- Το αγουρέλαιο προέρχεται από ελιές πρώιμης συγκομιδής, αλλά η ονομασία του δεν αποτελεί επίσημη ποιοτική κατηγορία ούτε εγγυάται ότι είναι εξαιρετικό παρθένο.
- Το πράσινο χρώμα, η θολότητα, η πικράδα και το πικάντικο στοιχείο δεν αποτελούν από μόνα τους αποδείξεις ανώτερης ποιότητας ή υψηλότερης περιεκτικότητας σε φαινόλες.
- Η ποιότητά του εξαρτάται από την υγεία του καρπού, τη συγκομιδή, την ελαιοποίηση και τη συντήρηση, ενώ η σωστή αποθήκευση προστατεύει τα αρώματα και τα πολύτιμα συστατικά του.
Κάθε φθινόπωρο, η νέα ελαιοκομική περίοδος φέρνει μαζί της την προσμονή για το φρέσκο ελαιόλαδο. Τα πρώτα ελαιόλαδα φτάνουν στο τραπέζι με ζωηρά αρώματα, έντονη γεύση και εκείνο το χαρακτηριστικό πικάντικο που γίνεται αισθητό στον λαιμό. Στην Ελλάδα τα αποκαλούμε συχνά «αγουρέλαια», συνδέοντας τη λέξη με τη φρεσκάδα και την υψηλή ποιότητα.
Ωστόσο, γύρω από το αγουρέλαιο υπάρχουν αρκετές παρανοήσεις. Δεν είναι κάθε αγουρέλαιο εξαιρετικό παρθένο και η θολή του όψη δεν αποτελεί εγγύηση ανώτερης ποιότητας. Για να γνωρίζουμε τι αγοράζουμε, χρειάζεται να κατανοήσουμε τι περιγράφει πραγματικά αυτή η ονομασία και τι συμβαίνει στο ελαιόλαδο από τη στιγμή της παραγωγής του.
Ο όρος «αγουρέλαιο» χρησιμοποιείται παραδοσιακά για το ελαιόλαδο που παράγεται από ελιές συλλεγμένες σε πρώιμο στάδιο ωρίμασης, όταν είναι ακόμη πράσινες ή βρίσκονται στην αρχή της αλλαγής του χρώματός τους. Ο ακριβέστερος περιγραφικός όρος είναι «ελαιόλαδο πρώιμης συγκομιδής», καθώς δηλώνει το στάδιο στο οποίο συγκομίστηκε ο καρπός.
Οι πράσινες ελιές δεν αποτελούν ένα ξεχωριστό είδος ελιάς. Πρόκειται για καρπούς που δεν έχουν ολοκληρώσει την ωρίμασή τους. Επιπλέον, το χρώμα της επιδερμίδας δεν αρκεί πάντα για να αξιολογήσουμε με ακρίβεια την ωριμότητα γι’ αυτό και θα πρέπει δείγμα καρπών να αξιολογείται από εξειδικευμένο εργαστήριο για να βρει την ελαιοπεριεκτικότητα των καρπών και αν είναι έτοιμοι για συγκομιδή.
Χρειάζεται, επίσης, να διακρίνουμε την πρώιμη συγκομιδή από τη φρεσκάδα. Ένα ελαιόλαδο που παράχθηκε χθες από περισσότερο ώριμες ελιές είναι φρέσκο, αλλά δεν είναι πρώιμης συγκομιδής. Αντίστοιχα, ένα ελαιόλαδο που προήλθε από πράσινες ελιές παραμένει προϊόν πρώιμης συγκομιδής ως προς τον τρόπο παραγωγής του, ακόμη και αρκετούς μήνες αργότερα. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι παραμένει οργανοληπτικά και χημικά ίδιο.
Η πρώιμη συγκομιδή δεν μπορεί να οριστεί με μία κοινή ημερομηνία για όλες τις ελιές. Κάποιες ποικιλίες ωριμάζουν και συγκομίζονται νωρίτερα, ενώ άλλες αργότερα. Την εξέλιξη της ωρίμασης επηρεάζουν επίσης η περιοχή, το υψόμετρο, οι θερμοκρασίες, η διαθεσιμότητα νερού, το φορτίο του δέντρου και οι συνθήκες κάθε χρονιάς.
Έτσι, δύο ελαιώνες που συγκομίζονται την ίδια ημέρα μπορεί να έχουν καρπούς σε διαφορετικό στάδιο ωριμότητας. Ακόμη και στον ίδιο ελαιώνα, οι ελιές δεν ωριμάζουν όλες ταυτόχρονα. Επομένως, το ότι ένα ελαιόλαδο παράχθηκε τον Σεπτέμβριο ή τον Οκτώβριο δεν αρκεί από μόνο του για να αξιολογήσουμε πόσο πρώιμη ήταν η συγκομιδή του. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι σε ποιο στάδιο ανάπτυξης και ωρίμασης βρισκόταν ο συγκεκριμένος καρπός όταν συλλέχθηκε.
Η πρώιμη συγκομιδή, λοιπόν, αφορά τη βιολογία της ελιάς και τις συνθήκες του ελαιώνα. Δεν είναι απλώς ένας αγώνας για το ποιος θα εμφανίσει πρώτος στην αγορά το φρέσκο ελαιόλαδο.
Δεν υπάρχει ένα μοναδικό άρωμα που να χαρακτηρίζει όλα τα αγουρέλαια. Κάθε ποικιλία μπορεί να δώσει διαφορετικό αρωματικό και γευστικό προφίλ, με διαφορετική ένταση φρουτώδους, πικρού και πικάντικου. Σε ένα ελαιόλαδο μπορεί να κυριαρχούν νότες φρεσκοκομμένου χόρτου και φύλλων, σε άλλο πράσινης ντομάτας, αγκινάρας ή πράσινου αμυγδάλου. Άλλα μπορεί να παρουσιάζουν βοτανικές, ανθικές ή διαφορετικές φρουτώδεις αποχρώσεις. Η ποικιλία θέτει μια σημαντική βάση, αλλά το τελικό αποτέλεσμα διαμορφώνεται επίσης από την ωριμότητα του καρπού, το περιβάλλον και τις συνθήκες ελαιοποίησης.
Ακόμη και η ίδια ποικιλία μπορεί να δώσει διαφορετικά αρωματικά προφίλ σε διαφορετικές περιοχές ή χρονιές. Γι’ αυτό η ποιότητα δεν ταυτίζεται με ένα συγκεκριμένο άρωμα ούτε με τη μεγαλύτερη δυνατή ένταση.
Ένα ισορροπημένο, καθαρό και σύνθετο ελαιόλαδο μπορεί να έχει διαφορετικό χαρακτήρα από ένα άλλο εξίσου αξιόλογο. Η πολυπλοκότητα αυτή αποτελεί μέρος του γευστικού πλούτου του ελαιολάδου και αξίζει να την αναγνωρίζουμε, αντί να περιμένουμε όλα τα προϊόντα πρώιμης συγκομιδής να έχουν την ίδια οσμή και γεύση.
Το αγουρέλαιο δεν είναι επίσημη ποιοτική κατηγορία
Η λέξη «αγουρέλαιο» δεν αποτελεί ξεχωριστή επίσημη ποιοτική κατηγορία. Περιγράφει την προέλευση του ελαιολάδου από καρπούς πρώιμης συγκομιδής, χωρίς να αποδεικνύει ότι το τελικό προϊόν είναι ποιοτικό.
Για να χαρακτηριστεί ένα ελαιόλαδο «εξαιρετικό παρθένο», πρέπει να πληροί συγκεκριμένα χημικά και οργανοληπτικά κριτήρια. Μεταξύ άλλων, απαιτείται ελεύθερη οξύτητα έως 0,8%, παρουσία φρουτώδους και διάμεσος οργανοληπτικών ελαττωμάτων ίση με μηδέν, σύμφωνα με την επίσημη μέθοδο αξιολόγησης.
Η χαμηλή οξύτητα από μόνη της δεν αρκεί. Ούτε αρκούν το πράσινο χρώμα, η έντονη γεύση, η πρόσφατη παραγωγή ή η αναφορά σε πράσινες ελιές. Η ποιότητα πρέπει να επιβεβαιώνεται από το σύνολο των χαρακτηριστικών του προϊόντος και με βάση τον σχετικό κανονισμό.
Πράσινες ελιές δεν σημαίνει απαραίτητα υγιείς ελιές
Εδώ βρίσκεται μία από τις σημαντικότερες παρανοήσεις: ένας καρπός μπορεί να είναι άγουρος και ταυτόχρονα ακατάλληλος για παραγωγή ελαιολάδου υψηλής ποιότητας.
Οι πράσινες ελιές μπορεί να έχουν προσβληθεί από ασθένειες ή έντομα, να έχουν τραυματιστεί, να παρουσιάζουν σήψεις ή να έχουν αλλοιωθεί εξαιτίας ακατάλληλης μεταχείρισης. Η ανωριμότητα δεν τις προστατεύει αυτόματα από την υποβάθμιση. Επιπλέον, ακόμη και υγιείς ελιές κατά τη συλλογή μπορεί να χάσουν γρήγορα την ποιότητά τους όταν αποθηκεύονται σε ακατάλληλα μέσα, συμπιέζονται, υπερθερμαίνονται ή παραμένουν για μεγάλο διάστημα πριν από την ελαιοποίηση. Σε τέτοιες συνθήκες μπορούν να αναπτυχθούν ζυμώσεις και άλλες αλλοιώσεις που μεταφέρονται στο ελαιόλαδο ως οργανοληπτικά ελαττώματα.
Συνεπώς, ένα ελαιόλαδο από άγουρες ελιές μπορεί να είναι ελαττωματικό και να μην ανήκει στην κατηγορία του εξαιρετικού παρθένου. Η πρώιμη συγκομιδή δεν διορθώνει έναν προβληματικό καρπό ούτε αντισταθμίζει λάθη στην παραγωγή. Η υψηλή ποιότητα προϋποθέτει υγιείς ελιές, προσεκτική συγκομιδή, γρήγορη μεταφορά, σωστή ελαιοποίηση.
Το ίδιο σημαντική είναι και η φροντίδα μετά την παραγωγή. Ακόμη και ένα εξαιρετικό ελαιόλαδο μπορεί να υποβαθμιστεί όταν αποθηκεύεται ή συσκευάζεται ακατάλληλα. Η ποιότητα χρειάζεται να προστατεύεται σε ολόκληρη τη διαδρομή, από τον ελαιώνα μέχρι το τραπέζι.
Το χρώμα δεν αποτελεί κριτήριο ποιότητας
Το πράσινο χρώμα δεν αποδεικνύει ότι ένα ελαιόλαδο είναι ανώτερης ποιότητας, περισσότερο φρέσκο ή πλουσιότερο σε φαινολικές ενώσεις. Η απόχρωσή του επηρεάζεται από τις φυσικές χρωστικές (π.χ. χλωροφύλλη), την ποικιλία, τον βαθμό ωρίμανσης και τις συνθήκες παραγωγής και αποθήκευσης.
Ένα εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο μπορεί να έχει αποχρώσεις από πράσινες έως χρυσοκίτρινες. Καμία από αυτές δεν αρκεί για να το κατατάξει ποιοτικά. Το έντονο πράσινο μπορεί να είναι οπτικά ελκυστικό, αλλά δεν υποκαθιστά τη γευσιγνωστική αξιολόγηση και τη χημική ανάλυση. Γι’ αυτό στην επίσημη οργανοληπτική αξιολόγηση χρησιμοποιούνται χρωματιστά ποτήρια, ώστε το χρώμα να μην επηρεάζει την κρίση των δοκιμαστών. Η αξιολόγηση επικεντρώνεται στα αρώματα, στη γεύση και στην παρουσία ή απουσία ελαττωμάτων.
Γιατί είναι συχνά πιο πικρό και πικάντικο το Αγουρέλαιο
Τα ελαιόλαδα που παράγονται από πράσινες, άγουρες ελιές παρουσιάζουν συχνά εντονότερο πικρό στο στόμα και πικάντικο στον λαιμό σε σύγκριση με ελαιόλαδα της ίδιας ποικιλίας από περισσότερο ώριμους καρπούς. Αυτό συνδέεται με τη σύσταση και τη συγκέντρωση των φαινολικών τους ενώσεων, που μεταβάλλονται κατά την ωρίμαση.
Το πικρό και το πικάντικο αποτελούν θετικά χαρακτηριστικά του παρθένου ελαιολάδου. Δεν σημαίνουν ότι το ελαιόλαδο έχει υψηλή οξύτητα. Η ελεύθερη οξύτητα δεν είναι ανιχνεύσιμη από τις αισθήσεις, είναι εργαστηριακή παράμετρος και δεν αναγνωρίζεται από το πόσο «καίει» ένα ελαιόλαδο.
Η ένταση αυτών των χαρακτηριστικών διαφέρει ανάλογα με την ποικιλία και τις συνθήκες παραγωγής. Επομένως, ένα ηπιότερο ελαιόλαδο δεν είναι αυτομάτως χαμηλότερης ποιότητας, όπως και ένα πολύ πικρό ελαιόλαδο δεν είναι αυτομάτως ανώτερο. Παράλληλα, το πικρό και το πικάντικο χρειάζεται να αξιολογούνται μέσα στο σύνολο του γευστικού προφίλ. Η καθαρότητα των αρωμάτων, η πολυπλοκότητα και η ισορροπία έχουν ουσιαστικό ρόλο στη γευσιγνωστική εμπειρία.
Οι φαινολικές ενώσεις συμβάλλουν στην αντιοξειδωτική προστασία του ελαιολάδου και συνδέονται με σημαντικές ευεργετικές ιδιότητες για την υγεία μας. Η πρώιμη συγκομιδή μπορεί να ευνοεί υψηλότερη περιεκτικότητα σε ορισμένες από αυτές, προσφέροντας ένα προϊόν με ιδιαίτερη διατροφική αξία.
Ωστόσο, δεν μπορούμε να θεωρούμε ότι κάθε αγουρέλαιο έχει οπωσδήποτε περισσότερες φαινόλες και περισσότερα οφέλη από κάθε ελαιόλαδο μεταγενέστερης συγκομιδής. Παίζουν ρόλο η ποικιλία, οι καλλιεργητικές συνθήκες, η υγεία του καρπού, η ελαιοποίηση και η συντήρηση. Η περιεκτικότητα σε φαινόλες επιβεβαιώνεται πάντα με σχετική χημική ανάλυση.
Ούτε το πράσινο χρώμα ούτε η λέξη «αγουρέλαιο» αρκούν για να τεκμηριώσουν έναν ισχυρισμό υγείας. Επιπλέον, η διατροφική αξία του εξαιρετικού παρθένου ελαιολάδου δεν περιορίζεται αποκλειστικά στις φαινόλες του. Συνδέεται και με τη συνολική του σύνθεση (π.χ. προφίλ λιπαρών οξέων) και τη θέση του μέσα στη διατροφή μας.
Ένα ποιοτικό εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο πρώιμης συγκομιδής με υψηλή περιεκτικότητα σε φαινολικές ενώσεις αποτελεί μια πολύτιμη διατροφική επιλογή. Το ουσιαστικό, όμως, είναι να γνωρίζουμε τα πραγματικά χαρακτηριστικά του συγκεκριμένου προϊόντος, αντί να αποδίδουμε τις ίδιες ιδιότητες σε όλα τα ελαιόλαδα που κυκλοφορούν με αυτή την ονομασία.
Γιατί δεν διατηρεί αναλλοίωτα τα χαρακτηριστικά του όλο τον χρόνο
Το ελαιόλαδο μεταβάλλεται από τη στιγμή της παραγωγής του. Οι αρωματικές ενώσεις εξελίσσονται, οι φαινολικές ενώσεις υφίστανται μετασχηματισμούς και η οξείδωση προχωρά με ταχύτητα που εξαρτάται από τη σύνθεση και τη συντήρησή του.
Το έντονο φρουτώδες των πρώτων εβδομάδων μπορεί σταδιακά να υποχωρήσει, ενώ το πικρό και το πικάντικο συχνά γίνονται ηπιότερα. Το φως, η θερμότητα και το οξυγόνο επιταχύνουν την απώλεια ποιότητας.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε αγουρέλαιο χαλάει σε δύο ή τρεις μήνες. Ένα σωστά παραγμένο και αποθηκευμένο ελαιόλαδο πρώιμης συγκομιδής μπορεί να διατηρήσει την κατηγορία του εξαιρετικού παρθένου για πολλούς μήνες. Δεν μπορούμε, όμως, να περιμένουμε ότι θα έχει ακριβώς την ίδια αρωματική ένταση μέχρι την επόμενη συγκομιδή.
Η προέλευση από πρώιμη συγκομιδή παραμένει γεγονός. Η οργανοληπτική φρεσκάδα, αντίθετα, εξελίσσεται. Και η απώλεια μέρους της αρχικής έντασης δεν ταυτίζεται αυτομάτως με την εμφάνιση ελαττωμάτων ή την απώλεια της ποιοτικής κατηγορίας.
Γιατί αξίζει να το απολαμβάνουμε φρέσκο
Για να αξιοποιήσουμε την αρχική αρωματική ένταση και τον φαινολικό του πλούτο, αξίζει να εντάσσουμε το ελαιόλαδο πρώιμης συγκομιδής στην καθημερινή διατροφή όσο είναι φρέσκο, αντί να το φυλάμε για κάποια ιδιαίτερη περίσταση.
Κατά την αποθήκευση, οι φαινολικές ενώσεις μετασχηματίζονται και η συνολική περιεκτικότητά τους συνήθως μειώνεται. Η συμπεριφορά κάθε επιμέρους ένωσης μπορεί να διαφέρει, ενώ η ταχύτητα αυτών των αλλαγών εξαρτάται από το ίδιο το ελαιόλαδο και τις συνθήκες διατήρησής του. Η μείωση των φαινολικών ενώσεων μπορεί να περιορίζει μέρος της αρχικής αντιοξειδωτικής του αξίας. Δεν σημαίνει, όμως, ότι μετά από λίγους μήνες το ελαιόλαδο χάνει όλες τις φαινόλες ή όλα τα οφέλη του για την υγεία.
Η σύσταση να το καταναλώνουμε φρέσκο δεν αποτελεί λόγο βιαστικής ή υπερβολικής κατανάλωσης. Σημαίνει να αγοράζουμε ποσότητες που ανταποκρίνονται στις ανάγκες μας, να το χρησιμοποιούμε συστηματικά και να το διατηρούμε σωστά. Ιδιαίτερα όταν είναι αφιλτράριστο, η σύντομη κατανάλωση αποκτά μεγαλύτερη σημασία.
Αφιλτράριστο δεν σημαίνει ανώτερο
Το φρεσκοπαραγόμενο ελαιόλαδο μπορεί να είναι θολό επειδή περιέχει μικροσκοπικά σταγονίδια νερού και αιωρούμενα στερεά υπολείμματα του ελαιοκάρπου. Η εμφάνιση αυτή συχνά συνδέεται με την εικόνα του «ανόθευτου» και του περισσότερο θρεπτικού προϊόντος, χωρίς να αποτελεί απόδειξη τέτοιων ιδιοτήτων.
Το αφιλτράριστο ελαιόλαδο μπορεί αρχικά να έχει εξαιρετικά χαρακτηριστικά. Ωστόσο, η υπολειμματική υγρασία και τα στερεά σωματίδια μπορούν να ευνοήσουν ενζυμικές και μικροβιακές διεργασίες που υποβαθμίζουν την ποιότητά του κατά την αποθήκευση. Με τον χρόνο, μέρος των στερεών κατακάθεται στον πυθμένα. Η παρατεταμένη επαφή με αυτό το ίζημα μπορεί να οδηγήσει στην εμφάνιση δυσάρεστων οσμών και γεύσεων, όπως το ελάττωμα της «μούργας». Η αλλοίωση μπορεί να εμφανιστεί γρήγορα σε ορισμένα προϊόντα, χωρίς να υπάρχει ένας κοινός ασφαλής χρόνος διατήρησης για όλα τα αφιλτράριστα ελαιόλαδα.
Η φυσική καθίζηση και η μετάγγιση απομακρύνουν μέρος των υπολειμμάτων, αλλά δεν εξασφαλίζουν πάντα την ίδια απομάκρυνση υγρασίας και λεπτών σωματιδίων με ένα κατάλληλο φιλτράρισμα. Επομένως, αν επιλέγουμε αφιλτράριστο ελαιόλαδο, χρειάζεται να το προορίζουμε για σύντομη κατανάλωση.
Το φιλτράρισμα είναι φυσική διαδικασία απομάκρυνσης της υπολειμματικής υγρασίας και των αιωρούμενων στερεών. Δεν είναι εξευγενισμός ούτε χημική επεξεργασία. Όταν εφαρμόζεται σωστά, συμβάλλει στη σταθερότητα του προϊόντος. Ανάλογα με τη μέθοδο και το ίδιο το ελαιόλαδο, μπορεί να επηρεάσει επιμέρους συστατικά και αισθητηριακά χαρακτηριστικά. Αυτό δεν δικαιολογεί τον ισχυρισμό ότι αφαιρεί «όλες τις πολύτιμες ουσίες».
Ένα διαυγές, φιλτραρισμένο ελαιόλαδο μπορεί να είναι απολύτως φρέσκο, ιδιαίτερα αρωματικό και πλούσιο σε φαινολικές ενώσεις. Η διαύγεια δεν σημαίνει απουσία θρεπτικής αξίας, όπως η θολότητα δεν εγγυάται ανώτερη ποιότητα. Το κατάλληλο φιλτράρισμα αποτελεί μια ουσιαστική παρέμβαση προστασίας, που βοηθά να διατηρηθούν τα χαρακτηριστικά για τα οποία εργάστηκε ο παραγωγός στον ελαιώνα και στο ελαιοτριβείο.
Πώς επιλέγουμε και συντηρούμε τη νέα σοδειά
Αναζητούμε τη σαφή αναγραφή της κατηγορίας «εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο», αξιόπιστη προέλευση και ενημέρωση για την ελαιοκομική περίοδο. Η ημερομηνία εμφιάλωσης δεν ταυτίζεται υποχρεωτικά με την ημερομηνία παραγωγής, ενώ η ημερομηνία ελάχιστης διατηρησιμότητας δεν υπόσχεται αμετάβλητα αρώματα μέχρι τότε.
Προτιμάμε συσκευασίες που προστατεύουν από το φως και ποσότητες ανάλογες με την κατανάλωσή μας. Διατηρούμε το δοχείο καλά κλεισμένο, σε δροσερό και σκοτεινό σημείο, μακριά από τις εστίες μαγειρέματος και τον ήλιο. Αποφεύγουμε να αφήνουμε το ελαιόλαδο εκτεθειμένο σε ανοιχτά δοχεία ή σε διαφανείς φιάλες πάνω στον πάγκο της κουζίνας.
Μετά το άνοιγμα, η επαφή με το οξυγόνο αυξάνεται με κάθε χρήση. Γι’ αυτό οι μικρότερες συσκευασίες μπορούν να είναι πρακτικότερες όταν η κατανάλωση είναι περιορισμένη. Αν επιλέξουμε αφιλτράριστο, δίνουμε ακόμη μεγαλύτερη προσοχή στον χρόνο και στις συνθήκες διατήρησης.
Το ελαιόλαδο πρώιμης συγκομιδής μπορεί να προσφέρει μια εξαιρετική γευστική εμπειρία. Η αξία του, όμως, βρίσκεται στην πραγματική ποιότητά του: στον υγιή καρπό, στη σωστή παραγωγή, στην έντονη γεύση του και στην προσεκτική συντήρησή του. Η λέξη «αγουρέλαιο» περιγράφει την αρχή αυτής της ιστορίας· δεν εγγυάται από μόνη της το αποτέλεσμά της.
Για εμένα, η επιτομή του γκουρμέ είναι μια φέτα φρέσκο προζυμένιο ψωμί, βουτηγμένη σε φρέσκο εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο πρώιμης συγκομιδής. Η τραγανή κόρα, η ελαφριά οξύτητα του ψωμιού, τα πράσινα αρώματα του ελαιολάδου, το πικρό που απλώνεται στο στόμα και εκείνο το πικάντικο τελείωμα στον λαιμό συνθέτουν μια απόλαυση που δεν χρειάζεται τίποτε περισσότερο.
Το άρωμα και η γεύση του ξυπνούν μνήμες από την παιδική μου ηλικία στη Μεσσηνία. Αρκεί μια μπουκιά για να επιστρέψω σε εκείνη την απλή, αβίαστη χαρά του ψωμιού με φρέσκο ελαιόλαδο. Την ίδια στιγμή, μέσα από τα ελαιόλαδα νέας συγκομιδής που δοκιμάζω από όλο τον κόσμο, η ίδια εμπειρία γίνεται αφορμή για μια βόλτα σε κάθε ελαιοπαραγωγική γωνιά του πλανήτη!
Κάθε ποικιλία, κάθε τόπος και κάθε συγκομιδή φέρνουν κάτι διαφορετικό στο ποτήρι μου: μια μυρωδιά φύλλων, μια νότα πράσινου αμυγδάλου, την ένταση της αγκινάρας ή τη φρεσκάδα της ντομάτας. Και σε κάθε δοκιμή ανακαλύπτω κάτι από τον τόπο που το γέννησε και το μεράκι των ανθρώπων που το δημιούργησαν.Έτσι, μια φέτα προζυμένιο ψωμί βουτηγμένη σε φρέσκο ελαιόλαδο ενώνει για μένα το πιο οικείο με το πιο μακρινό, την παιδική μου ηλικία με τους ελαιώνες του κόσμου.
Διάβασε ακόμα: