- Νέα μελέτη εξέτασε επαγγελματικές κουζίνες και διαπίστωσε ότι όσες χρησιμοποιούσαν φυσικό αέριο ή προπάνιο είχαν υψηλότερες θερμοκρασίες και αυξημένα επίπεδα ρύπων, όπως το διοξείδιο του αζώτου.
- Η έκθεση στους ρύπους δεν περιορίζεται στις ώρες του μαγειρέματος. Οι συσκευές αερίου μπορεί να συνεχίζουν να εκπέμπουν ρύπους ακόμη και όταν η κουζίνα δεν λειτουργεί, με τις συγκεντρώσεις να κορυφώνονται τη νύχτα και νωρίς το πρωί, όταν ο εξαερισμός είναι συχνά απενεργοποιημένος. Η παρατεταμένη έκθεση σε τέτοιους ρύπους έχει συνδεθεί με αναπνευστικά προβλήματα και άλλες επιπτώσεις στην υγεία.
- Οι ερευνητές τονίζουν τη σημασία του σωστού εξαερισμού. Ωστόσο, η αποτελεσματικότερη λύση για τον περιορισμό της ρύπανσης είναι η απομάκρυνση της πηγής της, δηλαδή η αντικατάσταση των συσκευών αερίου με ηλεκτρικές.
Σε εστιατόρια που χρησιμοποιούν συσκευές μαγειρέματος με καύσιμο το φυσικό αέριο ή το προπάνιο, οι εργαζόμενοι στις κουζίνες εκτίθενται εν αγνοία τους σε υψηλές θερμοκρασίες και σε επιβλαβή επίπεδα διοξειδίου του αζώτου και άλλων ρύπων, σύμφωνα με νέα μελέτη.
Η έρευνα, η οποία δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Environmental Research Letters, επιχείρησε να διερευνήσει τις επιπτώσεις της έκθεσης σε αυτούς τους παράγοντες στην υγεία περισσότερων από 15 εκατομμυρίων ανθρώπων που εργάζονται σε εστιατόρια και επαγγελματικές κουζίνες στις ΗΠΑ. Οι περισσότερες από αυτές τις κουζίνες χρησιμοποιούν εστίες φυσικού αερίου.
Ο Yannai Kashtan, επιστήμονας με ειδίκευση στην ποιότητα του αέρα και επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης, δήλωσε ότι η ερευνητική ομάδα ήθελε να επεκτείνει την υπάρχουσα έρευνα για τη ρύπανση του αέρα στις οικιακές κουζίνες, η οποία αποτελεί μέχρι σήμερα το κύριο αντικείμενο των περισσότερων μελετών σχετικά με τη ρύπανση που προκαλείται από το μαγείρεμα. Η έρευνα πραγματοποιήθηκε σε συνεργασία με το PSE, έναν ανεξάρτητο ερευνητικό οργανισμό, τη Σχολή Βιωσιμότητας Doerr του Πανεπιστημίου Στάνφορντ και την Ιατρική Σχολή Grossman του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης.
Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι στις κουζίνες που χρησιμοποιούσαν συσκευές αερίου επικρατούσαν εξαιρετικά υψηλές θερμοκρασίες και καταγράφονταν επικίνδυνα επίπεδα ατμοσφαιρικής ρύπανσης. Αντίθετα, στις κουζίνες που λειτουργούσαν αποκλειστικά με ηλεκτρικές συσκευές, οι θερμοκρασίες ήταν χαμηλότερες και ο αέρας καθαρότερος. Προηγούμενες έρευνες έχουν δείξει ότι η έκθεση στις εκπομπές από τις εστίες αερίου συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο άσθματος και μεγαλύτερη ευαισθησία του αναπνευστικού συστήματος, ιδιαίτερα στα παιδιά.
Η μελέτη εξέτασε 27 επαγγελματικές κουζίνες σε τρεις πολιτείες. Οι κουζίνες διέφεραν ως προς το μέγεθος, τη διαρρύθμιση, το είδος της κουζίνας, τον εξοπλισμό, τον τύπο του απορροφητήρα και την ένταση της μαγειρικής δραστηριότητας. Η ερευνητική ομάδα μέτρησε τις συγκεντρώσεις διοξειδίου του αζώτου, μεθανίου, διοξειδίου του άνθρακα, μονοξειδίου του άνθρακα και βενζολίου, καθώς και τη θερμοκρασία, σε διαφορετικά σημεία κάθε κουζίνας. Οι απορροφητήρες έχουν σχεδιαστεί για να απομακρύνουν τη θερμότητα και τους ρύπους που παράγονται κατά το μαγείρεμα. Ωστόσο, οι εργαζόμενοι, όπως οι σεφ που στέκονται ακριβώς μπροστά στις εστίες αερίου, εξακολουθούν να εκτίθενται σε υψηλές συγκεντρώσεις ρύπων.
Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι περίπου το 70% των κουζινών που χρησιμοποιούσαν φυσικό αέριο ή προπάνιο παρουσίαζε, κατά τη διάρκεια του ωραρίου λειτουργίας, συγκεντρώσεις διοξειδίου του αζώτου υψηλότερες από το ωριαίο πρότυπο ποιότητας του εξωτερικού αέρα που έχει θεσπίσει η Υπηρεσία Προστασίας του Περιβάλλοντος των ΗΠΑ (EPA). Το συγκεκριμένο πρότυπο καθορίζει το ανώτατο επίπεδο συγκέντρωσης του ρύπου στον εξωτερικό αέρα για διάστημα μίας ώρας.
Περισσότερες από τις μισές κουζίνες με συσκευές αερίου που εξετάστηκαν παρουσίαζαν θερμοκρασίες άνω των 32°C, ενώ σε ορισμένες η θερμοκρασία ξεπερνούσε τους 50°C.
Ο George Thurston, ερευνητής στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης, ο οποίος μελετά εδώ και δεκαετίες τις επιπτώσεις της ατμοσφαιρικής ρύπανσης στην ανθρώπινη υγεία, υποστήριξε ότι τα σχετικά πρότυπα πρέπει να επικαιροποιούνται συχνότερα και να προσαρμόζονται καλύτερα στις συνθήκες του εργασιακού περιβάλλοντος. Ως παράδειγμα ανέφερε την ανάγκη θέσπισης ορίων έκθεσης σε ρύπους σε εσωτερικούς χώρους, υπολογισμένων για μια οκτάωρη εργάσιμη ημέρα. Πρότεινε επίσης οι μελλοντικές έρευνες να εξετάσουν και άλλους ρύπους, όπως τα υπέρλεπτα αιωρούμενα σωματίδια και τις πτητικές οργανικές ενώσεις.
Η μελέτη διαπίστωσε επίσης ότι οι συσκευές αερίου εκπέμπουν σημαντικές ποσότητες ρύπων ακόμη και όταν η κουζίνα δεν λειτουργεί. Αυτό υποδηλώνει ότι οι φλόγες των καυστήρων, οι οποίες παραμένουν αναμμένες, συμβάλλουν στην αύξηση της ρύπανσης κατά τη διάρκεια της νύχτας, όταν τα συστήματα εξαερισμού είναι απενεργοποιημένα. Οι συγκεντρώσεις των ρύπων κορυφώνονται τη νύχτα και νωρίς το πρωί, πριν αρχίσει η εργάσιμη ημέρα.
Είναι σημαντικό να το γνωρίζει ο κόσμος, γιατί αν εργάζεσαι στον καθαρισμό και μπαίνεις στην κουζίνα τη νύχτα ή αν είσαι ο πρώτος που φτάνει το πρωί για να προετοιμάσει φαγητά που δεν χρειάζονται μαγείρεμα, μπορεί να μη σκεφτείς καν να ενεργοποιήσεις τον εξαερισμό, αφού όλα φαίνονται σβηστά. Στην πραγματικότητα, όμως, υπάρχουν δεκάδες φλόγες που παραμένουν αναμμένες συνεχώς.
Σύμφωνα με τα πορίσματα της μελέτης ένα άμεσο μέτρο αντιμετώπισης είναι να ενεργοποιείται ο εξαερισμός από την πρώτη στιγμή το πρωί, ακόμη και όταν δεν έχει αρχίσει το μαγείρεμα. Ωστόσο, ο αποτελεσματικότερος τρόπος για να εξαλειφθεί η ρύπανση είναι να απομακρυνθεί η πηγή που την προκαλεί.
Ο Thurston υποστηρίζει τη χρήση επαγωγικών εστιών, οι οποίες αποτελούν έναν τύπο ηλεκτρικής εστίας. Όπως έχει δηλώσει σε παλαιότερη συνέντευξή του, χρησιμοποιεί τέτοιες εστίες και στο σπίτι του, με στόχο να προστατεύσει την υγεία των παιδιών του. Χαρακτηριστικά έχει αναφέρει ότι: «Μακροπρόθεσμα, η λύση είναι η μετάβαση στις επαγωγικές εστίες».
Παρότι οι εναλλακτικές λύσεις μπορεί να έχουν υψηλότερο κόστος, η μελέτη δείχνει ότι οι ηλεκτρικές συσκευές αποτελούν μια βιώσιμη εναλλακτική λύση στις εστίες αερίου, καθώς δεν παράγουν ρύπους από την καύση καυσίμων. Οι ερευνητές εξέτασαν τρεις κουζίνες που λειτουργούσαν αποκλειστικά με ηλεκτρικές συσκευές. Και στις τρεις καταγράφηκαν σημαντικά χαμηλότερα επίπεδα ρύπανσης και χαμηλότερες θερμοκρασίες, ενώ καμία δεν παρουσίασε συγκεντρώσεις ρύπων που να υπερβαίνουν τα σχετικά όρια αναφοράς.
Οι ερευνητές πάντως που συμμετείχαν στη μελέτη κατέληξαν ότι το φαγητό είναι μία από τις λίγες κοινές γλώσσες που μιλάμε όλοι και που μας φέρνουν κοντά και η κουζίνα είναι ίσως ένας από τους τελευταίους χώρους όπου μπορούμε να συναντιόμαστε χωρίς να μας χωρίζουν οι διαφορές μας. Δεν υπάρχει λοιπόν λόγος να μετατραπεί σε ένα μέρος επικίνδυνο για την υγεία όλων.
Διάβασε ακόμα: