Αν ταξιδέψεις ποτέ στην Κέρκυρα, ένα από τα must-do που δεν πρέπει να παραλείψεις είναι να πιεις τα δύο περίφημα ποτά που παρασκευάζονται παραδοσιακά εκεί: το λικέρ κουμκουάτ και την τζιτζιμπίρα. Το πρώτο μάλλον σου είναι πιο γνώριμο, το δεύτερο όμως, μάλλον όχι. Τι πιστεύεις ότι είναι; Μπίρα με τζίντζερ, χυμός τζίντζερ ή κάτι που δεν φαντάζεσαι καν; Πάντως, αν το μυαλό σου λόγω της λέξης πήγε στα τζιτζίκια, τότε θα σου πω εξ αρχής ότι δεν έχει καμία σχέση. 

Η τζιτζιμπίρα αποτελεί στην ουσία την ελληνική εκδοχή του ginger beer. Για να κάνουμε τα πράγματα πιο ξεκάθαρα, ας δούμε λοιπόν την  ιστορία του, πριν αυτό φτάσει στο Ιόνιο. 

Η ιστορία του ginger beer

Το ginger beer έκανε την εμφάνισή του στην Αγγλία στα μέσα του 18ου αιώνα, σε μια εποχή που το εμπόριο «εξωτικών» προϊόντων και κυρίως των μπαχαρικών γνώριζε μεγάλη άνθηση. 

Το τζίντζερ, το οποίο εισαγόταν κυρίως από την Ασία και την Καραϊβική, είχε ήδη αποκτήσει ιδιαίτερη αξία, τόσο στη μαγειρική, όσο και στη λαϊκή ιατρική, γεγονός που συνέβαλε στη δημιουργία ενός νέου δροσιστικού ποτού, με χαρακτηριστική πικάντικη γεύση. 

Στο σημείο αυτό αξίζει να αναφέρουμε ότι το συγκεκριμένο, μπορούσε να καταναλωθεί με τον ίδιο τρόπο που καταναλωνόταν η μπίρα στον Μεσαίωνα, ως υποκατάστατο του...νερού, το οποίο τότε ήταν μολυσμένο, λόγω λημμάτων, αποβλήτων και έλλειψης αποχετεύσεων. Αντιθέτως, η μπίρα θεωρούνταν πιο ασφαλής, αφού φιλτραριζόταν. Κάτι παρόμοιο συνέβαινε βέβαια και με το κρασί. Δεν είναι τυχαίο πως τότε ο κόσμος τα κατανάλωνε σε μεγάλες ποσότητες. 

Το ginger beer, ωστόσο, δεν είναι μπίρα με τη συμβατική έννοια. Η παραδοσιακή του παρασκευή δεν βασίζεται στη ζύμωση δημητριακών, όπως συμβαίνει με την κλασική μπίρα, αλλά στη ζύμωση νερού, ζάχαρης και τζίντζερ με τη βοήθεια μιας ιδιαίτερης συμβιωτικής αποικίας μυκήτων. 

Στην αυθεντική του μορφή, το ginger beer περιείχε συχνά και χυμό λεμονιού, που εξισορροπούσε την έντονη πικάντικη γεύση της πιπερόριζας και πρόσθετε φρεσκάδα. Κατά τη διάρκεια της ζύμωσης παράγονταν διοξείδιο του άνθρακα και μικρή ποσότητα αλκοόλ, δημιουργώντας ένα φυσικά ανθρακούχο ποτό με σύνθετο αρωματικό χαρακτήρα.

Στα πρώτα χρόνια της παραγωγής του, πριν από τα μέσα του 19ου αιώνα, ορισμένες εκδοχές του ginger beer μπορούσαν να φτάσουν ακόμη και το 10–11% αλκοόλ, ανάλογα με τη διάρκεια και τις συνθήκες της ζύμωσης.

Η σημαντικότερη αλλαγή στην ιστορία του ήρθε το 1855, όταν στη Βρετανία θεσπίστηκε νομοθεσία που ευνοούσε, φορολογικά, τα ποτά με περιεκτικότητα σε αλκοόλ έως 2%. Οι παραγωγοί μείωσαν τον χρόνο ζύμωσης, για να περιορίσουν την περιεκτικότητα σε αλκοόλ και να διατηρήσουν το προϊόν οικονομικά προσιτό. Έτσι, διαμορφώθηκε σταδιακά η πιο ελαφριά εκδοχή του ginger beer, η οποία αποτέλεσε και τη βάση για τα σύγχρονα αντίστοιχα προϊόντα.

Η διαφορά με το ginger ale

Το ginger ale ακολούθησε διαφορετική πορεία εξέλιξης. Η πρώτη γνωστή εκδοχή του δημιουργήθηκε στην Ιρλανδία στα μέσα του 19ου αιώνα από τον φαρμακοποιό Thomas Joseph Cantrell, ενώ η πιο ήπια, διαυγής εκδοχή που κυριαρχεί σήμερα αναπτύχθηκε στις αρχές του 20ού αιώνα στον Καναδά από τον John J. McLaughlin και έγινε γνωστή ως Canadian Dry Ginger Ale.

Σε αντίθεση με το ginger beer, το ginger ale δεν παράγεται μέσω ζύμωσης. Παρασκευάζεται από ανθρακούχο νερό, ζάχαρη και εκχύλισμα ή αρωματικές ουσίες τζίντζερ, με αποτέλεσμα να έχει πιο απαλή, πιο γλυκιά και λιγότερο πικάντικη γεύση.

Η «αμερικανική ποτοαπαγόρευση» (1920–1933) συνέβαλε σημαντικά στη διάδοσή του, καθώς χρησιμοποιήθηκε ευρέως ως συστατικό σε κοκτέιλ για να καλύπτει τη γεύση των παράνομα παραγόμενων αλκοολούχων ποτών. Ωστόσο, το ginger ale είχε ήδη δημιουργηθεί αρκετές δεκαετίες νωρίτερα και δεν εμφανίστηκε εξαιτίας της ποτοαπαγόρευσης.

Σήμερα, οι περισσότερες εμπορικές εκδοχές του ginger beer είναι επίσης μη αλκοολούχες ή περιέχουν ελάχιστο αλκοόλ. Στις περισσότερες περιπτώσεις, το ανθρακικό προστίθεται τεχνητά, αντί να προέρχεται από φυσική ζύμωση. Παρ' όλα αυτά, το ginger beer εξακολουθεί να διακρίνεται από το ginger ale χάρη στην πιο έντονη γεύση του τζίντζερ, το γεμάτο σώμα και τη χαρακτηριστική πικάντικη επίγευση.

Η ελληνική τζιτζιμπίρα

Ας πάμε τώρα σε ελληνικό έδαφος. Στη χώρα μας, το αντίστοιχο ποτό του ginger beer είναι, όπως αναφέραμε και παραπάνω, η τζιτζιμπίρα της Κέρκυρας. Όπως είναι εύκολο να αντιληφθείς με βάση όσα αναλύσαμε, η ιστορία της συνδέεται άμεσα με την περίοδο της βρετανικής προστασίας των Ιονίων Νήσων (1815–1864), όταν οι Άγγλοι εισήγαγαν στο νησί τη συνταγή του ginger beer.

Οι Κερκυραίοι τότε προσάρμοσαν τη συνταγή στα τοπικά υλικά και τις γευστικές τους προτιμήσεις, δημιουργώντας ένα αναψυκτικό που παρασκευαζόταν με φυσικά συστατικά και ήπια ζύμωση. Με την πάροδο των χρόνων, η τζιτζιμπίρα εξελίχθηκε σε χαρακτηριστικό προϊόν της γαστρονομίας του νησιού και σήμερα, αποτελεί μία καλή επιλογή για αναψυκτικό, το οποίο μπορεί να προμηθευτεί κανείς κατευθείαν από το νησί, με παραγγελία ή από επιλεγμένες κάβες και καταστήματα. 

Πώς μπορεί να καταναλωθεί

Η αναγέννηση της σύγχρονης κουλτούρας των κοκτέιλ επανέφερε το ginger beer στο προσκήνιο. Η έντονη πικάντικη γεύση του συνδυάζεται ιδανικά με αποστάγματα όπως το τζιν, η βότκα, το ρούμι και το ουίσκι, αποτελώντας βασικό συστατικό σε κλασικά κοκτέιλ όπως το Dark 'n' Stormy και το Gin Mule.

Εκτός όμως από τα κοκτέιλ, το ginger beer απολαμβάνεται εξίσου ευχάριστα και μόνο του, σερβιρισμένο καλά παγωμένο και με μια φέτα λεμονιού. Η δροσερή του οξύτητα και η χαρακτηριστική πικάντικη επίγευση το καθιστούν ιδιαίτερα απολαυστικό, ειδικά τους καλοκαιρινούς μήνες.

Στην ελληνική αγορά κυκλοφορούν αρκετές μάρκες ginger beer και ginger ale. Διάλεξε το beer για πιο έντονη γεύση και το ale για πιο απαλή και για συνδυασμούς με αλκοολούχα ποτά.

Οι ευεργετικές επιδράσεις στον οργανισμό 

Το βασικό συστατικό της τζιτζιμπίρας, το τζίντζερ, πέρα από ωραία γεύση, εκτιμάται εδώ και αιώνες για τις θεραπευτικές του ιδιότητες. Συνδέεται με την υποστήριξη της πέψης, την ανακούφιση από τη ναυτία και την παρουσία φυσικών αντιοξειδωτικών ενώσεων, όπως οι τζιντζερόλες.

Ωστόσο, επειδή τα περισσότερα ginger beer και ginger ale περιέχουν σημαντική ποσότητα ζάχαρης, η κατανάλωσή τους καλό είναι να γίνεται με μέτρο, στο πλαίσιο μιας ισορροπημένης διατροφής.

Την επόμενη φορά που μετά από ένα γεύμα ή πριν ξεκινήσει η ταινία στο σινεμά θελήσεις να μην πιεις πάλι μπίρα, κρασί ή λεμονάδα, προτίμησε λοιπόν είτε ένα αυθεντικό ginger beer είτε ένα πιο ανάλαφρο ginger ale είτε την παραδοσιακή κερκυραϊκή τζιτζιμπίρα, για μια πικάντικη, δροσερή και ωφέλιμη αλλαγή.

Διάβασε ακόμα: