώστε να κάνουμε καλό στον εαυτό μας.
Ποιες είναι οι πιο σημαντικές διατροφικές συνήθειες που προτείνεις σε κάποιον;
Η πρώτη είναι η συνειδητοποίηση ότι το φαγητό πρέπει να είναι σαν το ουράνιο τόξο. Όσα περισσότερα χρώματα έχουμε στο πιάτο μας, τόσο το καλύτερο. Όσον αφορά στα λαχανικά, για παράδειγμα, ο κόσμος νομίζει ότι είναι μόνο πράσινα. Υπάρχουν όμως αμέτρητες επιλογές, όπως και στα φρούτα.
Εξαιρετικά σημαντικός είναι επίσης ο ύπνος, τον οποίο πολλοί υποτιμούν και επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό τις ορμόνες και τον ρόλο τους στη λειτουργία του μεταβολισμού.
Και ένα ακόμη μυστικό: όταν πηγαίνουμε για ψώνια στο σούπερ μάρκετ, διαβάσουμε την ετικέτα ενός προϊόντος και εντοπίζουμε πάνω από τρία συστατικά, τα οποία δεν ξέρουμε τι είναι, τότε το αφήνουμε.
Και μία γενικότερη συμβουλή για καλύτερη υγεία; Η πρώτη που σου έρχεται στο μυαλό.
Να δίνουμε τον χρόνο στον εαυτό μας να αναρρώσει. Να μην περιμένουμε ότι με ένα φάρμακο ή ένα συμπλήρωμα θα γίνουμε αμέσως καλά. Αυτή η ένταση που έχουμε συνέχεια στην καθημερινότητα δεν βοηθά, όμως πρέπει εκεί να κάνουμε μία παύση και να δίνουμε την ευκαιρία στον οργανισμό μας, ο οποίος τις περισσότερες φορές τα καταφέρνει, να εξομαλύνει μόνος του τα πράγματα.
Info
Η Ιωάννα Μαρία Καραγκούνη διατηρεί γραφεία σε Μαρούσι και Μαρκόπουλο:
Μαρούσι: Δήμητρας 2, τηλ. 6983306079
Μαρκόπουλο: Γεωρ. Παπαβασιλείου 25, τηλ. 22990-49.531
Website: dna-care.org
Διάβασε ακόμη: