με μια ματιά toggle
  • Η σχέση με το φαγητό χτίζεται από νωρίς: Οι πρώτες γευστικές εμπειρίες και οι συνήθειες των πρώτων χρόνων ζωής επηρεάζουν τις διατροφικές προτιμήσεις και τη στάση μας απέναντι στο φαγητό.
  • Τα παιδιά μαθαίνουν κυρίως από το παράδειγμα: Η πίεση να αδειάσουν το πιάτο, η χρήση του γλυκού ως ανταμοιβή και οι χαρακτηρισμοί «καλές» ή «κακές» τροφές μπορούν να επηρεάσουν τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται το φαγητό και το σώμα τους.
  • Ο στόχος είναι μια ήρεμη σχέση με το φαγητό: Οι γονείς προσφέρουν ποικιλία χωρίς πίεση, αφήνουν το παιδί να ακούει τα σήματα πείνας και κορεσμού και αποφεύγουν τις ενοχές γύρω από το φαγητό και το σώμα.

«Φάε τουλάχιστον δύο μπουκιές», «Τελείωσε το πιάτο σου, υπάρχουν παιδιά που πεινάνε», «Αν φας τα λαχανικά, θα σου δώσω γλυκό», «Δεν σηκώνεσαι από το τραπέζι μέχρι να τελειώσεις», είναι μόνο μερικές από τις φράσεις που σίγουρα είχες ακούσει ως παιδί. Ίσως, τις λες τώρα και στα δικά σου παιδιά, χωρίς να το σκέφτεσαι. Είναι φράσεις που ειπώθηκαν με τα καλύτερα κίνητρα του κόσμου από γονείς, γιαγιάδες, θείες που αγαπούσαν και ήθελαν το καλύτερο για τα παιδιά τους.

Και όμως, η επιστήμη δείχνει σήμερα κάτι απροσδόκητο: πολλές από αυτές τις καλοπροαίρετες συνήθειες είναι ακριβώς οι λόγοι για τους οποίους οι ενήλικες έχουν τόσο περίπλοκη σχέση με το φαγητό. Οι λιγούρες, οι ενοχές, οι δίαιτες, οι υπερβολές και όλα μπορεί να έχουν τις ρίζες τους σε ένα τραπέζι που κάθισες όταν ήσουν 7 χρονών.

Πότε αρχίζει πραγματικά η σχέση με το φαγητό;

Πριν καν γεννηθεί ένα παιδί, έχει ήδη αρχίσει να «γεύεται» τον κόσμο. Το αμνιακό υγρό αλλάζει γεύση ανάλογα με το τι τρώει η μητέρα. Ένα έμβρυο που «γεύεται» καρότο, σκόρδο, βασιλικό, θα αναγνωρίσει αυτές τις γεύσεις αργότερα και θα τις προτιμήσει.

Το ίδιο συμβαίνει και με το μητρικό γάλα. Είναι, με μια έννοια, μια συνεχής γεύση της κουζίνας της μητέρας. Μαμάδες που τρώνε μεσογειακά, ποικίλα, φρέσκα φρούτα και λαχανικά, δίνουν στο παιδί τους ένα προβάδισμα. Όχι μόνο σε θρεπτικά συστατικά, αλλά σε γεύσεις.

Έρευνες αποκαλύπτουν ότι τις πρώτες 1.000 ημέρες της ζωής, από τη σύλληψη μέχρι 2 ετών είναι το πιο κρίσιμο «παράθυρο». Ό,τι μαθαίνει το παιδί να δέχεται τότε, θα το ακολουθεί ως προτίμηση για δεκαετίες. Μετά τα δύο χρόνια, το γνωστό «neophobia», ο φόβος του καινούριου φαγητού, κάνει την εισαγωγή νέων γεύσεων πολύ πιο δύσκολη. Δεν είναι, όμως, ποτέ αργά. Απλά, όσο πιο νωρίς, τόσο πιο εύκολα.

Τι μαθαίνουν τα παιδιά χωρίς να τους λέμε τίποτα

Τα παιδιά δεν μαθαίνουν από τις οδηγίες σου. Μαθαίνουν από αυτό που βλέπουν. Και σε κανένα άλλο κομμάτι της ζωής δεν είναι αυτό πιο αληθινό όσο στη διατροφή.

Ένα παιδί που βλέπει τη μαμά του να λέει «Ουφ, πάχυνα, δεν πρέπει να φάω αυτό», μαθαίνει ότι το φαγητό είναι κάτι επικίνδυνο. Ένα παιδί που ακούει τον μπαμπά του να αναρωτιέται «Πόσες θερμίδες έχει αυτό;», μαθαίνει ότι το φαγητό είναι αριθμοί, όχι απόλαυση. Ένα παιδί που βλέπει τους γονείς του να τρώνε τηγανητά και έτοιμα φαγητά, ενώ του ζητούν να φάει σαλάτα, μαθαίνει ότι οι κανόνες δεν είναι για όλους.

Από την άλλη, ένα παιδί που κάθεται σε ένα τραπέζι όπου όλη η οικογένεια συζητά χωρίς κινητά, γελά, μοιράζεται φαγητό και εμπειρίες, μαθαίνει κάτι πολύ πιο σημαντικό από θρεπτικά συστατικά, ότι το φαγητό είναι σύνδεση και αγάπη. Αυτό είναι μάθημα που θα το κουβαλάει για μια ολόκληρη ζωή.

Τα λάθη που κάνεις από αγάπη

Οι περισσότεροι γονείς, όχι από άγνοια αλλά από ανησυχία, κάνουν λάθη. Θέλεις το παιδί να φάει καλά, να μη μείνει νηστικό, να πάρει τα θρεπτικά συστατικά που χρειάζεται και μέσα σε αυτή την αγωνία, κάνεις πράγματα που, χωρίς να το αντιλαμβάνεσαι, δουλεύουν εναντίον σου. 

«Τελείωσε το πιάτο σου», αυτή η φράση, τόσο συνηθισμένη και τόσο καλοπροαίρετη, διδάσκει στο παιδί κάτι πολύ επικίνδυνο: να αγνοεί το σώμα του. Ένα παιδί γεννιέται με μια εξαιρετική ικανότητα, η οποία είναι να αναγνωρίζει πότε πεινάει και πότε είναι χορτάτο. Είναι ένας από τους πιο ακριβείς μηχανισμούς επιβίωσης που διαθέτει. Όταν το αναγκάζεις να φάει πέρα από τον κορεσμό - γιατί το πιάτο πρέπει να τελειώσει - του λες ουσιαστικά ότι «το σήμα του σώματός σου δεν έχει σημασία. Άκουσε εμένα, όχι εσένα».

Και αυτό το παιδί, ως ενήλικας, δεν θα ξέρει πια πότε είναι χορτάτος. Θα τρώει μέχρι να αδειάσει το πιάτο, όχι μέχρι να νιώσει κορεσμό. Αυτή είναι η πιο βαθιά ρίζα της υπερκατανάλωσης και εξηγεί γιατί οι δίαιτες σχεδόν πάντα αποτυγχάνουν. Ο μηχανισμός αναγνώρισης έχει σπάσει από τα 8.

Το φαγητό ως ανταμοιβή ή τιμωρία

Παιδικές διατροφικές συνήθειες

«Αν φας τα μπρόκολα, θα σου δώσω παγωτό», ακούγεται λογικό, αλλά στην ουσία είναι ένα από τα πιο υπονομευτικά μηνύματα που μπορείς να δώσεις. Αυτό που πραγματικά διδάσκεις είναι ότι το μπρόκολο είναι δυσάρεστο και το παγωτό αποτελεί το πραγματικό δώρο. Ενισχύεις έτσι ακριβώς την αντίληψη που θέλεις να αποφύγεις. Το παιδί μεγαλώνει βλέποντας τα «υγιεινά» ως αγγαρεία και τα «ανθυγιεινά» ως ανταμοιβή και αυτή η εξίσωση μπορεί να μείνει για πάντα.

Το ίδιο, με αντίστροφο σημάδι, ισχύει και για το φαγητό ως τιμωρία. Το να στερείς γεύμα από ένα παιδί που φέρθηκε άσχημα, ή να το στέλνεις στο δωμάτιό του χωρίς επιδόρπιο, φορτίζει το φαγητό συναισθηματικά με τρόπους που δεν φαντάζεσαι. 

Οι «καλές» και οι «κακές» τροφές

Οι φράσεις όπως «Αυτό είναι κακό για σένα» και «Αυτό είναι υγιεινό» είναι απλές και εύκολες κατηγοριοποιήσεις, αλλά είναι λάθος. Καμία τροφή, από μόνη της, δεν είναι «κακή». Ένα κομμάτι τούρτα στα γενέθλια δεν είναι κακό, όπως και ένα παγωτό στη θάλασσα. Το πρόβλημα δημιουργείται όταν αυτές οι τροφές γίνονται καθημερινότητα, ή όταν συνοδεύονται από τόσες ενοχές που το παιδί μεγαλώνει με έντονο άγχος γύρω από το φαγητό.

Το «απαγορευμένο φρούτο», είναι πάντα το πιο ελκυστικό. Παιδιά που μεγαλώνουν με τη ζάχαρη ως «τέρας», συχνά, μόλις μεγαλώσουν και έχουν αυτονομία, την καταναλώνουν υπέρμετρα, γιατί ποτέ δεν έμαθαν να την αντιμετωπίζουν φυσιολογικά.

Πώς όλα αυτά σε ακολουθούν στην ενήλικη ζωή

Οι εμπειρίες αυτές δεν μένουν παιδικές. Γίνονται εσωτερικές φωνές που σε συνοδεύουν όλη σου τη ζωή.

  • Emotional eating: «Μη κλαις, έλα να σου δώσω ένα γλυκό». Πόσες φορές το άκουσες; Και ως ενήλικας, όταν στεναχωριέσαι, ανοίγεις το ψυγείο, όχι από πείνα, αλλά από μια βαθιά ριζωμένη σύνδεση συναισθήματος και τροφής.
  • Το βάρος ως ταυτότητα: «Έφαγες πάλι πολύ, ζυγίσου». Ένα παιδί που ζυγίζεται τακτικά, που ακούει σχόλια για το σώμα του, μαθαίνει από νωρίς να ταυτίζεται με τα κιλά του. Αυτή είναι η πιο σκληρή σχέση που μπορεί να χτίσει κανείς με τον εαυτό του.
  • Ενοχές και κύκλοι δίαιτας: «Δεν θα φάω τίποτα μέχρι το βράδυ, θα το κάψω αύριο στο γυμναστήριο». Ενήλικες που έμαθαν να βλέπουν το φαγητό ως αμαρτία και τη σωματική άσκηση ως τιμωρία, ζουν σε έναν διαρκή κύκλο περιορισμού και «κατάχρησης», χωρίς ποτέ να βρίσκουν ισορροπία.
  • Δυσκολία στον κορεσμό: Άτομα που μεγάλωσαν με το «τελείωσε το πιάτο σου», ως ενήλικες συχνά δεν αναγνωρίζουν πότε είναι χορτάτοι και τρώνε συστηματικά περισσότερο από όσο χρειάζεται το σώμα τους.
  • Διατροφικές διαταραχές: Στις πιο ακραίες περιπτώσεις, οι πρώιμες εμπειρίες με το φαγητό συνδέονται με ανορεξία, βουλιμία, ορθορεξία. Δεν είναι πάντα η μόνη αιτία, αλλά είναι συχνά ένας από τους παράγοντες. 

Τι μπορείς να κάνεις διαφορετικά

Παιδικές διατροφικές συνήθειες

Η καλή είδηση είναι ότι υπάρχει μια εναλλακτική προσέγγιση. 

Ο κανόνας είναι απλός: ο γονιός αποφασίζει τι, πότε και πού θα φάει το παιδί. Το παιδί αποφασίζει αν και πόσο. Τίποτα άλλο. Καμία πίεση, καμία διαπραγμάτευση, καμία ανταμοιβή. Απλά προσφέρεις καλό φαγητό, σε λογικές ώρες, σε ήσυχο περιβάλλον και εμπιστεύεσαι το σώμα του παιδιού να κάνει τη δουλειά του.

Πιο συγκεκριμένα:

  • Πρόσφερε ποικιλία, χωρίς πίεση. Ένα παιδί μπορεί να χρειαστεί να δει ένα νέο φαγητό 10-15 φορές πριν το δεχτεί. Δεν πειράζει αν δεν το φάει την πρώτη φορά. Ούτε τη δεύτερη. Απλά συνεχίζεις να το προσφέρεις, χωρίς σχόλια.
  • Τρως μαζί του, όπου γίνεται. Το οικογενειακό γεύμα είναι από τους ισχυρότερους προγνωστικούς παράγοντες υγιούς σχέσης με το φαγητό και ψυχικής ευεξίας γενικότερα.
  • Αφήνεις το παιδί να σταματήσει όταν είναι χορτάτο. Ακόμη και αν έχει φάει «λίγο». Ακόμη και αν είναι κάτι που σου φαίνεται περίεργο, το σώμα του ξέρει.
  • Δεν μιλάς άσχημα για το σώμα. Ούτε για το δικό σου, ούτε για των άλλων, ούτε για του παιδιού. Ιδίως όχι μπροστά τους.
  • Δεν ταξινομείς τις τροφές ως «καλές» και «κακές». Απλά τρόφιμα, άλλα πιο θρεπτικά και άλλα λιγότερο. Όλα έχουν θέση σε μια ισορροπημένη ζωή.
  • Μαγειρέψτε μαζί, όποτε γίνεται. Τα παιδιά που βοηθούν στην κουζίνα, τρώνε καλύτερα, δοκιμάζουν πιο εύκολα νέα φαγητά, και χτίζουν μια πιο ζωντανή σχέση με αυτό που καταναλώνουν.

Η γενετική παίζει τεράστιο ρόλο 

Ακόμη και όταν τα εφαρμόζεις όλα αυτά τέλεια, θα παρατηρήσεις ότι κάθε παιδί είναι διαφορετικό. Ένα από τα δύο σου παιδιά θα λατρεύει τα λαχανικά, το άλλο θα τα απεχθάνεται. Το ένα θα προτιμά το γλυκό, το άλλο το αλμυρό. Και αυτό, δεν είναι θέμα ανατροφής.

Η γενετική παίζει τεράστιο ρόλο στις γευστικές προτιμήσεις. Υπάρχουν παιδιά που είναι «super-tasters», έχουν κληρονομήσει μια γονιδιακή παραλλαγή που τα κάνει να αντιλαμβάνονται τη γεύση, ειδικά την πικρή, πολύ πιο έντονα από τα άλλα παιδιά. Αυτά τα παιδιά συχνά αρνούνται μπρόκολο, λάχανο, σπανάκι, όχι από ιδιοτροπία, αλλά γιατί κυριολεκτικά τη γεύονται εντονότερα. Το ίδιο μπρόκολο για ένα άλλο παιδί έχει ήπια, ουδέτερη γεύση.

Άλλα παιδιά έχουν αυξημένη ευαισθησία στη γλυκύτητα, οπότε ένα φυσιολογικό επιδόρπιο τους φαίνεται υπερβολικά γλυκό. Άλλα έχουν προτίμηση στο λιπαρό και άλλα, γενετικά αναπτύσσουν πιο αργά την ανοχή σε συγκεκριμένες υφές. Δεν είναι λοιπόν όλα θέμα ανατροφής. Και δεν είναι λόγος να νιώθεις ενοχές αν το παιδί σου διαφέρει. Απλά είναι κάτι που πρέπει να το γνωρίζεις, για να μην μπερδεύεις τη γενετική με τη «δύστροπη» συμπεριφορά.

Σήμερα, ένα γενετικό τεστ μπορεί να σου πει πολλά και για τη διατροφική «ταυτότητα» του παιδιού: από τη γευστική αντίληψη μέχρι την ανοχή στη λακτόζη, τον μεταβολισμό της καφεΐνης, την προδιάθεση για ευαισθησία στη γλουτένη ή για αυξημένη χοληστερίνη. Αυτές οι πληροφορίες μπορούν να βοηθήσουν έναν γονιό να καταλάβει το παιδί του, χωρίς να το πιέζει άσκοπα.

Το σημαντικό

Η σχέση με το φαγητό δεν είναι απλά σχέση με θρεπτικά συστατικά. Είναι σχέση με τον εαυτό σου, με το σώμα σου, με το πώς αναγνωρίζεις τις ανάγκες σου. Αυτό που χτίζεις στο τραπέζι της κουζίνας όταν το παιδί σου είναι 5 ή 7 ετών, θα το ακολουθεί όταν θα είναι 30 και 50.

Το καλύτερο δώρο που μπορείς να του δώσεις είναι να μεγαλώσει με μια ήσυχη, χαρούμενη, χωρίς άγχος σχέση με το φαγητό. Να ξέρει πότε πεινάει και πότε είναι χορτάτο. Να απολαμβάνει ένα πιάτο χωρίς να μετράει θερμίδες και να μη νιώθει ενοχή για ένα παγωτό.

Αυτό είναι πραγματική διατροφική αγωγή και ξεκινά από τους ίδιους τους γονείς, με την ήρεμη παρουσία στο τραπέζι, τα λόγια που θα πουν για το φαγητό και το παράδειγμα που ασυναίσθητα δίνουν κάθε μέρα. Γιατί τα παιδιά δεν θα θυμούνται τι έφαγαν, θα θυμούνται όμως σίγουρα πώς ένιωθαν όταν έτρωγαν. 

Διάβασε ακόμη: