Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, γύρισε το μισό πλανήτη κι αγάπησε την Αθήνα όσο τίποτα. Μια εφόλης της ύλης κουβέντα με το μοναδικό αυτό πλάσμα που δηλώνει μάγειρας και σεφ. Μόνο που είναι πολλά περισσότερα.

Βασίλης Καλλίδης

Σε διάφορες γωνιές του σπιτιού θα βρεις συλλογές από αμέτρητες μινιατούρες.

Βασίλης Καλλίδης

Κάτι από τη συλλογή των βιβλίων του.

Το ραντεβού μας είναι στο σπίτι του στους Αμπελόκηπους και φτάνω πρώτη, σε λίγο θα έρθόταν άλλωστε και η Άρτεμις, φωτογράφος μας. Το σπίτι το ξέρω χρόνια τώρα. Ανοιχτό σαν τον ίδιο, με κουζινοτραπεζαρία-καθιστικό επίσης ανοιχτά και με θέα σε μια ονειρεμένη καταπράσινη βεράντα. Μπαίνοντας, το πρώτο πράγμα που θα συναντήσεις είναι η αγαπημένη μου -και δική του νομίζω- βιτρίνα με την kitsch συλλογή του που μέσα της θα βρεις από τσολιαδάκια, κουκλάκια, κοκαλάκια και κουταλάκια μέχρι… της Παναγιάς τα μάτια! Κάτι ανάλογο συμβαίνει στο ψυγείο και στην κουζίνα του, αλλά σε φαγητό και art de la table που θα σκότωνες για να έχεις κι εσύ στο σπίτι σου.

Βασίλης Καλλίδης

Και ιδού η περιβόητη βιτρίνα στο σπίτι του.

Το τραπέζι του που μου θυμίζει το μυστικό δείπνο, καταλαμβάνει το μισό καθιστικό. Σκέφτομαι την τελευταία φορά που ήμουν καλεσμένη του. Κάθε πρόσκληση του Βασίλη για φαγητό είναι μια εμπειρία για όλους τους συνδαιτυμόνες. Με τον ίδιο σε ρόλο μάγειρα - performer, απόλυτα προσηλωμένο πάνω από ατμούς, τηγάνια, κατσαρόλες και ψησταριές να ετοιμάζει κάτι που μυρίζει θεσπέσια. Κι εμείς οι υπόλοιποι υπό την επήρεια των μυρωδιών και με μάτια γουρλωμένα να τον παρακολουθούμε να γεμίζει τεράστιες πιατέλες, γαβάθες, ενίοτε λαδόκολλες, πανέρια, μπολ και να τις κουβαλά στο τραπέζι. Το φαγητό πάντα σε αφθονία. Η απλοχεριά του παροιμιώδης, σαν τα συναισθήματά του. Όλη του η ύπαρξη φωνάζει «σ’ αγαπώ και θέλω να σε κάνω χαρούμενο με το φαγητό μου»! Με αποξηραμένο τραχανά και ρύζι από τα γεμιστά της μαμάς του κάνει θαύματα. 

Βασίλης Καλλίδης

Ο αυτοσχέδιος πίνακας του Βασίλη, εμπνευσμένος από το φαγητό της μαμάς του.

Βασίλης Καλλίδης

Λίγο δίπλα από την κουζίνα του...

Καθόμαστε στην άκρη του τραπεζιού γιατί λέει πως τον πιάνει ύπνος στους καναπέδες. Το μάτι μου πέφτει σε κάτι μεγάλα ταμπλό που στέκονται όρθια στο πάτωμα, δίπλα από τον καναπέ. Πάνω στους ανοιχτόχρωμους μουσαμάδες είναι κολλημένα κάτι σαν μικροσκοπικές ψηφίδες δημιουργώντας ένα υπέροχο ανάγλυφο σύνολο. «Ποιος τα έκανε;» ρωτώ. «Εγώ» μου απαντά, με απόλυτη φυσικότητα. «Είναι η μαμά μου!» «Δηλαδή;», ρωτάω. «Είναι φτιαγμένοι από φαγητά που μαγείρεψε για μένα και μου τα έστειλε με τα ΚΤΕΛ από τη Θεσσολονίκη μέσα σε τάπερ. Το ένα είναι από γεμιστά και το άλλο από τραχανά». 

Η κυρία Καλλίδη σε σπάνιες περιπτώσεις εξακολουθεί να του στέλνει φαγητά σε τάπερ με τα ΚΤΕΛ, όμως όταν είναι πολύ κουρασμένος ή στριμωγμένος με τα δικά του εδώ στην Αθήνα και χρειάζεται μια αγκαλιά της, το αγαπημένο του τρικ είναι να την παίρνει τηλέφωνο και να της ζητά μια συνταγή που την ξέρουν κι οι πέτρες, ταχαμού για χαλβά... «Έλα μαμά, κάνω χαλβά και καίγομαι. 1, 2, 3, 4. Το ένα τι είναι το λάδι, ή το σιμιγδάλι;»

Η σκηνογραφία είναι η δεύτερη φύση του

Ο Βασίλης Καλλίδης μπορεί να είναι ένας από τους καλύτερους μάγειρες που ξέρω, αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Είναι και στυλίστας και σκηνοθέτης και performer. Είναι ό,τι θέλει τη στιγμή που θέλει να είναι. Δηλώνει μάγειρας και σεφ. Εγώ τον θεωρώ καλλιτέχνη που μαγειρεύει με πάθος! Λατρεύει τη δουλειά του το δίχως άλλο και στα private dinners του, τον ενδιαφέρει πρώτα να γνωρίσει τον οικοδεσπότη και ύστερα να ασχοληθεί με το χώρο, το ντεκόρ και το concept που θα έχει το δείπνο. 

Το φαγητό τον απασχολεί λίγο, γιατί ξέρει πώς να το κάνει μοναδικό. Για εκείνον το περιβάλλον προηγείται. Έτσι βγάζει το άχτι του που δεν έγινε σκηνογράφος. Άλλωστε, χωρίς να έχει σπουδάσει για 10 χρόνια, έκανε βιτρίνες σε πολύ γνωστά μαγαζιά με μεγάλη επιτυχία. Ήταν η δεύτερη δουλειά του.

Η οικογένειά μας είναι το παντοτινό μας σπίτι

Ο Βασίλης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη και μεγάλωσε στη γειτονιά του Αγίου Παύλου, αγναντεύοντας την πόλη από ψηλά. Μέσα σε μια μικροαστική οικογένεια, αλλά πολύ αγαπημένη και κυρίως πολυταξιδεμένη. Λόγω της δουλειάς του πατέρα του -ήταν αλπινιστής σε εταιρίες που κατασκεύαζαν τελεφερίκ! - έζησαν με τη μητέρα του αρκετά χρόνια στην Κεντρική Ευρώπη σε Ελβετία, Γερμανία, Αυστρία και Γαλλία, μέχρι που έκαναν το πρώτο τους παιδί, την αδελφή του. 

Ο ίδιος μεγάλωσε μέσα σε ένα ζεστό σπίτι - κυριολεκρικά και μεταφορικά -  με τα καλοφιφέρ στο φουλ, ακούγοντας ιστορίες και χαζεύοντας τα οικογενειακά άλμπουμ με τις χιλιάδες φωτογραφίες. Πότε τον πατέρα του να κρέμεται από ελικόπτερα με το ένα χέρι σαν το Ράμπο και πότε από σκοινιά δίχως γάντζους πάνω από γκρεμούς. Οι υπόλοιπες φωτογραφίες ήταν από αλπικές κορφές, από Αφρικές, Νότιες Αμερικές, ελέφαντες, τίγρεις, μεγάλα στρωμένα τραπέζια με παράξενα φαγητά, σε μέρη που δεν ήξερε. Πλούσιοι με την ευρεία έννοια δεν ήταν ποτέ, όμως είχαν άλλο πλούτο. Ο δικός του βρισκόταν στις αφηγήσεις του πατέρα του και στο ψυγείο τους. Χαβιάρι κι αυγά χελιδονόψαρου δεν είχαν, όμως το μπλε τυρί, το μπρι και κάποιες φορές το ροκφόρ ήταν πάντα στο ψυγείο μέσα σε ένα μικρό μπολ δίπλα στο μεγάλο με τη φέτα. Το πρωινό του πατέρα του ήταν τσάι του βουνού και δύο φέτες φρυγανισμένο ψωμί με ροκφόρ ή μπρι. Ήταν πολύ φυσιολογικό γιατί έτσι είχε μάθει τα χρόνια που ζούσε στη Γαλλία. 

Βασίλης Καλλίδης

Όλη του η ύπαρξη φωνάζει «σ’ αγαπώ και θέλω να σε κάνω χαρούμενο με το φαγητό μου».

Βασίλης Καλλίδης

Και αυτό το comfort φαγητό με ζυμαρικά και αυγά, το κατάφερε!

Η πετριά του μάγειρα...

«Έτσι κι εγώ από πολύ μικρός έφαγα την πετριά να θέλω να γίνω σεφ μεγαλώνοντας. Από τεσσάρων έπαιρνα τα κατσαρόλια της μάνας μου κι έβαζα μέσα ό,τι έβρισκα. Χόρτα από τον κήπο, πέτρες, ρύζια και τα έβραζα στο τζάκι κάνοντας πως φτιάχνω σπανακόρυζο». 

Ταξίδια μετά μουσικής

Για τον μικρό Βασίλη τα ταξίδια ήταν κάτι το συνηθισμένο. Για την οικογένειά τους ήταν πολύ φυσιολογικό να μπουν στο αυτοκίνητο το πρωί και να ξεκινήσουν από τη Θεσσαλονίκη, να πάνε στο χωριό του πατέρα του στην Ξάνθη για καφέ και να γυρίσουν πίσω αυθημερόν. Με το κασετόφωνο να παίζει ασταμάτητα Στράτο Διονυσίου, Μαρινέλλα, Λίτσα Διαμάντη και μετά πάλι Στράτο Διονυσίου και ξανά Στράτο Διονυσίου. Άντε και λίγο Καζαντζίδη, λόγω ξενιτειάς. 

Το παιδί μέσα του

Ακούγοντάς τον αισθάνομαι πως ο Βασίλης είναι ακόμα εκείνο το παιδί στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου που ρουφά αχόρταγα εικόνες, μουσικές και ιστορίες. Πώς το συντηρεί αυτό το παιδί; Αγαπώντας το, καλομαθαίνοντάς το και κάνοντάς του τα χατίρια, με επιβεβαιώνει.  

Πώς τα πήγαινε με το σχολείο;

«Στο Λύκειο ήμουν μαθητής του 20, όμως εγώ ήθελα να γίνω μάγειρας. Κι ευτυχώς έγινα. Και σώθηκα! Συμφωνούν και κάποιοι φίλοι μου σκηνογράφοι» συμπληρώνει μέσα σε γέλια.

Υπάρχει καλούπι να τον χωρά;

«Είμαι Λέων και όταν δουλεύω θέλω να έχω τον έλεγχο των πάντων. Δεν μπορεί ένα μαξιλάρι ή ένα άσχημο μπολ σούπας να μου χαλάσει τη μέρα. Ακούγεται ελιτίστικο αλλά εσύ που με ξέρεις καταλαβαίνεις πως δεν μιλάω για κάτι ακριβό, όμως μπορώ να πάω με τα πόδια στην Παλλάδος στη σπηλιά του Αλή Μπαμπά στο υπόγειο και να βρω τα μπολάκια που θέλω. Εδώ και 10 χρόνια αποφάσισα να είμαι χαρούμενος ό,τι κι αν σημαίνει αυτό. Δεν με αφορά η γνώμη των άλλων, οι μόδες, τα ΤikTok». 

Γιατί πρέπει να ανήκουμε κάπου;

«Είμαστε αγελαία όντα οι άνθρωποι. Θέλουμε να ανήκουμε κάπου. Στην αρχή ένιωθα άσχημα που δεν ανήκα πουθενά. Ένιωθα στην απ’ έξω. Όμως στο τέλος κατάλαβα πως αυτός είμαι, αυτός είναι ο δρόμος μου. Θέλω να είμαι ευτυχισμένος ό,τι κι αν σημαίνει αυτό και είμαι. Κατά 70% είμαι! Τη μια μέρα μπορεί να είμαι στο Palais de Tokyo για μια έκθεση τέχνης, την άλλη να μαζεύω ελιές στον Άγιο Μάμα στη Χαλκιδική. Αυτά μου αρέσουν εμένα, έτσι θέλω να είναι η ζωή μου!».

Τι τον διασκεδάζει;

«Γελάω με όλους και με όλα. Με τον εαυτό του κυρίως. Δεν με παίρνω ποτέ στα σοβαρά. Για παράδειγμα, αποφασίζω να κάνω ένα πολύ σικ δείπνο σε εσάς, τις φίλες μου. Και στο τέλος βγάζω στο τραπέζι λαδόκολλες και κεφαλάκια αρνίσια ψητά. Αναρωτιέμαι κι εγώ πως έστριψα ξαφνικά για κάτω Τούμπα ενώ είχα ξεκινήσει για Πανόραμα. Παρεκκλίνω στα πάντα δεν ξέρω πώς το κάνω». 

Από ποια εστιατόρια έχει περάσει στην Ελλάδα;

Πρώτη του δουλειά, μόλις ήρθε στην Αθήνα, θυμάται με ενθουσιασμό, ήταν στη «Φαίδρα» μια κρεπερί - γαλλικό εστιατόριο με τζαζ μουσική και lives. Μετά έπιασε δουλειά στο Bee της Ελένης Ψυχούλη που τη θεωρεί μέντορά του. «Εκεί πέρασα τη μαγειρική μου εφηβεία, με μια Ελένη να μου μιλάει για αφαίρεση κι ευγνωμοσύνες προς τη ζωή, κάτι που εγώ τότε που ήμουν μικρός δεν καταλάβαινα. Χρειάστηκε να περάσουν χρόνια για να καταλάβω. Η αλήθεια είναι πως εκείνα τα χρόνια ήμουν πολύ plural όπως είναι όλα τα μαγειράκια που ξεκινάνε να μαγειρεύουν. Έτσι, κι εγώ σαν μαγειράκι τότε, ήθελα να δείξω στο κοινό μου πως κάνω πολλά και πως ήξερα τα πάντα. Ακόμη και βραζιλιάνικη κουζίνα που δεν είχα ιδέα. Έτσι δήλωσα και έπιασα δουλειά λίγο αργότερα σε ένα άλλο εστιατόριο. Ίσα που πρόλαβα να διαβάσω το προηγούμενο βράδυ ένα ολόκληρο βιβλίο με βραζιλιάνικες συνταγές για να πάρω μια κάποια ιδέα. Μετά δούλεψα στην Κρήσσα γη, ένα κρητικό εστιατόριο, όπου έμαθα υπέροχα πράγματα. Να έρχονται κάθε Πέμπτη τα χόρτα από την Κρήτη μέσα σε μαξιλαροθήκες, να μπαίνω στο ψυγείο να ανοίγω τις μαξιλαροθήκες να μυρίζω και να μην πιστεύω πως υπάρχουν αυτές οι μυρωδιές. Μια συνεχής εναλλαγή, από το all day bar restaurant που το βράδυ έκανε ξαφνικό πάρτι, στο βραζιλιάνικο και μετά στο παραδοσιακό κρητικό». 

Και τα δικά του εστιατόρια;

«Μετά την Κρήσσα γη, ήρθε ο Δημήτρης ο Φωτόπουλος ένας πολύ καλός μου φίλος που δουλεύαμε και στο Bee μαζί και μου πρότεινε να ανοίξουμε ένα εστιατόριο. Επειδή είμαι άνθρωπος που μου αρέσει το άγνωστο και η περιπέτεια ένα βράδυ που είχα 41 πυρετό, του είπα ναι και την άλλη μέρα πήγε και το νοίκιασε. Έτσι γεννήθηκε το Άνετον, μετά ήρθε το Uberness και μετά το Pink Flamingo». 

Πάντα πρωτοπόρος και επαναστάτης με αιτία 

«Η πρώτη επανάσταση ήρθε το 2002, πριν ακόμα γίνει το μεγάλο boom της νέας ελληνικής κουζίνας, εγώ είχα αρχίσει να μαγειρεύω στο Bee μπουμπάρια, τραχανάδες και γλυκάδια. Γι’ αυτό ευγνωμονώ την Ελένη Ψυχούλη, γιατί πολύ νωρίς κατάλαβε πως κάτι δεν πάει καλά με εμένα (γέλια). Στο Uberness μετά -τον ωραιότερο χώρο που έχω φτιάξει ποτέ- σύστησα στους Αθηναίους το smashed burger -δεν το ανακάλυψα εγώ, υπήρχε. Τα τελευταία πέντε χρόνια η ζωή με πήγε αλλού και κάνω τα private dinners που μου αρέσουν πολύ. Σκάφη, σπίτια και στο μέλλον ίσως σε κάποιο χώρο δικό μου, αλλά για prive εμπειρίες, πάντα». 

Βασίλης Καλλίδης

Η κουζίνα είναι το φυσικό του περιβάλλον

Τι τον εμπνέει;

«Δεν μπορώ να απάντησω πώς μου έρχεται και δημιουργώ ένα πιάτο. Σίγουρα έχω πολλές προσλαμβάνουσες. Έχω πάει και στο Noma, έχω πάει και στο Σίδνευ και στην Ιαπωνία και στους …Μάου Μάου. Όλα αυτά γράφουν μέσα μου. Γυρίζοντας όμως δεν θέλω να αναπαράξω ένα ίδιο πιάτο. Ένα μόνο προσπάθησα να κάνω ίδιο, το γλαστράκι με χώμα του Noma στον Άνετον. Τόσο είχα εντυπωσιαστεί τότε, το μακρινό 2010; Κάτι τέτοιο. Δεν αναπαράγω πιάτα συναδέλφων κι αν το κάνω θα το πω. Αυτό είναι εμπνευσμένο από το πιάτο του τάδε. Πάντα θέλω να δίνω τα credits στους ανθρώπους για το έργο τους. Η απλοχεριά δεν είναι μόνο στο μαγείρεμα είναι και στα συναισθήματα, καταλήγει.

Τα ταξίδια στις ξένες κουζίνες και η επιστροφή στις ρίζες

«Έμπλεξα την Ελλάδα με τα κάρι, και τα τζίντζερ με τους τραχανάδες. Η καριέρα μου εδώ και χρόνια τρέχει σε δυο ταχύτητες αλλά δεν νιώθω πια ενοχικά με αυτό και δεν κουράζομαι να το λέω. Θα τρώω φουα γκρα, θα τρώω και σουβλάκια. Θα μαγειρεύω και χαβιάρια στις βίλες, θα μαγειρεύω και τραχανά. Θα πηγαίνω να βλέπω μπαλέτο, θα πηγαίνω και στη heavy metal συναυλία ή στη Μαντόνα. Κάποτε αισθανόμουν αναποφάσιστος, γιατί νόμιζα ότι πρέπει να διαλέξω το ένα ή το άλλο. Τώρα νιώθω απλώς ευλογημένος». 

Βασίλης Καλλίδης

Πώς δημιουργεί ένα δικό του πιάτο; Πολλές οι προσλαμβάνουσες, όπως λέει, δεν έχει να δώσει ξεκάθαρη απάντηση.

Βασίλης Καλλίδης

«Θα μαγειρεύω και χαβιάρια στις βίλες, θα μαγειρεύω και τραχανά», λέει χαρακτηριστικά.

Ποιο είναι τα αγαπημένο του street food στον κόσμο;

«Η αλήθεια είναι ότι έχω γυρίσει όλο τον κόσμο εκτός από την Νότια Αμερική και μπορώ να σου πω πολλά. Όμως στην Ασία έχω δοκιμάσει το καλύτερο. Ήταν ένα dim sum στην Ταϊλάνδη, σε έναν πάγκο κάτω από την εναέρια γέφυρα του σταθμού Ari του μετρό. Το έφτιαχνε στον ατμό μια κυριούλα κι όταν το έφαγα άλλαξε η ζωή μου. Όταν ξαναπάω Ταϊλάνδη, θα ψάξω να δω αν υπάρχει ακόμα». 

Γιατί τα βιβλία του δεν έχουν συνταγές;

«"Τι δεν πήγε καλά με το Βασίλη Καλλίδη", αυτός θα είναι ο τίτλος της αυτοβιογραφίας μου, το έχω αποφασίσει». 

Πράγματι, από τα τέσσερα βιβλία του, μόνο το ένα έχει συνταγές. Τα δύο βιβλία του, το «Άθενς σπεσιαλ» και «Άθενς σπεσιάλ 2» είναι γαστρονομικοί οδηγοί της Αθήνας με προτάσεις με τα αγαπημένα του εστιατόρια, ζαχαροπλαστεία, φούρνους, μπακάλικα, ταβερνεία, περίπτερα, καντίνες, ενώ το τέταρτο το «Athens food guide» είναι η αγγλική έκδοση του οδηγού και απευθύνεται σε ψαγμένους foodies που αναζητούν το αυθεντικό. Όλα τα βιβλία του κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Πατάκη. 

Μάλιστα, όταν βραβεύτηκε ως το καλύτερο γαστρονομικό βιβλίο της χρονιάς, ανεβαίνοντας στη σκηνή του Παλλάς να παραλάβει το βραβείο του, έκανε ιδιαίτερη αφιέρωση στον πατέρα του που πίστευε πως θα πάει άπατο. Εδώ γελάμε... Όταν έκανε την έρευνα, τρώγοντας από μια μόνο μπουκιά σε καθένα από τα 2.5000 μαγαζιά που επισκέφτηκε για να βάλει τελικά τα 500 στο βιβλίο, έβαλε 9 κιλά. Το «Η νέα ελληνική κουζίνα με 88 συνταγές» το έκανε για να κάνει το χατήρι του  πατέρα του. Ο γλυκός μου, ήθελε και ο γιος του να βγάλει βιβλίο με τη φάτσα του, όπως κάνουν όλοι οι γνωστοί σεφ...

Και η τηλεόραση;

Η τηλεόραση του αρέσει και της αρέσει κι εκείνος. Πέντε τουλάχιστον χρόνια κρατούσε το κομμάτι της κουζίνας στο πρωινά μαγαζίνο της Ελένης Μενεγάκη και άλλα τόσα στης Φαίη Σκορδά, ωστόσο έχει κάνει και τρεις δικές του πολύ αγαπημένες εκπομπές. To Food and the city σε αρχισυνταξία της Ελένης Ψυχούλη από τη συχνότητα του Mega ήταν η πρώτη. Ακολούθησε η «Νόστιμη Γη» στον Αlpha και στο StrΕΑΤ food στον ΑΝΤ1. 

Βέβαια, όπως λέει τηλεόραση δεν προλαβαίνει να βλέπει. Χαλαρώνει με μουσική, μαγειρεύοντας και τρώγοντας κάτι απλό.

Έξω τι του αρέσει να τρώει και που;

«Προβατίνα και την ωραιότερη τυροκαυτερή του κόσμου στο Καματερό στα 5 αδέλφια ή Ψηλορείτης, ταϊλανδέζικο στο Rouan Thai στον Πειραιά και στο Τuk Tuk στο Κουκάκι. Για σούσι πάει στο Shiraki στο Σύνταγμα -ισχυρίζεται πως είναι το μόνο σούσι της Αθήνας που μυρίζει «ιαπωνεζίλα». Τρώει επίσης τα άπαντα της ταβέρνας στο Καπηλειό του Ζάχου, ελληνική ψαροφαγία κάνει στο Ψαροκόκκαλο της Άννας στο Κερατσίνι και ψαροφαγία αξιώσεων στο Μilos. Μεταξύ άλλων δηλώνει έρωτα για τα τηγανητά τους κολοκυθάκια με τζατζίκι. 

Που του αρέσει να ψωνίζει;

Ψωνίζει από τον «Σκλαβενίτη» της γειτονιάς του στην οδό Αλεξάνδρας γιατί είναι το πιο ευγενικό προσωπικό που έχει συναντήσει σε όλη την Ελλάδα, στο Μιράν της Ευριπίδου για αλλαντικά και σπάνια τυριά, μπαχαρικά από το Μπαχάρ, τα «τζάτζαλά» του από το υπόγειο της οδού Παλλάδος στου Ψυρρή. Για είδη ντεκόρ πηγαίνει στου Προμπονά.  

Πώς θέλει το σπίτι του;

Προτιμά τη μίνιμαλ αισθητική, αποφεύγει το χρώματα γι' αυτό έχει κόλλημα με το γκρι του τσιμέντου, το ξύλο, το μέταλλα, τα υφάσματα σε γήινα χρώματα. Όταν γυρίζει σπίτι του και θέλει να χαλαρώσει, χρειάζεται ησυχία -κυριολεκτικά και αισθητικά. Βεβαίως πάντα υπάρχει χώρος για το περιττό γι’ αυτό κι ο βωμός του χρώματος και του κιτς βρίσκεται στην είσοδο του σπιτιού, κλεισμένο σε μια υπέροχη ξύλινη βιτρίνα.

Βασίλης Καλλίδης

Η κάθε κουβέντα μαζί του ξεκινά από το φαγητό και τελειώνει πάλι σε...φαγητό.

Ποιους 12 θα καλούσε στο τραπέζι του, σαν σκηνικό από τον Μυστικό Δείπνο;

«Καλώ τη μισή Αθήνα αλλά θα σου πω την κλασική 12άδα. Την Ελένη Ψυχούλη, εσένα, την Κατερίνα Ορόσκο, το Μανώλη Μαυρατζώτη, το Δημήτρη Φωτόπουλο, τη Γωγώ Νικηφοράκη, τη Δανάη Βαρδαλή, την Κατερίνα Σταυριανέα, τη Χριστίνα Μαυρατζώτη, την ανιψιά μου που μάλλον δεν θα ερχότανε, τον Κώστα Σπηλιάδη και τη Μαριλού από τις Κούκλες. Την τελευταία θέση θα την αφήσω κενή γιατί όλο και κάποιον θα φέρει μαζί του ένας από τους υπόλοιπους...

Κι επειδή η κάθε κουβέντα μαζί του από το φαγητό ξεκινά και στο φαγητό καταλήγει συνήθως, ούτε που κατάλαβα πότε σηκώθηκε από το τραπέζι και έτρεξε στην κουζίνα να ετοιμάσει στα γρήγορα μια μακαρονάδα σαν μανιάτικη τσιουχτή. Με τα αγαπημένα μου Paccheri, με πέστροφα καπνιστή, με εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο, με τηγανητά αβγά μάτια, μπόλικο φρεσκοτριμμένο πιπέρι και μαϊντανό. Έτσι απλά...
Αυτός είναι ο one of a kind Βασίλης Καλλίδης. Το μυαλό του τρέχει πιο γρήγορα από το στόμα, τα χέρια και τα πόδια του, γι’ αυτό κι όποτε ξεκινά να σου αφηγηθεί κάτι, στην διαδρομή θα σου ανοίξει 15 παρενθέσεις που θα κλείσει με ένα “ξέρεις τι εννοώ” αλλά καταλήγοντας πάντα σε αυτό που θέλει να πει, γιατί ο ίδιος δεν χάνεται ποτέ. 

Σβέλτος σαν τον άνεμο, πολυτάλαντος, αυθόρμητος, πολυπράγμονας. Αν τον χαρακτηρίσεις πληθωρικό, απλώς τον υποτιμάς. Γιατί ο Βασίλης είναι ένας άνθρωπος ορχήστρα. Χορτάτος, μα πάντα πεινασμένος για το καινούριο και το αυθεντικό. Σπουδαίος μάγειρας, μα περισσότερο ερευνητής κι εξερευνητής. Γεύσεων, εμπειριών, τόπων, μικρών χαρών, μεγάλων συγκινήσεων. Τον αφήνεις εδώ και την άλλη στιγμή τον βρίσκεις πάνω σε ένα πατίνι ή πάνω στα χρωματιστά του αθλητικά να τρέχει κάπου στην Αθήνα και να τρυπώνει σε μια καντίνα, σε ένα μπακάλικο, σε ένα ταϊλανδέζικο, σε μια ψησταριά, σε ένα σουβλατζίδικο, στο περίπτερο για πατατάκια ή σε ένα πανάκριβο ιαπωνικό. Νιώθει το ίδιο καλά στα τριάστερα όσο και στα υπόγεια. Είναι το ίδιο άνετος πετώντας στην business ή διατρέχοντας την οδό Φυλής πάνω σε ένα πατίνι. Στη ζωή του θα μπορούσε να γίνει πολλά, απλώς επέλεξε το μάγειρας γιατί αυτό τον κάνει να νιώθει ελεύθερος. Οι συνταγές δεν του λένε και πολλά, δεν καταφέρνουν να τον περιορίσουν, απλώς βάζουν το μυαλό του σε μια τάξη. Γιατί ο Βασίλης μαγειρεύει για να κάνει τον κόσμο χαρούμενο. Και κυρίως τον ίδιο!