Έφτασα γύρω στις 8 και μέχρι τις 9 το μαγαζί ήταν γεμάτο. Σήμερα, τα τραπέζια του Ειδικόν μοιράζονται άνθρωποι από όλες τις ηλικίες και τα βαλάντια, νεαρά αγόρια και κορίτσια, μεσήλικες, ηλικιωμένοι, γείτονες και πιστοί θαμώνες που ήρθαν από πιο μακριά, Έλληνες και ξένοι, φοιτητές κι επιχειρηματίες, άνθρωποι του μεροκάματου και των υψηλών εισοδημάτων. Όμως, εδώ μέσα όλοι είναι ίσοι, όλοι τους πριν μπουν αφήνουν τις έννοιες τους απ’ έξω. Όπως κι εγώ όταν πέρασα πρώτη φορά την πόρτα του 18 χρόνια πριν.
Κάποτε στον Πειραιά…
Ήταν μια Πέμπτη βράδυ και είχα πάει παρέα με το φωτογράφο μας. Το Ειδικόν ήταν το τελευταίο μαγαζί που έπρεπε να φωτογραφήσουμε, αφού την επόμενη κλείναμε το τεύχος Μαρτίου του περιοδικού που δούλευα τότε. Κι η πίεση της μέρας τόσο μεγάλη, που ξέχασα πως δεν ήταν μια οποιαδήποτε Πέμπτη, αλλά, βράδυ Τσικνοπέμπτης που ο κόσμος διασκεδάζει. Το βρήκαμε πάνω στη διασταύρωση της οδού Ψαρών με τη Σαλαμίνος, στο σημείο που ο Πειραιάς αγγίζει δειλά δειλά τη Δραπετσώνα και τα Ταμπούρια. Ολόφωτο μέσα κι έξω, έστεκε με τις τρεις φάτσες του επιβλητικό πάνω σε τσιμεντένιο βάθρο που προσέγγιζες από δυο σειρές σκαλάκια. Περιτριγυριζόταν από ψηλές τρίφυλλες πόρτες απ’ τις οποίες δραπέτευαν μουσικές κι η κεντρική ταμπέλα του το μαρτυρούσε περίτρανα: «Οινοπαντοπωπείο το Ειδικόν, Αρ. Παπακωνσταντίνου».
Από κάτω «Εδώδιμα Αποικιακά» και γύρω γύρω άλλες μικρότερες ταμπέλες: «τυριά», «ρετσίνα» και άλλα νόστιμα. Ανοίξαμε την πόρτα που έγραφε «Είσοδος» και μπήκαμε μέσα. Ένα μακρύ σαν γάμου τραπέζι καταλάμβανε το μεγαλύτερο μέρος του μαγαζιού. Τριγύρω του χαρούμενοι άνθρωποι τραγούδαγαν για μια συννεφιασμένη Κυριακή, κάποιος έπαιζε μπουζούκι, κάποιοι κιθάρα κι όλο το μαγαζί μια παρέα, μια ψυχή. Η ρετσίνα έρεε άφθονη, τα πιάτα με τους μεζέδες πηγαινοέρχονταν.
Όταν οι παρέες γράφουν ιστορία
Λίγο αργότερα θα μάθαινα πως ήταν η παρέα των Εκτελωνιστών που έχουν κάθε Τετάρτη τη jour fixe τους, όπου μαζεύονται από νωρίς, τρωγοπίνοντας μέχρι να πιάσουν τα όργανα και το τραγούδι. Με εξαίρεση την εβδομάδα της Τσικνοπέμπτης. Αντί για Τετάρτη μαζεύτηκαν Πέμπτη. Για μερικά δευτερόλεπτα θόλωσα, όλα έγιναν μεμιάς ασπρόμαυρα, σαν να βρέθηκα εν μέσω σκηνικού κάποιας παλιάς ελληνικής ταινίας.
Μόνο οι αποκριάτικες μάσκες, οι γιρλάντες και οι σερπαντίνες είχαν κρατήσει τα ζωηρά τους χρώματα. Ήμουν σίγουρη πως το σύμπαν έπαιζε μαζί μου και πως κάπου ανάμεσά τους κρυβόταν ο Χατζηχρήστος, ο Ρίζος, ο Αυλωνίτης και η Βασιλειάδου. Αντ’ αυτών, ο κύριος Αποστόλης, ο ιδιοκτήτης του μαγαζιού με πλησίασε επαναφέροντάς με στην πραγματικότητα. Του είχα τηλεφωνήσει νωρίτερα και μας περίμενε.
Το ντεκόρ
Κάναμε ό,τι χρειαζόταν να κάνουμε και φύγαμε γιατί στο μαγαζί δεν έπεφτε καρφίτσα. Πρόλαβα όμως να χαζέψω τα βυσσινιά και άσπρα τσιμεντοπλακάκια που σχημάτιζαν σκακιέρα στο πάτωμα, τις εκατοντάδες φωτογραφίες με επώνυμους κι ανώνυμους στους τοίχους, τα κομπολόγια, τα ρολόγια, τους καθρέφτες και τα λογιών λογιών μπιχλιμπίδια που κρέμονται από παντού. Και φυσικά, το παλιό ψυγείο του ’30 με τη σκαλιστή ξύλινη πρόσοψη, τα κονσερβοκούτια και τα απορρυπαντικά ντανιασμένα ως πάνω στους πάγκους, τις παλιές ζυγαριές, τα ραδιόφωνα, το φωνόγραφο, τους πολυέλαιους, τις αποξηραμένες πιπεριές και τα σκόρδα να κρέμονται από μια σωλήνα στο ταβάνι.
Μια ατμόσφαιρα που δεν κοπιάρεται
Είχα χρόνια να πάω και ξαναβρέθηκα πρόσφατα - πάλι με φωτογράφο για το cookout- για να διαπιστώσω πως τίποτα δεν έχει αλλάξει και πως όλα είναι στη θέση τους όπως τα ήξερα και τα άφησα από παλιά. Άθελά μου έκανα τη σκέψη πως αυτό το μέρος όσο κι αν προσπαθήσει κάποιος επιχειρηματίας ή διακοσμητής να το μιμηθεί - πόσοι και πόσοι δεν προσπάθησαν - είναι αδύνατον.
Αυτή η ατμόσφαιρα δεν αναπαράγεται, γιατί αυτό το μαγαζί δεν είναι μόνο το ντεκόρ του, είναι η αλήθεια, η απλότητα κι αυθεντικότητά του. Όλες οι εποχές κι οι ζωές που έζησε είναι εκεί σαν τατουάζ πάνω στο πετσί του. Και τι δεν έχουν ακούσει και δει οι τοίχοι του! Προσφυγιά, πολέμους, χαρές, καημούς, γιορτές, καθημερινές, έρωτες να γεννιούνται και να πεθαίνουν, παιδιά να μεγαλώνουν και να γίνονται γονείς, νέους να γίνονται συνταξιούχοι…
Ο παππούς Αριστείδης, ο Αποστόλης, η Βούλα, η Μαρία και ο Άρης
Αν και Τετάρτη σήμερα, οι εκτελωνιστές δεν θα έρθουν λόγω γρίπης, με πληροφορεί ο Νίκος ο σερβιτόρος. Πιάνω τραπέζι δίπλα στο ψυγείο και αναζητώ με τα μάτια τον κύριο Αποστόλη. Δυστυχώς δεν τον πρόλαβα, είχε φύγει λίγο πιο νωρίς να πάει να ξεκουραστεί. Το ίδιο και η κυρία Βούλα η σύντροφος μιας ζωής, της ζωής τους. Βρήκα όμως τον Άρη, τον γιο τους και την αδερφή του τη Μαρία που έχει πάρει σκυτάλη από τη μητέρα της κι είναι εκείνη που παλεύει πια με τα τηγάνια και τα γκάζια στην κουζίνα.
Ο Άρης έχει το όνομα του παππού Αριστείδη που ήταν γέννημα θρέμμα Πειραιώτης και άνοιξε το μαγαζί το 1920. Το πρωί ήταν μπακάλικο και το βράδυ ταβέρνα, σέρβιρε τη ρετσίνα που έφτιαχνε μόνος του κι αποθήκευε στα κρασοβάρελα του υπογείου. Το μούστο τον έφερνε από τα Μεσόγεια. Ακόμα φτιάχνουν τη δική τους ρετσίνα...
Τη συνόδευε με ντοματούλα, ελίτσες κι απλούς μεζέδες, που συνήθως έβγαιναν από κάποια κονσέρβα, τυράκι που έφερνε από το τυροκομιό που είχε με τα αδέρφια του στο Γαρδίκι Τρικάλων, άντε και κανένα λουκάνικο. Την περίοδο της Κατοχής το υπόγειο με τα κρασοβάρελα έγινε αρκετές φορές καταφύγιο για την ίδια την οικογένεια αλλά και για τους γείτονες που κατέφευγαν εκεί για να γλιτώσουν από τους βομβαρδισμούς των Γερμανών, ενώ οι τρύπες από τις σφαίρες των κατακτητών είναι ακόμα εκεί, πάνω στα παλιά ρολά που πλέον κατεβαίνουν σπάνια.
Τι τρώμε και πίνουμε;
Και σήμερα, θα σου σερβίρουν πάνω κάτω τα ίδια. Ντοματοσαλάτα με εκλεκτές ελιές θρούμπες κι εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο. Τη φέτα θα στη φέρουν χώρια, είναι βαρελίσια Κεφαλονιάς κι η κεφαλογραβιέρα Αμφιλοχίας. Η φάβα τους είναι βελούδινη, οι κεφτέδες τους αρωματικοί και πεντανόστιμοι, τραγανοί απ’ έξω και ζουμεροί μέσα, η «τούρτα» τους έχει φρεσκοτηγανισμένες πατάτες στη βάση της κι όσα αυγά μάτια τους ζητήσεις από πάνω.
Την ομελέτα τη φτιάχνουν με κορν μπιφ και το λουκάνικο είναι Τρικάλων. Έχουν και συκώτι τηγανητό και πικάντικο σουτζούκι. Αν είσαι φίλος της ρετσίνας συνοδεύεις τους μεζέδες σου με τη δική τους κι αν δεν είσαι επιλέγεις μπίρα.
Τις Τετάρτες και τα Σάββατα εκτός απροόπτου όλα αυτά θα τα απολαύσεις μετά (ζωντανής) μουσικής.
Σημειώστε πως αν θέλετε, μπορείτε να αγοράσετε ρετσίνα, τυρί και λουκάνικα για το σπίτι. Και μια τελευταία συμβουλή, μην ξεκινήσετε να πάτε χωρίς να έχετε τηλεφωνήσει από πριν για να σας έχουν κρατήσει τραπέζι.
Οινοπαντοπωλείο Tο Ειδικόν
Ψαρών 38 και Σαλαμίνος Πειραιάς
Τηλέφωνο: 210-46.12.674
Ωράριο Λειτοργίας: Δευτέρα-Σάββατο 11.30-23.00, Κυριακή κλειτά.