Έχουν περάσει πάνω από δέκα χρόνια, όμως ακόμα θυμάμαι την αναστάτωση που είχε φέρει στα περιοδικά, τα sites και τα social η άφιξη της Cookoovaya. Τέτοιος χαμός δεν είχε ξαναγίνει. Πέντε chef και chef patron ένωναν τις δυνάμεις και τις δυναμικές τους για χάρη μιας σοφής ελληνικής κουζίνας, σε ένα μαγαζί «αστέρι» στην καρδιά της Αθήνας, που ήρθε για να μείνει.
Αυτό ένιωσα όταν πέρασα την πόρτα της πρώτη φορά. Και θυμάμαι ακόμα τη συγκίνηση εκείνης της πρώτης φοράς που διέσχισα το μεγαλόπρεπο χώρο, για να καθίσω ακριβώς απέναντι από την ανοιχτή κουζίνα και να δοκιμάσω το φαγητό τους. Ήταν σε ένα τραπέζι για δύο, στο σημείο που σήμερα βρίσκουμε το μπαρ. Με την ίδια συγκίνηση το σκέφτομαι και το επισκέπτομαι πάντα όπως και σήμερα.
Βέβαια, από τότε που πρωτάνοιξε μέχρι σήμερα κάποια πράγματα έχουν αλλάξει και πρώτα απ’ όλα ο επικεφαλής. Στο τιμόνι της Cookoovaya βρίσκουμε πλέον μόνο τον Περικλή Κοσκινά, μέσα κι έξω από την κουζίνα, έναν ξεχωριστό μάγειρα και chef, γιατί άλλο το ένα κι άλλο το άλλο. Η διακόσμηση έχει αλλάξει επίσης - προς το καλύτερο πάντα.
Ο χώρος είναι εντυπωσιακά φωτεινός και κομψός, διαμπερής και ψηλοτάβανος με τεράστιες τζαμαρίες που σκιάζουν ξύλινα στόρια - αστραφτερός τολμάω να πω. Από λιτότητα, παστράδα, τάξη και χάρη. Λευκά τραπεζομάντιλα, εντυπωσιακά φωτιστικά, άνετες πολυθρόνες ντυμένες στα γκρι, ένα πανέμορφο μπαρ, μια εντυπωσιακή κάβα συμπληρώνουν το παζλ της αρχοντιάς. Ο επάνω όροφος διατίθεται για πριβέ δείπνα και πάρτι, ενώ ο εξωτερικός για να απολαύσεις το φαγητό σου τις πιο ζεστές κι ηλιόλουστες μέρες.
Η τεράστια ανοιχτή κουζίνα που θυμίζει σκηνή θεάτρου πάντα εκεί, είναι το σημείο που χτυπά η καρδιά της Cookoovaya, στο οποίο καθημερινά δημιουργούνται μικρά θαύματα. Ο φούρνος ξεφουρνίζει καυτές γάστρες και κάτι τροφαντά μοσχοβολιστά καρβέλια, που σου κόβονται τα πόδια μόλις τα αντικρίζεις. Οι μαρμίτες αχνίζουν πάνω στη φωτιά, ο josper και οι ψησταριές σε πλήρη λειτουργία, ένα συνονθύλευμα από μυρωδιές, εικόνες, χρώματα και γεύσεις.
Τι δοκιμάσαμε
Πρώτα ήρθε το ψωμί, φρεσκοφουρνισμένο και μοσχομυριστό, μαζί με εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο και βούτυρο με τρίμμα από αυγοτάραχο Μεσολογγίου. Ξεκινήσαμε με μια απλή σαλάτα από ολόγλυκα ντοματίνια και ψητό κατσικίσιο χαλούμι. Τι άλλο υπήρχε στο πιάτο; Μερικές φετούλες κρεμμυδιών, αλάτι, χαρουποπαξίμαδο και τόσο όσο ελαιόλαδο βασιλικού.
Χταπόδι στα κάρβουνα με φάβα Σχοινούσας μετά, όπου η φάβα ήταν φάβα, όχι ο αφρός της και ψητό χταπόδι αληθινό, να το μασάς και να γεύεσαι τη θάλασσα. Το σερβίρουν ανεπιτήδευτο εντελώς, με λίγα κουμπάκια και δυο φύλλα κάπαρης και εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο, τελεία!
Δυο ωμά ψάρια μετά, ένα άκρως μεσογειακό ταρτάρ ροφού με κρέμα ντομάτας, καυτερή πιπερίτσα, κάπαρη και εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο, καθώς και ένα ταρτάρ με dry aged στήρα, ελαιόλαδο, λεμόνι και βατόμουρο.
Τα ψημένα στα κάρβουνα κεφτεδάκια που ακολούθησαν, σερβίρονται πάνω σε λίγη σάλτσα καπνιστής ντομάτας και είναι μισοτυλιγμένα σε φετούλες ψητής μελιτζάνας, ενώ πάνω τους κουβαλάνε από ένα κομματάκι ψητής γραβιέρας. Υπέροχα!
Για τα γεμιστά κρεμμύδια δεν έχω λόγια να περιγράψω τη νοστιμιά τους, μόνο θα τα περιγράψω όσο πιο απλά γίνεται. Γεμίζονται με κιμά, ρύζι, μπόλικο δυόσμο, κουκουνάρι και μαύρη σταφίδα και ψήνονται στο φούρνο μέσα σε πλούσια ντοματένια σάλτσα.
Το μπιάνκο είναι ένα παραδοσιακό κερκυραϊκό πιάτο για ψάρι που μαγειρεύεται με πατάτες και σκόρδο μέσα σε μια πλούσια λευκή, λεμονάτη σάλτσα. Μαγειρεύεται ειδικά για εσένα και προορίζεται για τη μέση του τραπεζιού, αφού σερβίρεται σε πιατέλα και ύστερα μοιράζεται σε πιάτα.
Το δικό μας έγινε με κέφαλο και ήταν ένα αριστούργημα απλότητας και νοστιμιάς! Πράγματι, το μπιάνκο του Περικλή Κοσκινά δεν είναι μόνο το πιο διάσημο πιάτο του, ίσως είναι και το καλύτερο της Ελλάδας!
Στο τέλος γλυκαθήκαμε με μια all time classic τάρτα λεμόνι, από τις πιο νόστιμες που έχω δοκιμάσει ποτέ και μια πάστα αμυγδάλου τόσο αμυγδαλένια όσο δεν πάει. Καμιά διάθεση εντυπωσιασμού, και τα δυο γλυκά σερβίρονται μέσα σε ένα απλό λευκό πιάτο, χωρίς κανένα τρικ, καμιά αποδόμηση, καμιά βούλα, καμιά σάλτσα. Μόνο ένα κομμάτι γλυκό τέλεια φτιαγμένο, κάθε του κουταλιά, μπουκιά και συχώριο.
Ένα μεγάλο μπράβο στα παιδιά που τα φτιάχνουν κι όλη τη φοβερή ομάδα της κουζίνας που λειτουργεί σαν καλοκουρδισμένο ρολόι κι άλλο ένα στην ομάδα του σέρβις που σε κάνουν να νιώθεις βασιλιάς στο σπιτικό τους. Τουλάχιστον εγώ έτσι το ένιωσα!
Όχι, η Cookouvaya δεν είναι ένα φτηνό μαγαζί που μπορείς να επισκέπτεσαι κάθε εβδομάδα, όμως αξίζει όσο τίποτα. Όποιος κι αν με ρωτούσε «Ποιο είναι το καλό εστιατόριο σας στην Αθήνα για καλή ελληνική κουζίνα;» θα είχα την ίδια απάντηση για όλους, Έλληνες και ξένους, γνωστούς και άγνωστους: «Η Cookoovaya». Γιατί είναι πιο σοφή και κοκέτα από ποτέ, γιατί ο χώρος της αστράφτει από αρχοντιά, η κουζίνα της είναι συγκινητικά νόστιμη και ανεπιτήδευτα ελληνική, το σέρβις υποδειγματικό και η εμπειρία ύστερα από κάθε γεύμα ή δείπνο αξέχαστη!
Cookoovaya
Χατζηγιάννη Μέξη 2Α, Αθήνα
Τηλέφωνο: 210-72.35.005
Ωράριο λειτουργίας: Δευτέρα - Κυριακή 13:00-00:00
Κόστος: 70-80 ευρώ / άτομο, χωρίς κρασί