Ανάμεσα στα ελληνικά οινοποιεία υπάρχουν κάποια που ξεχωρίζουν καθώς ταυτόχρονα με το να παράγουν εξαιρετικά κρασιά δημιουργούν μια ολόκληρη σχολή σκέψης γύρω από τον τόπο, την αμπελουργία και τον πολιτισμό. Το Οινοποιείο Ρούβαλη που έκλεισε πρόσφατα 35 χρόνια παρουσίας, ανήκει αναμφίβολα σε αυτήν την κατηγορία.
Πριν από περισσότερες από τρεις δεκαετίες, ο Άγγελος Ρούβαλης διέκρινε στον ορεινό αμπελώνα της Αιγιάλειας ένα δυναμικό που ελάχιστοι μπορούσαν τότε να φανταστούν. Επέλεξε να επενδύσει σε έναν δύσκολο, απαιτητικό τόπο, αναδεικνύοντας τον ορεινό Ροδίτη και συμβάλλοντας καθοριστικά στη διαμόρφωση της σύγχρονης ταυτότητας της περιοχής. Με σπουδές στη Γαλλία, βαθιά πίστη στην έννοια του terroir και μια φιλοσοφία που συνδυάζει την επιστήμη με τον σεβασμό στη φύση, άφησε το δικό του αποτύπωμα στην ιστορία του ελληνικού κρασιού.
Σήμερα, η σκυτάλη περνά στη νέα γενιά. Η Θεοδώρα Ρούβαλη, ύστερα από σπουδές και πολύτιμες εμπειρίες σε μερικά από τα σημαντικότερα οινοποιεία του κόσμου, επέστρεψε στην Αιγιάλεια με έναν ξεκάθαρο στόχο: να συνεχίσει το έργο που ξεκίνησε ο πατέρας της, εξελίσσοντάς το με τη ματιά της εποχής της. Με έμφαση στη βιωσιμότητα, στη βαθύτερη κατανόηση του αμπελιού και στη σύγχρονη αφήγηση του ελληνικού terroir, εκπροσωπεί μια γενιά που δεν αρκείται στην παράδοση, αλλά επιδιώκει να της δώσει νέο περιεχόμενο.
Στην κοινή αυτή συνέντευξη, πατέρας και κόρη δεν μιλούν μόνο για το κρασί. Συζητούν για τις αξίες που μεταφέρονται από γενιά σε γενιά, για τις δυσκολίες της ηρωικής αμπελουργίας, για το μέλλον της Αιγιάλειας και για τη διαρκή αναζήτηση της αυθεντικότητας. Είναι ένας ουσιαστικός διάλογος ανάμεσα στην εμπειρία και τη φρέσκια ματιά, που αποδεικνύει ότι το μεγάλο κρασί γεννιέται όταν η γνώση, ο τόπος και οι άνθρωποι πορεύονται μαζί.
Πόσο σε επηρέασαν οι εμπειρίες σου στη Γαλλία και στη Σαντορίνη στη διαμόρφωση της οινοποιητικής σας φιλοσοφίας;
Άγγελος Ρούβαλης: Πραγματικά δεν μπορώ να ξεχωρίσω αυτό που λέμε οινοποιητική φιλοσοφία από την προσωπική φιλοσοφία, που διαμόρφωσα από μικρός ως άνθρωπος και πολίτης. Θα το έλεγα κάπως έτσι: με την παιδεία της Γαλλίας και την οινολογία της εποχής του ’80 συναντήθηκαν προσωπικές αρχές και αναζητήσεις. Ήταν μια υπέροχη στιγμή. Η Οινολογία ως επιστήμη και ως τέχνη μαζί, χωρίς βιασύνη, υπάκουες και οι δυο στον ρυθμό ζωής του αμπελιού και επαληθευόμενες σε πραγματικό χρόνο μέσα από τις αισθήσεις της γεύσεως. Η πράξη και η θεωρία μαζί. Υπήρξε μια σπουδαία διανοητική άσκηση και απόλαυση.
Ποια ήταν η πιο καθοριστική εμπειρία σου δουλεύοντας σε μεγάλα οινοποιεία του εξωτερικού;
Θεοδώρα Ρούβαλη: Η εμπειρία της Βουργουνδίας η οποία ακολούθησε αυτές της Ισπανίας, της Χιλής και της Ν. Ζηλανδίας. Μέχρι τότε με έβλεπα καθαρά ως οινολόγο και μόνο, και έτσι φανταζόμουν την πορεία μου. Μετά τη Βουργουνδία και την εργασία μου στον αμπελώνα του Clos de Tart, άρχισα να βλέπω τον εαυτό μου περισσότερο στο αμπέλι και με μια πιο ολιστική ματιά στην παραγωγή.
Τι σε έκανε τελικά να επιστρέψεις στην Αιγιάλεια και όχι να μείνεις στο εξωτερικό;
Θεοδώρα Ρούβαλη: Γνωρίζαμε ότι η Αιγιάλεια έχει πραγματικά μοναδικά χαρακτηριστικά: αμπελώνες στα 1.000 μ. σε απόσταση λίγων χιλιομέτρων από τη θάλασσα - κάτι που δεν συναντάς σε καμιά γνωστή αμπελουργική ζώνη του κόσμου. Από την εμπειρία του Άγγελου ξέραμε επίσης ότι οι ποικιλίες και ο τόπος έχουν μεγάλο δυναμικό. Την ίδια στιγμή, βλέπαμε ότι η περιοχή δεν είχε κατακτήσει ακόμη τη θέση που της αξίζει στον χάρτη των ελληνικών terroirs. Αυτό για εμάς ήταν πρόκληση αλλά και ευκαιρία. Υπήρχε μεν πολλή και απαιτητική δουλειά να γίνει αλλά είχαμε γερή βάση, ως δεύτερη γενιά, που μας ώθησε στο να το προσπαθήσουμε. Αυτός ο συνδυασμός ήταν τελικά ο λόγος που επιστρέψαμε.
Ποια ήταν η μεγαλύτερη δυσκολία όταν αποφάσισες να επενδύσεις στον ορεινό αμπελώνα της Αιγιάλειας σε μια εποχή που λίγοι πίστευαν στις δυνατότητές του;
Άγγελος Ρούβαλης: Ακριβώς η έλλειψη αρχικού επενδυτικού κεφαλαίου. Αλλά η εποχή το 1990 ήταν πολύ διαφορετική. Η Ευρώπη μας πρόσφερε πέρα από την οινολογική γνώση, ευρωπαϊκά προγράμματα με επιδότηση 50% (στους συνεταιρισμούς άγγιζε το 75%) ενώ ο τραπεζικός δανεισμός ήταν εύκολος έστω και με υψηλά επιτόκια, πράγμα βέβαια αρκετά επικίνδυνο. Ιδιαίτερα για μένα καθώς έκανα εξ αρχής την επιλογή να δημιουργήσω ένα βαρυτικό, καλά μονωμένο οινοποιείο, κτισμένο σε έξι επίπεδα στραμμένο στις ανάγκες της ποιοτικής παραγωγής και στον οινοτουρισμό του μέλλοντος.
Τι ήταν αυτό που σε έκανε να δεις διαφορετικά τον Ροδίτη και να επιμείνεις τόσο πολύ σε αυτή την ποικιλία;
Άγγελος Ρούβαλης: Ο κόκκινος Ροδίτης είναι η προγονική ποικιλία και στην Αιγιάλεια που μεγάλωσα, αυτή την εικόνα είχα ως οινοποιήσιμο σταφύλι. Αλλά δεν τον είχα αξιολογήσει θετικά, όπως όλοι μας τότε, εκτός από τους παλιούς αμπελουργούς που γι’ αυτούς ήταν αναντικατάστατος. Επιστρέφοντας όμως στο Αίγιο δοκίμασα ορεινούς Ροδίτες από μερικές επιτυχημένες χωρικές οινοποιήσεις και το σοκ ήταν αποκαλυπτικό: αρώματα στο σταφύλι, «μέταλλο» στο κρασί όπως έλεγαν οι ντόπιοι αμπελουργοί και μια μοναδική, τραγανή και καθαρή οξύτητα αναπάντεχη για μεσογειακό αμπελώνα. Ούτε στη Σαντορίνη δεν είχα διακρίνει τέτοια εκφραστική και κομψή εμφάνιση της οξύτητας, γιατί βέβαια εκεί καλυπτόταν από τον υψηλό βαθμό και έμπλεκε με την αρμυρότητα του νησιού.
Τι σημαίνει για σένα η έννοια του terroir σήμερα, μετά από τόσα χρόνια εμπειρίας;
Άγγελος Ρούβαλης: Είναι αυτό που δίνει τη βιωσιμότητα στον τομέα του κρασιού καθώς το κάνει να αντικατοπτρίζει τον πλουραλισμό των ανθρώπων. Είναι στον αντίποδα της ομοιομορφίας των βιομηχανικών ποτών. Ειδικά το terroir, όταν είναι αξιόλογο, προσθέτει χαρακτήρα (πλούσιο, ορυκτό, δροσερό ή φρουτώδη), που κάνει την αντίστοιχη ποικιλία να υπερβαίνει τον μέτριο εαυτό της. Δεν ξέρουμε άλλο γεωργικό προϊόν που να εκφράζει τόσο καλά τις ιδιαιτερότητες ενός τόπου.
Τι σημαίνει για σένα «σύγχρονο ελληνικό κρασί»;
Θεοδώρα Ρούβαλη: Σύγχρονο ελληνικό κρασί σημαίνει καθαρή ταυτότητα. Σημαίνει ποικιλίες που εκφράζουν τα τόσα microterroirs που χαρακτηρίζουν την Ελλάδα και μιλούν τη γλώσσα του τόπου τους, χωρίς υπερβολές ή μιμήσεις, μέσα από κρασιά τα οποία στέκονται σε παγκόσμιο επίπεδο. Σημαίνει παραγωγούς που δουλεύουν με ακρίβεια, τεχνική και αυτοπεποίθηση. Είναι το πάντρεμα της παράδοσης με τη σύγχρονη επιστημονική γνώση. Είναι η μετάβαση από το «να δείξουμε ότι υπάρχουμε» στο «να αποδείξουμε τι μπορούμε».
Η νέα γενιά οινοποιών μιλά πολύ για βιολογική καλλιέργεια, ήπια παρέμβαση και αυθεντικότητα. Είναι τελικά τάση ή βαθύτερη ανάγκη;
Θεοδώρα Ρούβαλη: Θα έλεγα ότι είναι κυρίως μια βαθύτερη ανάγκη. Μια πιο ώριμη σχέση του παραγωγού με το αμπέλι και το περιβάλλον, η επαρκής γνώση και η παιδεία που οδηγεί στην απόφαση να παραδώσω στην επόμενη γενιά κάτι καλύτερο από αυτό που παρέλαβα. Ταυτόχρονα όμως, υπάρχει και μια σημαντική αλλαγή στον καταναλωτή. Δεν ελκύεται πια μόνο από το προϊόν αυτό καθαυτό, αλλά και από το αποτύπωμα που αφήνει: στο περιβάλλον, στην κοινωνία, στον τρόπο που καλλιεργείται και παράγεται. Αυτή η μετατόπιση δημιουργεί ένα πλαίσιο όπου η αυθεντικότητα δεν είναι μόδα, αλλά απαίτηση. Είναι λοιπόν μια κοινή κατεύθυνση - παραγωγών και καταναλωτών - προς κάτι πιο ουσιαστικό.
Πόσο δύσκολο είναι να δουλεύεις σε έναν τόσο απαιτητικό ορεινό αμπελώνα;
Θεοδώρα Ρούβαλη: Μεγάλες κλίσεις, πετρώδη εδάφη, μικροί κλήροι σκαρφαλωμένοι σε πεζούλες, υψόμετρο και έντονες μικροκλιματικές διαφοροποιήσεις συνθέτουν ένα περιβάλλον όπου η καλλιέργεια του αμπελιού παραμένει σε μεγάλο βαθμό χειρωνακτική και δύσκολη. Τέτοιες συνθήκες περιγράφονται διεθνώς με τον όρο ηρωική αμπελουργία. Ο όρος χρησιμοποιείται για να χαρακτηρίσει εκείνες τις καλλιέργειες, κυρίως ορεινές, που επιβιώνουν κόντρα στη λογική της ευκολίας και της μαζικής παραγωγής, αμπελώνες που επιμένουν και αποδίδουν σε δύσβατα περιβάλλοντα, μετατρέποντας τη δυσκολία σε ποιοτικό πλεονέκτημα. Στην καλύτερη περίπτωση το κόστος αυτών των καλλιεργειών είναι διπλάσιο, ενώ η απόδοση υποπολλαπλάσια των πεδινών αμπελώνων.
Υπάρχει κάποιο κρασί ή αμπελοτόπι που αισθάνεσαι ότι εκφράζει περισσότερο τη δική σου προσωπικότητα;
Θεοδώρα Ρούβαλη: Ο νέος αμπελώνας μας στο Σύρραχο, στα 1000 μέτρα υψόμετρο, και τα κρασιά που παράγουμε από εκεί. Φτωχό, πετρώδες έδαφος, που δεν δίνει τίποτα εύκολα, αλλά ό,τι δίνει έχει ουσία. Το κρασί στην αρχή δείχνει συγκρατημένο, σχεδόν αυστηρό, όμως όσο ανοίγει αποκαλύπτει βάθος, καθαρότητα και μια ενέργεια που εξελίσσεται σταδιακά. Θα έλεγα ένα κρασί που συνδυάζει διακριτικά αντοχή, δύναμη και μια λεπτή, εσωτερική ανησυχία, έχει μια μικρή, διαρκή κίνηση μέσα του. Αυτή η ισορροπία νιώθω ότι με εκφράζει.
Πώς έχει αλλάξει ο τρόπος που αντιλαμβάνεσαι το ελληνικό κρασί από τη δεκαετία του ’80 μέχρι σήμερα;
Άγγελος Ρούβαλης: Κινούμαι όλο και περισσότερο από το προϊόν ελληνικό κρασί προς τον ελληνικό πολιτισμό του κρασιού και την ιστορία του τόπου. Το ίδιο το κρασί το βλέπω μέσα από τα μάτια της νέας γενιάς. Από την «αγένεια» του χύμα που θέλαμε να αλλάξουμε το ’90 στις αισθητικές διαφοροποιήσεις του σήμερα.
Υπήρξε στιγμή που σκέφτηκες ότι το ελληνικό κρασί δύσκολα θα αποκτούσε διεθνή αναγνώριση;
Άγγελος Ρούβαλης: Είναι ένα θαύμα αυτό, όχι γιατί τα ελληνικά terroirs μειονεκτούν, απεναντίας σε αυτά οφείλουν την αναγνώρισή τους! Αλλά γιατί το ελληνικό κρασί δεν διαθέτει κρίσιμο μέγεθος και οι επιχειρήσεις του, μικρές επίσης, δεν έχουν δυνατότητες «κατάκτησης» αγορών. Επί πλέον η οργάνωση του αμπελοοινικού τομέα υπήρξε πάντα στρεβλή και το αντίστοιχο υπουργείο άτολμο και συρόμενο από γερασμένες συντεχνίες δικές του και άλλων τομέων δεν ασχολείται π.χ. ούτε με τις πολιτικές για τη γεωργική γη ούτε με τον σωστό τρόπο φορολόγησης των αγροτών αλλά και άλλα βασικά θέματα. Έχει εκχωρήσει αυτές τις αρμοδιότητες σε άλλα υπουργεία που ενδιαφέρονται για την οικοδόμηση ή την εισπραξιμότητα και όχι για την ανάπτυξη της γεωργίας. Όλα αυτά σε ένα δύσκολο πάντα μακροοικονομικό περιβάλλον όπως είναι το ελληνικό, ιδιαίτερα μετά την ουσιαστική χρεοκοπία της χώρας και τις συνεχείς κρίσεις. Οπωσδήποτε το Ασύρτικο, η Σαντορίνη και τα ευρωπαϊκά προγράμματα προβολής και προώθησης (που συνοδεύτηκαν από την αστραφτερή προσπάθεια της Σοφίας Πέρπερα, μαζί με τις προσπάθειες όλων μας) επέτρεψαν στο κρασί μας μερική διεθνή αναγνωρισιμότητα.
Ποιο θεωρείς το σημαντικότερο μάθημα που σου δίδαξε το αμπέλι;
Άγγελος Ρούβαλης: Να αντέχεις στις δυσκολίες. Μου δίδαξε επίσης το πνεύμα της Μεσογείου που είναι η αυτάρκεια μέσω της λιτότητας.
Τι σε συγκινεί περισσότερο όταν περπατάς σήμερα στους αμπελώνες της Αιγιάλειας;
Άγγελος Ρούβαλης: Η ομορφιά των αμπελουργικών τοπίων! Τα αμπελουργικά τοπία εκπέμπουν μια ηρεμία όταν είσαι μέσα τους και μια εξαιρετική θέαση στις υπέροχες γεωλογικές μεταμορφώσεις των πλαγιών της Αιγιάλειας και του Κορινθιακού κόλπου. Δεν συμβαίνει το ίδιο με τις ελιές που αυτό τον καιρό πολλαπλασιάζονται αλόγιστα λόγω ευκολίας.
Πώς φαντάζεσαι το οινοποιείο και την Αιγιάλεια σε δέκα ή είκοσι χρόνια;
Θεοδώρα Ρούβαλη: Σημείο αναφοράς για το σύγχρονο ελληνικό κρασί. Στις νέες συνθήκες, κατανάλωσης και παραγωγής, η περιοχή αποκτά ξεχωριστή στρατηγική σημασία για το μέλλον του ελληνικού κρασιού. Όσα άλλοτε μπορούσαν να θεωρηθούν δυσκολίες - ο ορεινός χαρακτήρας, οι απαιτητικές κλίσεις, η ηρωική αμπελουργία - εμφανίζονται σήμερα ως πλεονεκτήματα. Η Αιγιάλεια δεν αποτελεί απλώς μια ενδιαφέρουσα τοπική περίπτωση, αλλά ένα από τα πιο εύγλωττα παραδείγματα του πού μπορεί να κατευθύνεται το ελληνικό κρασί.
Πώς είναι να μεγαλώνεις σε ένα σπίτι όπου το κρασί αποτελεί κομμάτι της καθημερινότητας και της οικογενειακής ταυτότητας;
Θεοδώρα Ρούβαλη: Όσο ήμουν μικρή, δεν το συνειδητοποιούσα. Ο Άγγελος φρόντιζε να κρατά την καθημερινότητα του οινοποιείου έξω από το σπίτι, και έτσι το κρασί δεν ήταν το «θέμα» απλώς υπήρχε, φυσικά και αβίαστα, μέσα στην καθημερινότητα. Με τα χρόνια καταλαβαίνω ότι αυτά τα ήρεμα και σταθερά ερεθίσματα ήταν ο τρόπος μου να συνδεθώ με τον τόπο, τον πολιτισμό και με ανθρώπους που αγαπώ. Η σχέση μου με το κρασί δεν επιβλήθηκε, διαμορφώθηκε μόνη της, με φυσικό τρόπο.
Όταν ξεκινούσες την πορεία σου στο κρασί, φανταζόσουν ποτέ ότι μια μέρα η κόρη σου θα συνέχιζε το έργο σου;
Άγγελος Ρούβαλης: Όχι ποτέ! Καλώς ή κακώς δεν ήθελα να εμπλέξω τις δυο κόρες μου (Θεοδώρα και Φιλίππη) στα προσωπικά όνειρα. Εξ άλλου η μητέρα τους, η Άννα Φλωράκη, με προχωρημένες σπουδές γαλλικής φιλολογίας στο Bordeaux και γλωσσολογίας στο Παρίσι, ήταν αυτή που σήκωνε πιο πολύ την πρόκληση της διαμόρφωσής τους ενώ η δική μου θετική κατεύθυνση ισορροπούσε την κοινή μας αγάπη για τη λογοτεχνία και τις θεωρητικές επιστήμες. Βέβαια, το ότι περνούσαμε κάποια διαστήματα στο μικρό οικογενειακό κτήμα με τα αμπέλια φαίνεται ότι τις επηρέαζε.
Θυμάσαι πότε κατάλαβες ότι η Θεοδώρα είχε πραγματικά τη δική της σχέση με το κρασί και όχι απλώς μια οικογενειακή σύνδεση;
Άγγελος Ρούβαλης: Μα όταν μου ανακοίνωσε ξαφνικά ένα πρωινό πριν φύγει για το σχολείο της πως αποφάσισε να σπουδάσει Οινολογία. Βίωσα μια ευχάριστη έκπληξη.
Υπήρξε περίοδος που θέλησες να ακολουθήσεις έναν τελείως διαφορετικό δρόμο από το κρασί;
Θεοδώρα Ρούβαλη: Μόνο πολύ νωρίς. Στην αρχή της εφηβείας ήθελα να γίνω δημοσιογράφος, και μάλιστα πολεμική ανταποκρίτρια, επηρεασμένη από την Μαρία Καρχιλάκη, που θαύμαζα. Αλλά ήδη στο λύκειο ξεκαθάρισε μέσα μου ότι το κρασί ήταν ο δρόμος μου. Η οινολογία ήταν η μόνη σχολή που δήλωσα, με απόλυτη σιγουριά.
Πώς έβλεπες ως παιδί τον πατέρα σου μέσα στο οινοποιείο και πώς τον βλέπεις σήμερα ως συνεργάτη;
Θεοδώρα Ρούβαλη: Ως παιδί τον έβλεπα πάντα ήρεμο σε έναν κόσμο που παρακολουθούσα απ’ έξω. Θεωρούσα πως κάνει μια δουλειά όπως όλοι, δεν μπορούσα να αντιληφθώ ούτε τις δυσκολίες ούτε την τεράστια προσπάθεια που χρειάστηκε για να τα ξεκινήσει όλα από το μηδέν. Σήμερα, τα βλέπω όλα με μεγαλύτερη επίγνωση: σεβασμό για όσα κατάφερε μόνος του και για όσα μας έχει μεταδώσει. Η παρουσία του και η εμπειρία του παραμένουν σημείο αναφοράς.
Πώς βίωσες την επιστροφή της στο οινοποιείο μετά τις σπουδές και τις εμπειρίες της στο εξωτερικό;
Άγγελος Ρούβαλης: Σίγουρα κατάλαβα πως ένας νέος κύκλος ανοίγει. Πέρα από τη μόνιμη πατρική έγνοια που δεν θα ξεπεραστεί μέχρι τέλους, ένιωσα μια πραγματική αγαλλίαση και μου προκάλεσε ένα καινούργιο ενδιαφέρον.
Ήταν εύκολο για εσένα να αφήσεις χώρο στη νέα γενιά να πάρει αποφάσεις και να αλλάξει πράγματα;
Άγγελος Ρούβαλης: Ναι, ήταν εύκολο γιατί ήμουν πεισμένος ότι με τις ικανότητες που ήξερα ότι έχει η Θεοδώρα και με τόση εμπειρία και γνώση που είχαν εν τω μεταξύ αποκτήσει (με τον Αντόνιο) θα έδιναν λύσεις σε παλιά και νέα προβλήματα.
Υπάρχουν στιγμές διαφωνίας ανάμεσά σας γύρω από το κρασί ή τη στρατηγική του οινοποιείου;
Άγγελος Ρούβαλης: Θα ήθελα να πω ναι, για να έχουμε χώρο να εμβαθύνουμε τη συζήτηση. Αλλά γενικά όχι! Το να έχεις διαφορετική άποψη π.χ. για το εάν ένα προϊόν χρειάζεται brand ή του αρκεί να εμφανίζεται η ποικιλία σταφυλιού στην ετικέτα, δεν το λες και μεγάλη διαφωνία, πολύ περισσότερο που κάθε δεκαετία βάζει δικές της προτεραιότητες δημιουργώντας συνεχείς εναλλαγές κύκλων.
Πώς διαχειρίζεσαι τις στιγμές που διαφωνείς με τον πατέρα σου επαγγελματικά;
Θεοδώρα Ρούβαλη: Συνήθως κάνουμε μια παύση και μετά από λίγο ο ένας έχει πείσει τον άλλον… αλλά και το αντίστροφο (!)…οπότε πάλι στα ίδια…
Τι βλέπεις στη Θεοδώρα που σου θυμίζει τον νεότερο εαυτό σου και τι είναι τελείως διαφορετικό από εσένα;
Άγγελος Ρούβαλης: Στεναχωριέμαι καμιά φορά να τη βλέπω να κάνει παρόμοια λάθη που έκανα κι εγώ νεότερος και χαίρομαι καθώς νιώθω πως έχει πάρει και από τους δυο γονείς της τα ξεχωριστά τους πλεονεκτήματα, αθροίζοντάς τα.
Τι έχεις μάθει από εκείνον που δεν θα μπορούσες να διδαχθείς σε καμία σχολή οινολογίας;
Θεοδώρα Ρούβαλη: Την αγάπη για τον πολιτισμό του κρασιού και την Αιγιάλεια.
Υπάρχουν στοιχεία της φιλοσοφίας του που θέλεις οπωσδήποτε να διατηρήσεις;
Θεοδώρα Ρούβαλη: Ναι. Η λιτότητα, η αυθεντικότητα, η αγάπη για την ορεινή Αιγιάλεια και τους αμπελουργούς της. Αυτά αντανακλά και το Ασπρολίθι που μας συνδέει ως κρασί.
Και αντίστοιχα, ποια πράγματα νιώθεις ότι η δική σου γενιά πρέπει να αλλάξει ή να εξελίξει;
Θεοδώρα Ρούβαλη: Πιο συστηματική δουλειά στο αμπέλι, μεγαλύτερη εξωστρέφεια και πιο καθαρή αφήγηση του τόπου. Να εξελίξουμε τον τρόπο που δουλεύουμε δημιουργώντας όλο και μεγαλύτερη αξία για τον τόπο και την κοινωνία του και στηρίζοντας σταθερά τη βιωσιμότητα της υπαίθρου και το περιβάλλον.
Αν έπρεπε να περιγράψεις τη σχέση σου με τον πατέρα σου μέσα από ένα κρασί, τι χαρακτήρα θα είχε αυτό το κρασί;
Θεοδώρα Ρούβαλη: Θα ήταν ένα κρασί με νεύρο, ένταση στην αρχή, σχεδόν τραχύτητα, σαν να χρειάζεται χρόνος για να το πλησιάσεις. Ένα κρασί με υψηλή οξύτητα, που σε κρατάει σε εγρήγορση, που δεν σε αφήνει αδιάφορο. Και όμως, κάτω από αυτή τη δομή, υπάρχει βάθος, επιμονή, μια ουσιαστική σταθερότητα. Ένα κρασί που δεν είναι εύκολο, αλλά είναι αυθεντικό και όσο το γνωρίζεις, τόσο περισσότερο καταλαβαίνεις τη δύναμή του.
Αν ήθελες να αφήσεις μία μόνο φράση ως παρακαταθήκη στη νέα γενιά οινοποιών, ποια θα ήταν;
Άγγελος Ρούβαλης: Συγκινούμαι με αυτή σου την ερώτηση γιατί θα κλείσουμε με την ίδια φράση που άνοιξα τη θητεία μου στην αμπελουργική Αιγιάλεια. Τότε στην πρώτη ετικέτα του Ασπρολίθι αναγραφόταν η φράση «εν μέση πέτρα άμπελος ηβή», που σημαίνει πως ανάμεσα στις πέτρες (στα άγονα εδάφη ή τις δυσκολίες αν θέλετε) το αμπέλι αναπτύσσεται με ορμή (όπως ο έφηβος). Αφιερωμένο ίσως σε κάθε νέα γενιά οινοποιών και αμπελουργών που έρχεται.
Με αφορμή τη συμπλήρωση 35 χρόνων του Οινοποιείου Ρούβαλη, επιλέξατε να κάνετε κάτι πολύ περισσότερο από ένα λεύκωμα για το οινοποιείο, ένα βιβλίο που αφηγείται την ιστορία της αμπελουργίας και του κρασιού στην Αιγιάλεια. Γιατί θεωρήσατε σημαντικό να διηγηθείτε την ιστορία ενός ολόκληρου τόπου και όχι μόνο της δικής σας οικογένειας;
Θεοδώρα Ρούβαλη: Η ιστορία του Οινοποιείου Ρούβαλη δεν μπορεί να υπάρξει αποκομμένη από την ιστορία της Αιγιάλειας. Ό,τι πετύχαμε αυτά τα 35 χρόνια είναι αποτέλεσμα ενός τόπου, ενός μοναδικού αμπελώνα και πολλών ανθρώπων που εργάστηκαν πριν από εμάς και μαζί με εμάς. Γι' αυτό δεν θέλαμε να εκδώσουμε ένα επετειακό βιβλίο αυτοπροβολής. Θέλαμε να καταγράψουμε ένα κομμάτι της ιστορίας του ελληνικού κρασιού μέσα από το πρίσμα της Αιγιάλειας. Το βιβλίο είναι ένα ταξίδι στη γεωγραφία, στην ιστορία, στις ποικιλίες, στους αμπελουργούς και στον πολιτισμό του κρασιού. Μιλά για το πώς το ορεινό ανάγλυφο, ο Κορινθιακός κόλπος και οι άνθρωποι διαμόρφωσαν αυτή τη μοναδική αμπελουργική ζώνη. Παράλληλα, αποτυπώνει και μια διαρκή ιδέα που χαρακτηρίζει το οινοποιείο μας: την ανανέωση. Να παραλαμβάνεις μια κληρονομιά με σεβασμό, αλλά και με την ευθύνη να της δώσεις νέα πνοή, ώστε να την παραδώσεις ακόμη πιο δυνατή στην επόμενη γενιά.
Πιστεύω ότι το κρασί είναι κάτι πολύ περισσότερο από ένα προϊόν. Είναι φορέας μνήμης, πολιτισμού και ταυτότητας. Κάθε φιάλη αφηγείται την ιστορία ενός τόπου και των ανθρώπων του. Αν το βιβλίο καταφέρει να κάνει τον αναγνώστη να γνωρίσει καλύτερα την Αιγιάλεια και να αγαπήσει λίγο περισσότερο το ελληνικό κρασί, τότε θα έχουμε πετύχει τον σκοπό μας.
Διάβασε ακόμη: