Οι τελευταίες αγροτικές κινητοποιήσεις που ταράζουν σοβαρά όχι μόνο την Ελλάδα αλλά και ολόκληρη την Ευρώπη, μάς φέρνουν αντιμέτωπους με το μέλλον της τροφής μας, της παράδοσης αλλά και της επιβίωσης του πρωτογενούς τομέα που δεν αισθάνεται πολύ καλά τις τελευταίες δεκαετίες. Η συμφωνία της ΕΕ με τη Μercosur έρχεται επιπλέον να βάλει στο τραπέζι το θέμα της επιβίωσης των ευρωπαϊκών προϊόντων και της αγροτιάς, προκαλώντας αντιδράσεις, φόβους και μαζικές κινητοποιήσεις. Στη σέντρα των προβληματισμών και του ευρωπαϊκού τραπεζιού, μπαίνουν πιο επίκαιρα από ποτέ, τα ΠΟΠ προϊόντα της κάθε χώρας. Πόσοι, όμως, από μας, γνωρίζουμε τι ακριβώς σημαίνει ΠΟΠ, ΠΓΕ και ΕΠΠΕ, πόσοι ξέρουμε αν το σαλάμι της Λευκάδας, η φέτα ή το ελαιόλαδο που ψωνίζουμε διαθέτουν τη συγκεκριμένη ένδειξη και τι σημαίνει ακριβώς αυτό; Τι ρόλο παίζει στην ποιότητα, στη γεύση, στην τιμή ή ακόμα και στον προβληματισμό για την οικονομική επιβίωση της χώρας μας; 

Στα πρώτα της βήματα, λοιπόν, η Ευρωπαϊκή Ένωση, εντόπισε έναν κίνδυνο: ωραίες οι εξαγωγές των μοναδικών προϊόντων κάθε πατρίδας. Εκεί έξω, όμως, στις μεγάλες αγορές, εύκολα κάποιος επιτήδειος μπορεί να κυκλοφορήσει στο εμπόριο μια «ελληνική» φέτα, που δεν μιλάει καθόλου ελληνικά, αφού έχει παραχθεί, ας πούμε, στη Βουλγαρία ή τη Γαλλία. Ο αθέμιτος ανταγωνισμός καιροφυλακτεί, παραπλανώντας τον καταναλωτή και αποθαρρύνοντας τον παραγωγό. Η λύση δόθηκε το 1992, με τη θέσπιση τριών αλάνθαστων συστημάτων που εγγράφονται πάνω στην ετικέτα του κάθε προϊόντος όταν παίρνει τον δρόμο του για να γνωριστεί με τον πλανήτη. Το ίδιο, όμως, κινδυνεύει και ο τοπικός καταναλωτής: Πώς μπορεί να ξέρει αν η φέτα Αγράφων που αγοράζει έχει όντως γεννηθεί στα Άγραφα;

ΠΟΠ, ΠΓΕ και ΕΠΠΕ: Τι πιστοποίηση έχει το προϊόν που επιλέγεις;

  • Η ένδειξη ΠΟΠ (Προστατευμένη Ονομασία Προέλευσης) σημαίνει ότι ένα προϊόν έχει παραχθεί ή μεταποιηθεί σε μια συγκεκριμένη, οριοθετημένη χιλιομετρικά περιοχή και με συγκεκριμένη, παραδοσιακή τεχνική.
  • Η ένδειξη ΠΓΕ (Προστατευόμενη Γεωγραφική Ένδειξη) σημαίνει ότι ο δεσμός με μια συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή, ισχύει για ένα τουλάχιστον από τα στάδια της παραγωγής, της επεξεργασίας ή της μεταποίησης.
  • Η ένδειξη ΕΠΠΕ (Ειδικό Παραδοσιακό Προϊόν Εγγυημένο) δεν ενδιαφέρεται για την γεωγραφία και τον τόπο παραγωγής, απλά πιστοποιεί ότι ένα προϊόν παράγεται με παραδοσιακό τρόπο.

Οι πιστοποιήσεις αυτές σαφώς και ενδιαφέρουν τον κάθε έναν από εμάς και όχι μόνο τους καταναλωτές του εξωτερικού. Η παρουσία τους και μόνο σε μια συσκευασία, μεταφράζεται σε εγγύηση. Επιλέγοντας ΠΟΠ, διαλέγεις την αφρόκρεμα, το ό,τι καλύτερο και ξεχωριστό παράγει ο κάθε τόπος. Ξέρουμε τι αγοράζουμε, ξέρουμε από πού κρατά η σκούφια όσων βάζουμε στο τραπέζι μας, ερχόμαστε πιο κοντά στον πλούτο μιας τοπικής παραγωγής που για χρόνια αγνοήσαμε στις εποχές της ξενομανίας, ξέρουμε ότι αυτό που αγοράζουμε είναι αγνό και παραδοσιακό άρα νόστιμο και υγιεινό και επιπλέον, τονώνουμε το δύσκολο έργο του παραγωγού που επιβιώνει μέσα από τρομακτικές δυσκολίες. Αν προτιμήσεις ένα ΠΟΠ τυρί αντί για μια ανώνυμη γκούντα του σούπερ-μάρκετ ψηφίζεις γεύση με μνήμη, ψηφίζεις ποιότητα, ελληνικότητα και επιπλέον τα χρήματά σου βάζουν το λιθαράκι τους στην επιβίωση του αγρότη, της παράδοσης, τονώνοντας μια ύπαιθρο που όλο συρρικνώνεται και παρακμάζει. 

Δεν ξέρω αν κάθε πράξη είναι πολιτική αλλά το τι τρώμε και το τι ψωνίζουμε, είναι σίγουρα πράξη συνειδητή. Είναι επιλογή και στάση. Τα ελάχιστα λεπτά παραπάνω που κοστίζει ένα ΠΟΠ προϊόν είναι το τίμημα της καθαρής τροφής, της νοστιμιάς, μιας αρχέγονης παράδοσης που παλεύει να επιβιώσει.

Τα ΠΟΠ τυριά μας

ΠΟΠ τυριά

Το ανεβατό των Γρεβενών, το κατίκι Δομοκού, το πηχτόγαλο Χανίων, το γαλοτύρι της Ηπείρου και της Θεσσαλίας και η ξινομυζήθρα της Κρήτης είναι η καλύτερη απάντηση σε ένα τυρί κρέμα, που αλείφεται στο ψωμί και χαρίζει άλλη νοστιμιά στις κρέμες των γλυκών. Η φορμαέλα της Αράχωβας, ο μπάτζιος της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας και το μετσοβόνε μαστιχώνουν ιδανικά σε ένα σαγανάκι με ένταση ρουστίκ. Οι γραβιέρες της Νάξου, της Κρήτης και των Αγράφων διαθέτουν μοναδική γλύκα και ένταση, το λαδοτύρι της Μυτιλήνης, το Σαν Μιχάλη της Σύρου και η κεφαλογραβιέρα Ηπείρου, Δ. Μακεδονίας, Αιτωλοακαρνανίας και Ευρυτανίας δίνουν ξεχωριστή νοστιμιά στο φαγητό και μοναδικότητα σε ένα πλατό τυριών ή σε ένα σάντουιτς. 

Η πίτα γίνεται άλλο πράγμα με ένα καλαθάκι Λήμνου, μια σφέλα από τη Λακωνία ή τη Μεσηνία και κάθε καθημερινό τραπέζι αξίζει μια φέτα παραδοσιακή και  «veritable» από τη Μακεδονία, τη Θεσσαλία, την Ήπειρο, τη Λέσβο, τη Θράκη, τη Στερεά και την Πελοπόννησο. Μια κοπανιστή Μυκόνου χαρίζει ένταση βαρβάτη στον μεζέ και το μανούρι της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας τη μοναδική βουτυράτη γεύση του. Όσο για το κασέρι της Μακεδονίας, της Λέσβου, της Ξάνθης και της Θεσσαλίας είναι η απόλυτη βουτιά στα σάντουιτς της παιδικής μας ηλικίας.

Στα τυριά, ερχόμαστε τρίτοι πανευρωπαϊκά μετά τη Γαλλία και την Ιταλία κι αυτό είναι ένα νούμερο που μας κάνει περήφανους.

Κρασιά με ιστορία 

Σε μια χώρα που οινοποιεί από την αρχαιότητα και με περισσότερες από 300 γηγενείς ποικιλίες, κάθε περιοχή διαθέτει τις δικές της ΠΟΠ ετικέτες, μέσα στις οποίες συγκαταλέγονται τα πιο σπουδαία και ακριβά κρασιά που παράγουμε. Χρειάζεται χώρος πολύς για να τα απαριθμήσουμε όλα, αναμεσά τους όμως, ξεχωρίζουν, το μοσχάτο της Μαντίνειας, τα ασύρτικα της Σαντορίνης, η ντεμπίνα της Ζίτσας, το ξινόμαυρο της Νάουσας, η Ραψάνη αλλά και η μαυροδάφνη της Πάτρας και τα γλυκά κρασιά της Μονεμβασιάς.

Ελαιόλαδο από τον τόπο του

Ελαιόλαδο

Χώρα της ελιάς, η Ελλάδα για χρόνια υποτίμησε την παραγωγή της, πουλώντας ανώνυμα την παραγωγή της στην Ευρώπη. Οι νέες τεχνικές ελαιοποίησης και τυποποίησης, μας έδωσαν πίσω τη χαμένη μας τιμή, εξασφαλίζοντας τη μοναδικότητα της γεύσης αλλά και των οργανοληπτικών χαρακτηριστικών του ελληνικού ελαιόλαδου, που δεν είναι μόνο ένα αλλά πολλά διαφορετικά, ανάλογα με το μικροκλίμα, την ποικιλία και τη γεωγραφία του κάθε τόπου. 

Με 33 διαφορετικά ΠΟΠ ελαιόλαδα, η Ελλάδα πλέον βρίσκεται ανάμεσα στις τρεις βασίλισσες του ευρωπαϊκού, πιστοποιημένου ελαιόλαδου μαζί με την Ισπανία (30) και την Ιταλία (42). Πλάι στο ελαιόλαδο, η καλαματιανή ελιά, οι κονσερβολιές της Άμφισσας, της Άρτας, της Αταλάντης, του Πηλίου, των Ροβίων και της Στυλίδας, η θρούμπα της Θάσου, του Ρεθύμνου και της Χίου και οι πράσινες ελιές της Χαλκιδικής αποδεικνύουν τα πολλά γευστικά προφίλ της Ελληνίδας ελιάς, που σαν κι αυτή… δεν έχει στην Ευρώπη.

Όσα βγάζει η γη μας

Μπορεί μέσα μας να υπάρχει κάπου η πεποίθηση πως η Ελλάδα, χώρα μικρή και κακοτράχαλη, δεν ταυτίζεται και τόσο με την παραγωγή. Μάς λείπουν οι απέραντες πεδιάδες, το στάρι μας δεν φτάνει για να μας θρέψει, όμως αυτό ακριβώς, το δύσκολο τοπίο, εξασφαλίζει τη νοστιμιά, τη διαφορετική γεύση του κάθε καρπού από χωριό σε χωριό. 

Η Ελλάδα είναι χώρα γκουρμέ, χώρα της μικρής και μοναδικής παραγωγής και γι’ αυτό αξίζει να δοκιμάσεις τα 38 ΠΟΠ διαμάντια της παραγωγής της: τα βουτυράτα φασόλια των Πρεσπών, της Καστοριάς και του Νευροκοπίου μαζί με την ξεχωριστή πατάτα του, τη φάβα της Σαντορίνης, της Αμοργού και του Φενεού, το ντοματάκι της Σαντορίνης, την φακή της Εγκλουβής και τα λόπια της Ρόδου, την αγκινάρα από τα Ίρια, την τσακώνικη μελιτζάνα του Λεωνιδίου, το φιστίκι της Αίγινας, των Μεγάρων και της Φθιώτιδας. 

Η γειτνίαση του βουνού και της θάλασσας δίνει επίσης ιδιαίτερη ένταση και άρωμα στα φρούτα μας, που ανάμεσά τους σαν ΠΟΠ ξεχωρίζουν για τη μοναδικότητά τους, τα μήλα της Ζαγοράς, της Τριπόλεως και της Καστοριάς, τα σύκα της Κύμης, το ακτινίδιο του Σπερχειού και της Πιερίας, το κουμ-κουάτ της Κέρκυρας, τα σύκα από το Μαρκόπουλο, το πηλιορίτικο φιρίκι, τα πορτοκάλια από το Μάλεμε, η κρητική σουλτανίνα, η σταφίδα της Ηλείας, τα ντελίσιους της Τρίπολης, τα ροδάκινα της Νάουσας, το μανταρίνι της Χίου, τα κεράσια του Ροδοχωρίου, το ρόδι της Ερμιόνης και η κορινθιακή σταφίδα που έχτισε την οικονομική αίγλη της Ελλάδας στα τέλη του 19ου αιώνα. Αρκεί να αφήσεις τα χρώματα και τα αρώματα αυτού του πλούτου να περάσουν από το μυαλό σου την επόμενη φορά που στην αγορά θα έρθεις αντιμέτωπος με ένα σταφύλι της Λατινικής Αμερικής.

Αμνοερίφια με προσωπικότητα και χαρακτήρα

Κατσικάκι φρικασέ

Στην Ελλάδα δεν είμαστε του μοσχαριού, αλλά του αμνοερίφιου. Κρέας ευλογημένο μέσα από τον οβελία του Πάσχα, το κατσικάκι και το αρνάκι κερδίζουν εύκολα την πλειοψηφία της κτηνοτροφικής μας παραγωγής, με έξι γηγενείς, αρχαίες ποικιλίες. Αν βρεθείς στην Ελασσόνα και τη Λήμνο, αξίζει να δοκιμάσεις το ΠΟΠ αρνάκι και το κατσικάκι τους.

Από τα χέρια και τη σοφία της παράδοσης

Η γη χαρίζει την αφθονία και τον πλούτο και τα χέρια της παράδοσης βρίσκουν εδώ και αιώνες τον-ίδιο-τρόπο για να τον μεταποιήσουν, να τον εκμεταλλευτούν σε λιχουδιές που έχουν ταυτιστεί με τον τόπο: ΠΟΠ είναι τα μελεκούνια της Ρόδου ή αλλιώς το τοπικό παστέλι που γίνεται μόνο με μέλι, ξύσμα πορτοκαλιού και μπαχαρικά για να στεγνώσει πάνω σε λεμονόφυλλα, γλυκό της τύχης και της κάθε ροδιακής χαράς, ΠΟΠ είναι και το κρητικό παξιμάδι και φυσικά το δικό μας χαβιάρι, το αυγοτάραχο του Μεσολογγίου αλλά και το πολύτιμο μαστιχέλαιο της Χίου. Έργο του Θεού, των ανθρώπων ή της μέλισσας, το ελληνικό μέλι διαθέτει 3 μόλις ΠΟΠ πιστοποιήσεις, στον δρόμο, όμως, βρίσκονται πολλές αιτήσεις που περιμένουν το πράσινο φως. Προς το παρόν, ΠΟΠ είναι το πευκοθυμαρόμελο της Κρήτης, το κισσούρι και το μέλι ελάτης του Μαινάλου.

Τα μοναδικά

Ποιος ξέρει γιατί το μαστιχόδεντρο διάλεξε από όλα τα μέρη της γης αυτό το νότιο κομμάτι της Χίου για να δώσει το πιο λαμπερό, το πιο αρωματικό του «δάκρυ» και ποιος ξέρει γατί ο κρόκος που καλλιεργείται στην Κοζάνη έχει τόσο έντονο άρωμα και τόσες ευεργετικές ιδιότητες… Το μόνο που ξέρουμε είναι πως και η μαστίχα και ο κρόκος, αξίζουν την ΠΟΠ διάκρισή τους.