Κλείνοντας τις πόρτες του πριν δυο χρόνια το Artisanal, μας άφησε μια πικρή επίγευση γιατί ήταν ένα από τα μαγαζιά των βορείων προαστίων που είχαμε αγαπήσει πολύ μέσα στα 10 χρόνια της επιτυχημένης πορείας του. Οπότε τώρα που άνοιξε ξανά με νέο ιδιοκτησιακό καθεστώς, νέο πρόσωπο και κουζίνα, σπεύσαμε να το δοκιμάσουμε με ενθουσιασμό.
Παρασκευή βράδυ περάσαμε την πόρτα του νέου Artisanal και αντικρίσαμε ένα μαγαζί «του κουτιού» κι εντελώς διαφορετικό απ' ό,τι θυμόμασταν.
Η πρώτη εντύπωση
Η πανέμορφη orangerie, φτιαγμένη από μαύρο μέταλλο και τζάμι, τους καλοκαιρινούς μήνες το ταβάνι της και όλη την αριστερή πλευρά της ανοίγουν και γίνονται ένα με τον ανακαινισμένο κήπο, τον ουρανό και την πέργκολα που ντύνεται ολόκληρη με καταπράσινες φυλλωσιές. Ξύλινη επένδυση, κρυφοί φωτισμοί και καναπές κατά μήκος όλου του αριστερού τοίχου, στο βάθος ένα ήσυχο μπαρ με πορτοκαλί πρόσοψη. Στρογγυλά, καρέ ή μακρόστενα τραπέζια στρωμένα με μπεζ τραπεζομάντιλα.
Το μπεζ επαναλαμβάνεται στο πάτωμα και στην ταπετσαρία των άνετων καθισμάτων, μαύρα φωτιστικά με λευκό γυαλί ρίχνουν ένα γλυκό φως παντού. Γενικά, ο χώρος είναι ευχάριστος, φωτεινός και λιτός δίχως έντονα χρώματα. Χρώμα δίνουν μόνο τα λουλούδια στα χαμηλά βάζα που στολίζουν τα τραπέζια.
Προς το παρόν, αυτός είναι ο μόνος διαθέσιμος για το κοινό χώρος, μέχρι να ζεστάνει ο καιρός για να μπορείς να καθίσεις και έξω. Οσονούπω βέβαια θα ανοίξει και η πάνω αίθουσα όπου θα λειτουργεί το κυρίως εστιατόριο, ενώ ο χώρος της orangerie θα αλλάξει λίγο, θα αποκτήσει ψηλά stools προς την πλευρά του κήπου για να γίνει η casual επιλογή για ένα ποτό ή ένα ποτήρι κρασί, με κάτι ελαφρύ στο πιάτο ή ένα πλατό τυριών.
Εδώ συναντάμε τον εξαιρετικό Γιάννη Παρίκο στον διπλό ρόλο του σεφ-πατρόν που τελευταία τον έχει φορέσει για τα καλά αν θυμηθούμε το παριανό SeaRocks και το Κedroς της Πάρου και της Λυκόβρυσης. Δίπλα του στην κουζίνα ο καλός συνεργάτης του Κώστας Τερζούδης.
Εδώ ο Γιάννης έχει φτιάξει ένα μενού που βασίζεται στη μεσογειακή κουζίνα το οποίο με το ένα πόδι πατάει στο fine και το άλλο στο comfort, χρησιμοποιώντας καλή ελληνική πρώτη ύλη ως επί το πλείστον.
Τι δοκιμάσαμε
Το καλωσόρισμα ήταν ζυμωτό ψωμάκι που μας σέρβιραν ζεστό με ένα δικό τους βούτυρο αρωματισμένο με λεμόνι και θυμάρι κι ένα εκπληκτικό εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο αρτυσμένο με θυμάρι και μπούκοβο.
Το κρασί που μας πρότεινε ο σομελιέ Βλάσης Θεοδωρακόπουλος πέτυχε διάνα τα γούστα όλων μας και ήταν μια ευχάριστη νότα που μας συνόδευσε σε όλο το δείπνο.
Ξεκινήσαμε με ένα απολαυστικό ταρτάρ μόσχου, εμπλουτισμένο με ντούγια (nduja) - ένα ιδιαίτερο ιταλικό και πικάντικο αλλαντικό που φτιάχνεται από περισσεύματα κομματιών του χοίρου, που προορίζεται για προσούτο ή βραστό ζαμπόν - και πίκλα μουστάρδας. Στο κέντρο του φιλοξενεί ένα παστεριωμένο κρόκο αυγού τηγανισμένο μέσα σε τραγανή κρούστα, που πρέπει να σπάσεις για να χυθεί έξω η πορτοκαλί καρδιά του, πριν το απολαύσεις. Στολίζεται με φύλλα μουστάρδας και συνοδεύεται από μεγάλα τσιπς πατάτας, για να το πιάνεις και να το χαίρεσαι με την ψυχή σου.
Από τη στεριά βρεθήκαμε στη θάλασσα, με χτένια που μας σέρβιραν μέσα στο κέλυφός τους και πάνω σε πουρέ παστινάκι. Βελούδινα τα χτένια κάτω από την τραγανή κρούστα από προσούτο και μαντζουράνα, λιώνουν στο στόμα κι εσύ μαζί τους.
Συνεχίσαμε με μια αλλιώτικη και άκρως πληθωρική λαχανοσαλάτα από ψητά φύλλα λάχανου, πασπαλισμένα με τραγανό προσούτο, κυανό (μπλε τυρί από τη Θεσσαλονίκη), φλέικς φρέσκιας τρούφας, φύλλα μουστάρδας και πίκλα μουστάρδας.
Το ριζότο πατάτας ή πατατότο, όπως μας το περιέγραψε ο Γιάννης, είναι ένα πιάτο που θα χαρακτήριζα εκμαυλιστικό. Άκου πώς φτιάχνεται: τα μικρούτσικα ζαράκια της πατάτας μαγειρεύονται με την τεχνική του ριζότο πριν πέσουν στο πιάτο. Στο κέντρο του προσθέτουν μια κροκέτα από σιγομαγειρεμένη ουρά μόσχου. Συμπληρώνεται με τη σάλτσα του κρέατος και πασπαλίζεται με φλέικς παρμεζάνας, τρούφας και φύλλα μυρωνιών. Για να τη φας πρέπει να σπάσεις πρώτα την τυρένια κρούστα της και να ανακατέψεις το κρέας με το πατατότο. Το umami περνά από τη γλώσσα, σημαδεύει εγκέφαλο κι ο νοών νοείτο.
Τα tagliolini λεμονιού με φρέσκο καβούρι, τσίλι και βασιλικό είναι ένα θεσπέσιο θαλασσινό πιάτο. Της θάλασσας και το χριστόψαρο, τη συγκεκριμένη μέρα μάς το σέρβιραν με τοπιναμπούρ (αγκινάρα Ιερουσαλήμ) σε μορφή τσιπς και πουρέ και μπρεζέ άγριων μανιταριών (κανθαρέλες και τρομπέτες).
Ολοκληρώσαμε με αρνάκι. Στο πιάτο μας προσγειώθηκε σπάλα σιγομαγειρεμένη για 12 ώρες. Είχε παρέα της ένα σαντουιτσάκι από λαιμό αρνιού μπρεζέ, που είχε γίνει ίνες πριν πάρει τη θέση του ανάμεσα σε τρία τραγανά φύλλα. Συνοδευόταν από πουρέ σέλερι και μήλου, ένα καμένο πράσινο κρεμμυδάκι και τον πυκνό κρεατένιο ζωμό του αρνιού.
Για γλυκό πάντα βρίσκεις χώρο…
Ειδικά όταν πρόκειται για την μηλόπιτα του Γιάννη. Το καλαθάκι της τάρτας ήταν φτιαγμένο από άκρως τραγανά φύλλα κρούστας και είχε γεμιστεί με ζουμερά και πολύ αρωματικά μαγειρεμένα μήλα. Παγωτό βανίλια από πάνω και καραμέλα μάνγκο στο τελείωμα.
Το δεύτερο γλυκό συνδύαζε το πράσινο φιστίκι με ροζ τριαντάφυλλο. Ζουμερό financier στη βάση, μια γενναία στρώση από ψημένη πάστα φιστικού από πάνω κι ένα τραγανό φύλλο στο τελείωμα, αλειμμένο με μαρμελάδα τριαντάφυλλο. Με παγωτό τριαντάφυλλο ολοκληρώθηκε και η παρουσίασή του στο πιάτο.
Πραγματικά, ήταν ένα από τα καλύτερα γεύματα που δοκίμασα τελευταία!
Να προσθέσω πως τα μεσημέρια της Κυριακής το μενού του Artisanal παίρνει πιο οικογενειακό ύφος και σερβίρει φαγητά που εναλλάσσονται και σερβίρονται σε μεγάλη πιατέλα, για να τα μοιραστεί όλη η οικογένεια.
Το σέρβις
Το προσωπικό στέκεται πάνω σου σαν μια χαλαρή αγκαλιά που καθόλου δεν σε πιέζει. Είναι εκεί για να σε ενημερώσει, να σε καθοδηγήσει, να σου εξηγήσει το κάθε τι που θα χρειαστείς. Στη δική μας περίπτωση είχε άρωμα γυναίκας. Η Κωνσταντίνα ήταν δίπλα μας όποτε χρειαζόταν. Με χαμόγελο, ευγένεια και λεβεντιά.
Το Αrtisanal δεν είναι πλέον το all day που ξέραμε, είναι καθαρόαιμο εστιατόριο και προς το παρόν, τα μόνα μεσημέρια που είναι ανοιχτό είναι αυτά των Κυριακών.
Artisanal
Ζηρίνη 2, Κηφισιά
Τηλέφωνο: 210-80.86.111
Ωράριο Λειτουργίας: Τρίτη-Σάββατο 18:00-00:00, Κυριακή 13:00-18:00, Δευτέρα κλειστά
Κόστος: 50-60 ευρώ / άτομο χωρίς κρασί