με μια ματιά toggle
  • Νέα μελέτη σε περισσότερους από 4.000 απογόνους αιωνόβιων δείχνει ότι όσοι είχαν τουλάχιστον έναν γονέα που έζησε μέχρι τα 100 εμφάνιζαν χαμηλότερο κίνδυνο θανάτου, καρδιαγγειακής νόσου και υπέρτασης.
  • Τα ευρήματα ενισχύουν την ένδειξη ότι η μακροζωία έχει κληρονομική διάσταση, με νεότερη έρευνα να εκτιμά τη συμβολή της γενετικής στη διάρκεια ζωής περίπου στο 50%. Ωστόσο, η κληρονομικότητα δεν εγγυάται ότι κάποιος θα φτάσει τα 100 ή θα αποφύγει τις ασθένειες.
  • Παρότι τα γονίδια φαίνεται να παίζουν σημαντικό ρόλο στην εξαιρετική μακροζωία, η σωματική δραστηριότητα, η ισορροπημένη διατροφή και οι τακτικές ιατρικές εξετάσεις παραμένουν σημαντικοί παράγοντες για την υποστήριξη μιας μακράς και υγιούς ζωής.

«Οι πιθανότητες να φτάσει κάποιος τα 100 είναι λίγες για τη συντριπτική πλειονότητα του πληθυσμού», δήλωσε πρόσφατα ο S. Jay Olshansky, ομότιμος καθηγητής επιδημιολογίας στο Πανεπιστήμιο του Ιλινόις στο Σικάγο. Όμως όλοι λίγο πολύ δεν το ευχόμαστε αυτό για τον εαυτό μας, αλλά και του αγαπημένους μας; 

Μια νέα μελέτη σχετικά με τα παιδιά ανθρώπων που έφτασαν τα 100 χρόνια παρέχει ορισμένες πληροφορίες για το ποιοι είναι πιθανότερο να φτάσουν σε αυτή την ηλικία ή και να την ξεπεράσουν. Μήπως σε ενδιαφέρει; Διάβασε λοιπόν παρακάτω. 

Για τη μελέτη, η οποία δημοσιεύθηκε τον Αύγουστο στο διεθνές, ιατρικό περιοδικό JAMA Network Open, οι ερευνητές ανέλυσαν δεδομένα υγείας από τρεις μακροχρόνιες μελέτες. Εξέτασαν περισσότερα από 4.000 απογόνους ανθρώπων που έζησαν μέχρι τα 100 και διαπίστωσαν ότι όσοι είχαν τουλάχιστον έναν γονέα που έφτασε τα 100 χρόνια ζούσαν περισσότερο και είχαν σημαντικά χαμηλότερο κίνδυνο καρδιαγγειακής νόσου και υπέρτασης σε σύγκριση με ανθρώπους των οποίων οι γονείς πέθαναν σε μικρότερη ηλικία.

Αυτά τα ευρήματα δεν σημαίνουν βέβαια ότι όλοι όσοι έχουν έναν γονέα που έζησε μέχρι τα 100 είναι εγγυημένο ότι θα ζήσουν περισσότερο ή ότι θα παραμείνουν απαλλαγμένοι από ασθένειες. Ωστόσο, δείχνουν ότι ορισμένοι ακολουθούν τα βήματα των γονιών τους. 

Προηγούμενες έρευνες έχουν βρει συσχέτιση μεταξύ της μακροζωίας των γονέων και της χαμηλότερης εμφάνισης χρόνιων παθήσεων, όπως η στεφανιαία νόσος, καθώς και βραδύτερης γνωστικής έκπτωσης. Αυτή η τελευταία μελέτη είναι αξιοσημείωτη επειδή έδειξε σταθερά αποτελέσματα σε τρεις διαφορετικές και ποικίλες ομάδες ανθρώπων.

Οι ερευνητές ανέλυσαν δεδομένα περίπου 1.000 απογόνων αιωνόβιων από αυτή τη βάση δεδομένων, καθώς και μια ομάδα ελέγχου με παρόμοια χαρακτηριστικά, τα μέλη της οποίας δεν είχαν γονείς που έζησαν για τόσο μεγάλο διάστημα.

Η εξέταση των δεδομένων από μακροχρόνιες μελέτες στο σύνολό τους επέτρεψε στους ερευνητές να εντοπίσουν μοτίβα που συνδέονται με την υγιή γήρανση. Τα ευρήματα έδειξαν ότι, ακόμη και αφού συνυπολογίστηκαν παράγοντες του τρόπου ζωής, οι απόγονοι αιωνόβιων είχαν:

  • 42% χαμηλότερο κίνδυνο θανάτου κατά τη διάρκεια της μελέτης.
  • 33% χαμηλότερο κίνδυνο καρδιαγγειακής νόσου.
  • 32% χαμηλότερο κίνδυνο υπέρτασης.

Όλα αυτά, σε σύγκριση με τους συμμετέχοντες των οποίων οι γονείς δεν έζησαν μέχρι τα 100. Επίσης, όταν εμφάνιζαν καρδιαγγειακή νόσο ή υπέρταση, αυτές οι παθήσεις εμφανίζονταν σε μεγαλύτερη ηλικία.

Ωστόσο, το γεγονός ότι η ύπαρξη ενός γονέα που έζησε μέχρι τα 100 δεν συνδέθηκε με χαμηλότερο κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου δείχνει ότι οι μηχανισμοί που σχετίζονται με την εξαιρετική μακροζωία μπορεί να προστατεύουν περισσότερο από ορισμένες ασθένειες που σχετίζονται με τη γήρανση σε σχέση με άλλες.

Τι έχει μεγαλύτερη σημασία; Η γενετική ή ο τρόπος ζωής;

Ένα ερώτημα που απασχολεί εδώ και χρόνια τους επιστήμονες είναι πόσο σημαντικό ρόλο παίζουν αυτά τα γονίδια. Η συνηθισμένη απάντηση, ιστορικά, σε αυτό το ερώτημα ήταν περίπου 25% γενετική και 75% περιβάλλον, σύμφωνα με ερευνητές. 

Όμως πρόσφατη έρευνα, η οποία δημοσιεύθηκε τον περασμένο Ιανουάριο στο περιοδικό Science, διαπίστωσε ότι «αυτό πιθανότατα δεν είναι ακριβές». 

Η μελέτη ανέλυσε δεδομένα από δίδυμους στη Σκανδιναβία και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι προηγούμενες εκτιμήσεις επηρεάζονταν από θανάτους που οφείλονταν σε εξωτερικές αιτίες, όπως ατυχήματα και λοιμώξεις. Όταν οι ερευνητές διόρθωσαν τα δεδομένα ώστε να εξαιρέσουν αυτού του είδους τους θανάτους, διαπίστωσαν ότι η κληρονομικότητα είχε περίπου 50% επιρροή στη διάρκεια της ανθρώπινης ζωής.

Η γενετική φαίνεται να αποκτά μεγαλύτερη σημασία όταν ένας άνθρωπος φτάσει σε προχωρημένη ηλικία, όταν αυξάνεται σημαντικά ο κίνδυνος εμφάνισης παθήσεων όπως τα καρδιαγγειακά νοσήματα. Σε αυτές τις ακραίες περιπτώσεις, αν ζήσεις μέχρι τα 100, χρειάζεται να έχεις κάποια ιδιαίτερα γονίδια. Δεν μπορείς να το πετύχεις απλώς επειδή έζησες μια καλή και υγιεινή ζωή, όπως υποστηρίζουν οι επιστήμονες. 

Άλλοι παράγοντες, όπως η συγκεκριμένη βιολογία του καρδιαγγειακού συστήματος ενός ανθρώπου, η λειτουργία των λιπιδίων - δηλαδή ο τρόπος με τον οποίο λειτουργούν τα λίπη και τα σχετικά μόρια μέσα στα κύτταρα - καθώς και η ρύθμιση του ανοσοποιητικού και των φλεγμονωδών μηχανισμών, πιθανότατα παίζουν επίσης σημαντικό ρόλο. 

Για παράδειγμα, η María Branyas Morera, η γηραιότερη άνθρωπος στον κόσμο την εποχή του θανάτου της το 2024, σε ηλικία 117 ετών, είχε διαπιστωθεί ότι διέθετε αποτελεσματικό μεταβολισμό των λιπιδίων και αντιφλεγμονώδες μικροβίωμα του εντέρου. Και τα δύο αυτά χαρακτηριστικά ενδέχεται να συνέβαλαν στη μακροζωία της.

Τι μπορείς να κάνεις για να υποστηρίξεις τη μακροζωία σου

Αν και οι περισσότεροι από εμάς δεν θα φτάσουμε τα 100, η αλήθεια είναι ότι μπορούμε όλοι να αξιοποιήσουμε στο μέγιστο το γενετικό μας δυναμικό.

Μπορεί να ακούγεται κλισέ, αλλά οι επιστήμονες επιβεβαιώνουν ότι μπορείς να ζήσεις μια μακρά και υγιή ζωή ανεξάρτητα από τα γονίδιά σου, ιδιαίτερα αν γυμνάζεσαι αρκετά, ακολουθείς υγιεινή διατροφή, αλλά δεν αμελείς και τα ραντεβού για τις ιατρικές εξετάσεις σου. «Ζούμε σήμερα σε ένα σύγχρονο θαύμα της ιατρικής και μπορούμε να το αξιοποιήσουμε», λένε.

Πηγή: The Washington Post

Διάβασε ακόμη: