Ο καφές μετά το φαγητό αποτελεί διαχρονικό στοιχείο της ευρωπαϊκής γαστρονομικής κουλτούρας και δεν επιλέγεται τυχαία. Στην Ιταλία, τη Γαλλία και την Αυστρία, το τέλος ενός γεύματος συνοδεύεται σχεδόν πάντα από έναν μικρό και συμπυκνωμένο καφέ - espresso, ristretto ή moka pot - καθώς θεωρείται ότι ολοκληρώνει γευστικά την εμπειρία του γεύματος.

Από επιστημονικής πλευράς, οι έντονα αρωματικοί και μικρής ποσότητας αλλά έντονης έντασης καφέδες φαίνεται να λειτουργούν πιο αποτελεσματικά μετά το φαγητό. Η υψηλή συγκέντρωση αρωματικών ελαίων και καφεΐνης διεγείρει τη σιελόρροια και «καθαρίζει» τον ουρανίσκο από λιπαρές ή γλυκές γεύσεις, ενώ η καφεΐνη έχει συσχετιστεί με ήπια ενεργοποίηση της γαστρικής έκκρισης και της κινητικότητας του πεπτικού συστήματος. Για αυτόν τον λόγο, ένας espresso 25-30 ml θεωρείται γαστρονομικά πιο ισορροπημένη επιλογή από έναν μεγάλο καφέ φίλτρου μετά το φαγητό.

Η επιλογή του κατάλληλου καφέ εξαρτάται και από το ίδιο το γεύμα. Ένας ristretto με πιο πυκνό σώμα και περιορισμένη οξύτητα ταιριάζει ιδανικά μετά από κόκκινο κρέας ή πιάτα με έντονο umami χαρακτήρα. Αντίθετα, έπειτα από σοκολατένια ή καραμελωμένα επιδόρπια, ένας ισορροπημένος espresso με νότες κακάο, ξηρών καρπών, καστανής ζάχαρης ή αποξηραμένων φρούτων δημιουργεί πιο αρμονικό γευστικό αποτέλεσμα.

Το βράδυ, η επιλογή ενός ποιοτικού decaf κερδίζει όλο ένα περισσότερο έδαφος. Οι σύγχρονες μέθοδοι αποκαφεϊνοποίησης, όπως η Swiss Water ή η χρήση CO₂,, είναι ιδιαίτερα αποτελεσματικές καθώς επιτρέπουν πλέον τη διατήρηση του αρωματικού προφίλ του καφέ καθώς και του μεγαλύτερου ποσοστού του γευστικού προφίλ, προσφέροντας την ίδια γαστρονομική εμπειρία χωρίς την έντονη διεγερτική δράση της καφεΐνης.

Διάβασε ακόμη: