Μπαίνω στο μετρό με κατεύθυνση τον Πειραιά για να κατέβω στο Μοναστηράκι. Σε λίγο θα συναντήσω το Βασίλη Ακρίβο, τον νέο ιδιοκτήτη του Ήπειρος, του πιο διάσημου σουπάδικου της Αθήνας, όμως πιάνω τον εαυτό μου να σκέφτεται τη Ράνια Καρατζένη, την προηγούμενη ιδιοκτήτρια και την ιστορία του μαγαζιού το οποίο λειτουργεί αδιάλειπτα από το 1898, αποτελώντας σημείο αναφοράς για τους ανθρώπους της Βαρβακείου, τους ξενύχτηδες, τους γύρω εργαζόμενους και τους Έλληνες και ξένους επισκέπτες του κέντρου της Αθήνας.
Λίγη ιστορία
Αρχικά το εστιατόριο ονομαζόταν Μοναστήρι. Ο πατέρας της Ράνιας, ο Δημήτρης Καρατζένης, γνωστός ως Τζίμης το πήρε στα χέρια του τη δεκαετία του ’80 και το ονόμασε Ήπειρος, λόγω της ηπειρώτικης καταγωγής του. Κι αμέσως έγινε το πιο διάσημο πατσατσίδικο της Αθήνας, το οποίο σέρβιρε εξαιρετικές σούπες και μαγειρίτσα 365 μέρες το χρόνο. Μαγαζί απλό, λαϊκό και καθαρό.
Την πόρτα του πέρασαν στρατιές απλών ανθρώπων αλλά και διάσημων, Ελλήνων και ξένων όπως ο Jamie Oliver, ο Anthonie Bourdain, o Andrew Zimmern. Ο Τζίμης δεν ήταν κανένας τυχαίος, αλλά ο ιδιοκτήτης του επιτυχημένου εστιατορίου Jimmy’s cooking (από το 1976) στην οδό Λουκιανού όπου γινόταν το αδιαχώρητο. Λαός και Κολωνάκι που λένε. Κάλλιστα θα μπορούσαμε να πούμε πώς ήταν κι ο πρώτος celebrity μάγειρας της εποχής του.
Το 1986, o Τζίμης, το παιδί από τα Πράμαντα της Ηπείρου, ένα χωριό σκαρφαλωμένο στα Τζουμέρκα, τιμήθηκε από τον Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας Jacques Delors με τον μεγαλύτερο ευρωπαϊκό τίτλο, ως ο πρώτος Έλληνας Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Μαγείρων.
Μετά το θάνατό του το 2014, το μαγαζί ανέλαβε η κόρη του η Ράνια, επιστρέφοντας από το εξωτερικό κι αφήνοντας πίσω της τις σπουδές στη διοίκηση και την οικονομία σε ελβετικά πανεπιστήμια και χρησιμοποιώντας τα άπταιστα αγγλικά, γαλλικά και ιταλικά της για να επικοινωνεί με τους ξενόγλωσσους πελάτες του Ήπειρος.
Το 2023 το μαγαζί αγόρασε ο έμπειρος μάγειρας και εστιάτορας Βασίλης Ακρίβος, ιδρυτής των εστιατορίων Ψάριστον στο Νέο Ηράκλειο, Γίδι στη Μεταμόρφωση καθώς και μερικών ακόμη ανά την Ελλάδα.
Το τηλέφωνό μου χτυπά και με αποσπά από τις σκέψεις μου, είναι η Άρτεμις η φωτογράφος μας. Το σηκώνω, πασχίζω να της μιλήσω χωρίς επιτυχία, ξεχνιέμαι, χάνω την έξοδο και βγαίνω στον Κεραμεικό…Περνάω απέναντι, παίρνω το επόμενο τρένο και κάποια στιγμή φτάνω επιτέλους στη Βαρβάκειο, καθυστερημένη, όπως είναι φυσικό.
Μπροστά μου βλέπω τα χασάπικα στη σειρά, αριστερά και δεξιά, από τα τσιγκέλια τους κρέμονται ότι μπορείς να φανταστείς, τα προσπερνάω κι ανοίγω την πόρτα του Ήπειρος.
Η ατμόσφαιρα
Το μαγαζί δεν έχει αλλάξει σχεδόν καθόλου. Τα ίδια τραπεζοκαθίσματα, η ίδια παστράδα, η μεγάλη βιτρίνα με τα φαγητά αριστερά, η σάλα στο βάθος και δεξιά. Κάποιες παλιές φωτογραφίες στους τοίχους έχουν αντικατασταθεί με καινούριες, όπως πάντα πίσω από τις τζαμαρίες του, τα χασάπικα της αγοράς «παίζουν το δικό τους live» από νωρίς το πρωί.
Είναι λίγο μετά τις 11 το πρωί, αλλά τα μισά τραπέζια στο Ήπειρος είναι ήδη πιασμένα κι έχουν διπλώσει και μερικές φορές. Οι θαμώνες ανάμεικτοι, έλληνες και ξένοι. Εργαζόμενοι και τουρίστες, άνθρωποι που κατέβηκαν στο κέντρο για ψώνια.
Ένα ζευγάρι Καναδών με ασιατικά χαρακτηριστικά κάθονται στο βάθος του μαγαζιού αντικριστά κι απολαμβάνουν από ένα πιάτο πατσά, προσθέτοντάς του και μπόλικο σκορδοστούμπι. Μερακλήδες μου φαίνονται. Δυο μηχανόβιοι μεσήλικες ρουφάνε σιωπηλοί τη μοσχαρόσουπά τους κι ανταλλάσουν κουβέντες στο ενδιάμεσο. Μια όμορφη κυρία κάθεται μόνη της μπροστά σε μια κοτόσουπα και τα λένε. Δίπλα της οι τσάντες με τα ψώνια της. Ένα ζευγάρι αφήνει ένα μεγάλο κιβώτιο στην άκρη και πιάνουν ένα μονό τραπέζι. Παραγγέλνουν πατσά.
Σε λίγο καταφτάνει κι ο Γιάννης, ο σχεδόν καθημερινός θαμώνας του Ήπειρος για την καθιερωμένη γιδόσουπα. Κάθεται όπως πάντα κάτω από τη φωτογραφία του Τζίμη Kαρατζένη να παραλαμβάνει το βραβείο του με την επίσημη στολή και το ψηλό μαγειρικό καπέλο του από τον μύθο της Γαλλίας Paul Bocuse. Μέχρι να αφήσει κράνος και μπουφάν στην καρέκλα η σούπα του έχει σερβιριστεί. Σε λίγο καταφτάνουν κι ολόκληρες παρέες με τουρίστες που πιάνουν το μισό μαγαζί.
Το σέρβις
Η ταχύτητα του σέρβις και η καθαριότητα της σάλας, παίρνει δέκα με τόνο και στα δύο. Η Μαρία που σερβίρει εδώ, έχει και στην πλάτη μάτια, από τη μια στρώνει, καθαρίζει και ξεστρώνει τα τραπέζια μέσα σε δευτερόλεπτα κι από την άλλη σερβίρει με χαμόγελο και σταθερό χέρι τους πελάτες της, φροντίζοντας παράλληλα το σκορδοστούμπι, το ξίδι και το μπούκοβο να είναι πάντα γεμάτα πάνω στα τραπέζια.
Τι τρώμε εδώ;
Στέκομαι μπροστά στη βιτρίνα με τα φαγητά και δεν ξέρω κατά πού να πρωτοκοιτάξω, νηστίσιμα και αρτίσιμα, το ένα πλάι στο άλλο και το καθένα μόνο του και χωριστά. Ο Βασίλης έχει επενδύσει σε σύγχρονο εξοπλισμό κουζίνας, έχει βάλει δυο φούρνους και η ποικιλία είναι πολύ μεγαλύτερη τώρα πια.
Βρίσκεις όλα τα κλασικά, από μουσακά και γίγαντες φούρνου, μέχρι σαλιγκάρια στιφάδο, σουπιές με σπανάκι, αγκινάρες αλα πολίτα, μπάμιες φούρνου, ψάρι πλακί, χταπόδι με κοφτό μακαρόνι, γίδα φρικασέ, κοτόπουλο κοκκινιστό.
Πιο πίσω οι θεόρατες μαρμίτες με τις σούπες στέκουν ακίνητες πάνω στα αναμμένα γκάζια. Μοιάζουν με ασημιές κολυμπήθρες, θαρρώ πως χωρούν ολόκληρο άνθρωπο μέσα τους, ευτυχώς έχουν μόνο σούπες. Ο πατσάς είναι πάντα πρώτος και καλύτερος, πόδι, κοιλιές, ψιλοκομμένος κι ανάμεικτος, κοτόσουπα, μοσχαρόσουπα με λαχανικά, γίδα βραστή, ψαρόσουπα, σούπα λαχανικών, γιουβαρλάκια αυγολέμονο και φυσικά μαγειρίτσα.
Αλλά τι μαγειρίτσα; Η πιο αρωματική που μπορείς να φανταστείς, καταπράσινη και πλούσια σε χόρτα και αρωματικά, με ψιλοκομμένα εντόσθια κι ελάχιστο ρύζι, ολόσωστα αλατισμένη και τέλεια δεμένη, δεν έχω δοκιμάσει καλύτερη! Τη συνοδεύουν πάντα με λεμόνια για να της προσθέσεις όσο θες.
Κι ο πατσάς όμως είναι φανταστικός, δοκίμασα τον ψιλοκομμένο, του πρόσθεσα μόνη μου σκορδοστούμπι και τον έφερα ακριβώς στα γούστα μου. Σκέτο βάλσαμο για τα ταλαιπωρημένα στομάχια. Στο μεταξύ στο φούρνο ψήνεται ένα κοκορέτσι. Καμιά φορά ψήνουν και ολόκληρη γουρουνοκεφαλή, κεφαλάκια αρνίσια, μοσχαροκεφαλή, αρνάκι με πατάτες, γεμιστά.
Οι κουτάλες κρέμονται στη σειρά πάνω από τα κεφάλια των μαγείρων που από τη μια ανακατεύουν κατσαρόλες κι από την άλλη γεμίζουν τίγκα ως πάνω τα πιάτα και τα στέλνουν έξω. Οι μερίδες είναι τιτανοτεράστιες!
Οι ώρες λειτουργίας
Το μαγαζί ξεκινά καθημερινά εκτός Κυριακής στις 6:30 το πρωί με τον πατσά και μένει ανοιχτό έως τις 7 το βράδυ. Καμιά φορά βρίσκουν τους πελάτες να τους περιμένουν απ’ έξω. Όλο και κάποιος εργαζόμενος της ψαραγοράς που δεν ψήνεται με pancakes κι αβοκάντο με αυγά θα θέλει να πιει έναν πατσά για πρωινό πριν πιάσει βάρδια, όλο και κάποιος ξενυχτισμένος φορτηγατζής, φύλακας ή ρεσεπσιονίστας που τέλειωσαν τη βραδινή τους βάρδια θα θέλουν να στρώσουν το στομάχι τους με μια σούπα πριν πάνε για ύπνο.
Τι συμβαίνει στην Ήπειρο τη Μεγάλη Εβδομάδα;
Οι παραγγελίες για τις σούπες και τις μαγειρίτσες έχουν παρθεί ήδη. Το μεγάλο Σάββατο, οι πελάτες θα έρθουν από νωρίς να γεμίσουν τις κατσαρόλες τους και να τις πάνε στο σπίτι. Οι υπόλοιποι θα τις απολαύσουν εδώ. Γιατί μόλις κλείσουν τα χασάπικα, ο τόπος θα γεμίσει με τραπέζια μέσα κι έξω.
Μετά από την Ανάσταση και μέχρι τις 4 η ώρα το πρωί γίνεται το αδιαχώρητο, με μουσικές και κέφι ως το πρωί. Εκτός από μαγειρίτσα, θα σερβίρουν κοτόσουπα και κότα μαγειρίτσα, ψητό αντικριστό αρνί, συκωταριές, τηγανιές κ.α.
Ήπειρος
Φιλοποίμενος 4, Αθήνα 105 51, Βαρβάκειος Αγορά
Ωράριο λειτουργίας: Δευτέρα-Σάββατο 6:00-19:30
Τηλέφωνο: 210-32.40.773
Κόστος: Περίπου 12 ευρώ / άτομο, χωρίς κρασί