Στην Πάρο των παλιών χρόνων, τότε που τίποτα δεν πήγαινε χαμένο και κάθε εποχή πρόσφερε τους δικούς της καρπούς, οι νοικοκυρές είχαν μάθει να δημιουργούν μικρά γαστρονομικά θαύματα με τα λιγοστά υλικά που διέθεταν. Η ανάγκη γινόταν έμπνευση και η φαντασία έβρισκε τον δρόμο της μέσα από συνταγές που περνούσαν από μάνα σε κόρη. Ανάμεσα στα παραδοσιακά γλυκίσματα του νησιού ξεχωριστή θέση κατέχει το παστέλι μουσταλευριάς, μια γλυκιά παρακαταθήκη του φθινοπωρινού τρύγου, που διατηρούσε τη νοστιμιά του σταφυλιού για ολόκληρο τον χρόνο.

Η κυρία Ειρήνη Σπανού, από τις παλιές, καλές νοικοκυρές του νησιού, με τρατάρει παστέλι μουσταλευριάς, ξεφυλλίζει τις αναμνήσεις της και μας μεταφέρει στην εποχή που ο τρύγος ήταν κάτι περισσότερο από μια αγροτική εργασία. Ήταν γιορτή, οικογενειακή υπόθεση και αφορμή για να ανταμώσουν συγγενείς και γείτονες. «Περιμέναμε με μεγάλη χαρά τον τρύγο για να πατήσουμε τα σταφύλια του αμπελιού μας. Οι περισσότερες οικογένειες στο νησί είχαν το αμπελάκι τους και έφτιαχναν το δικό τους κρασί ή τη σούμα», θυμάται με νοσταλγία.

Από τον πολύτιμο μούστο, που οι νοικοκυρές φρόντιζαν να κρατήσουν πριν αρχίσει η ζύμωση, γεννιόταν η μουσταλευριά και, στη συνέχεια, το παστέλι της. Ένα γλυκό που απαιτούσε υπομονή, μεράκι και τη γνώση που αποκτούσαν οι γυναίκες μέσα από την καθημερινή εμπειρία. Η κυρία Ειρήνη θυμάται πως ετοίμαζε τα παστέλια της και τα φύλαγε προσεκτικά σε γυάλινα βάζα, ώστε να υπάρχουν στο σπίτι ακόμη και πολλούς μήνες μετά τον τρύγο.

«Ήταν το γλυκό που είχαμε όλο τον χρόνο. Τρατάραμε τους μουσαφιραίους και συνόδευε τη σούμα στις βεγγέρες, όταν μαζεύονταν οι οικογένειες και κάναμε παρέα», μας λέει. Οι αναμνήσεις της ζωντανεύουν μια Πάρο όπου η φιλοξενία δεν χρειαζόταν πολυτέλειες. Ένα ποτήρι σούμα, ένα σπιτικό κέρασμα και μια ανοιχτή πόρτα αρκούσαν για να στηθεί μια γιορτή. Οι βεγγέρες ήταν αναπόσπαστο κομμάτι της κοινωνικής ζωής, με τις ιστορίες, τα τραγούδια και τα γλέντια να κρατούν μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες.

«Μπορεί να γλεντούσαμε και τρεις μέρες και τα παιδιά μαζί με τους γονείς», αφηγείται. Ιδιαίτερα έντονες παραμένουν οι αναμνήσεις της από την περιοχή Πούντα, όπου έμενε μικρή. «Της Παναγιάς, που γιορτάζει στις 2 Φεβρουαρίου, πηγαίναμε από το ένα σπίτι στο άλλο και γιορτάζαμε όλοι παρέα. Κερνούσαμε παστέλι μουσταλευριάς και γλυκές μυζηθρόπιτες».

Μέσα από τις αφηγήσεις της κυρίας Ειρήνης, το ταπεινό αυτό γλύκισμα αποκτά μια άλλη διάσταση. Είναι ένας τρόπος διατήρησης του μούστου αλλά κυρίως ένα κομμάτι της κοινωνικής ιστορίας του νησιού. Κουβαλά τις μυρωδιές του τρύγου, τη φροντίδα της νοικοκυράς, τα χειμωνιάτικα ανταμώματα και τη χαρά της φιλοξενίας.

Σήμερα, που οι παλιές συνταγές επανέρχονται στο προσκήνιο, το παστέλι μουσταλευριάς μάς θυμίζει πως η παριανή γαστρονομία διαμορφώθηκε μέσα από τη στενή σχέση των ανθρώπων με τη γη τους. Και πως, κάποιες φορές, οι πιο ενδιαφέρουσες γεύσεις γεννήθηκαν από την ανάγκη να μη χαθεί ούτε μια σταγόνα από τους καρπούς του μόχθου τους.

Διάβασε ακόμα: