Το wine tasting ξεκινά σχεδόν πάντα με τον ίδιο τρόπο. Ένα ποτήρι μπροστά σου, ένα τραπέζι, ένα φως που πέφτει από ψηλά. Κάποιος μιλά. Οι λέξεις είναι γνώριμες: ποικιλία, έδαφος, υψόμετρο, αρώματα, σώμα, οξύτητα. Μαθαίνεις πώς να κρατάς το ποτήρι, πώς να το στρίβεις, πώς να μυρίζεις πριν πιεις. Μαθαίνεις να αναγνωρίζεις.

Και αυτό είναι σημαντικό. Γιατί χωρίς αυτή τη στιγμή, χωρίς αυτή την εισαγωγή, δεν υπάρχει επαφή. Το tasting είναι η πύλη. Είναι ο τρόπος να μπεις σε έναν κόσμο που αλλιώς θα έμενε κλειστός. Κανείς δεν γεννιέται γνωρίζοντας τo κρασί. Το μαθαίνει. Και η οινογνωσία είναι ακριβώς αυτό. Μάθηση.

Στα πρώτα λεπτά όλα είναι καθαρά. Υπάρχει πρόγραμμα. Υπάρχει ρυθμός. Υπάρχει σειρά. Ο επισκέπτης αισθάνεται ασφαλής, γιατί ξέρει τι θα συμβεί. Δεν χρειάζεται να αναρωτηθεί. Δεν χρειάζεται να αφεθεί. Αρκεί να ακούσει και να δοκιμάσει. Να καταγράψει εντυπώσεις. Να συγκρίνει. Να κρίνει.

Και για πολλούς αυτό είναι αρκετό. Είναι μια ολοκληρωμένη εμπειρία. Ένα ωραίο πρωινό ή απόγευμα. Ένα ταξίδι γνώσης. Ένα κομμάτι τουρισμού που λειτουργεί, που έχει δομή, που είναι επαναλήψιμο. Και δεν υπάρχει τίποτα λάθος σε αυτό. Το wine tasting όπως το γνωρίζουμε σήμερα έχει αξία, έχει ρόλο, έχει προσφέρει πολλά στον κόσμο του κρασιού. Έχει ανοίξει δρόμους, έχει εκπαιδεύσει, έχει δημιουργήσει κουλτούρα. 

Όμως κάπου εκεί αρχίζει να φαίνεται και το όριό του. Γιατί όσο περισσότερο ταξιδεύεις, όσο περισσότερους αμπελώνες επισκέπτεσαι, όσο περισσότερες γεύσεις δοκιμάζεις, κάτι αρχίζει να επαναλαμβάνεται. Οι λέξεις αλλάζουν, αλλά το συναίσθημα όχι. Τα κρασιά διαφέρουν, αλλά η εμπειρία μοιάζει. Και χωρίς να το καταλάβεις, αρχίζεις να θυμάσαι λιγότερο το κρασί και περισσότερο τη στιγμή που κάτι ξέφυγε από το πρόγραμμα. Μια κουβέντα στο τέλος. Ένα ποτήρι που ξαναγεμίζει χωρίς να το ζητήσεις. Εκείνες οι στιγμές δεν είναι μέρος του tasting. Και όμως, αυτές είναι που μένουν.

Κρασί

Η οινογνωσία, όπως έχει διαμορφωθεί στον τουρισμό, λειτουργεί με ακρίβεια. Με ωράρια, με ομάδες, με διαδρομές. Και αυτή η ακρίβεια είναι αναγκαία. Όμως, μαζί της χάνεται συχνά κάτι πιο αόρατο. Ο χώρος για τον άνθρωπο. Ο χώρος για την ιστορία. Ο χώρος για το απρόβλεπτο. Γιατί το κρασί δεν γεννιέται με ακρίβεια. Γεννιέται με αβεβαιότητα. Κάθε χρονιά είναι διαφορετική. Κάθε καιρός είναι άλλος. Κάθε αμπέλι αντιδρά διαφορετικά. Και πίσω από κάθε μπουκάλι υπάρχει κάποιος που δεν ήξερε αν θα τα καταφέρει. Αυτή η πλευρά σπάνια χωράει σε tasting. Όχι γιατί δεν έχει αξία, αλλά γιατί δεν είναι εύκολη. Δεν εξηγείται σε πέντε λεπτά. Δεν χωράει σε σύντομες αφηγήσεις. Και δεν έχει τίτλο. 

Ο επισκέπτης συνήθως φεύγει με εντυπώσεις. Με φωτογραφίες. Και ίσως με ένα μπουκάλι. Αυτό όμως που δεν ξέρει είναι ότι φεύγει πριν αρχίσει το πιο σημαντικό μέρος της εμπειρίας. Το μέρος όπου το κρασί παύει να είναι αντικείμενο γνώσης και γίνεται ανθρώπινη ιστορία.

Πώς γεννήθηκε η εμπειρία της οινογνωσίας και γιατί έγινε τουριστικό προϊόν

Για να καταλάβει κανείς τι είναι σήμερα ένα wine tasting, χρειάζεται να γυρίσει λίγο πίσω. Όχι μόνο στον κόσμο του κρασιού, αλλά στον τρόπο με τον οποίο ο τουρισμός έμαθε να οργανώνει την εμπειρία. Η οινογνωσία, όπως τη γνωρίζουμε σήμερα, δεν γεννήθηκε για τον επισκέπτη. Γεννήθηκε για τον επαγγελματία. Για τον έμπορο, τον εισαγωγέα, τον οινοχόο. Ήταν εργαλείο επιλογής και αξιολόγησης, όχι φιλοξενίας.

Τα πρώτα tastings ήταν αυστηρά, τεχνικά, σχεδόν σιωπηλά. Το κρασί δοκιμαζόταν χωρίς ιστορίες, χωρίς αφήγηση, χωρίς πρόθεση εντυπωσιασμού. Σκοπός ήταν να ξεχωρίσει το καλό από το μέτριο, το σταθερό από το ασταθές. Η γλώσσα ήταν συγκεκριμένη, σχεδόν κώδικας. Και όσοι την μιλούσαν, ανήκαν σε έναν κλειστό κύκλο γνώσης. Όταν όμως το κρασί άρχισε να ταξιδεύει, όταν οι αμπελώνες άρχισαν να ανοίγουν τις πόρτες τους στο κοινό, κάτι άλλαξε. Ο κόσμος ήθελε να δει, να αγγίξει, να καταλάβει. Και ο τουρισμός, όπως κάνει πάντα, έπρεπε να μεταφράσει αυτή την επιθυμία σε εμπειρία. Να την κάνει κατανοητή, επαναλήψιμη, ασφαλή. Έτσι γεννήθηκε το wine tasting για επισκέπτες. Όχι ως αξιολόγηση, αλλά ως αφήγηση γνώσης.

Αυτό το πέρασμα ήταν αναγκαίο. Χάρη σε αυτό, το κρασί βγήκε από τους κλειστούς κύκλους και έγινε πολιτισμός. Έγινε ταξίδι, έγινε λόγος, έγινε γαστρονομία. Οι επισκέπτες άρχισαν να καταλαβαίνουν διαφορές, να αναγνωρίζουν ποικιλίες, να ρωτούν, να ενδιαφέρονται. Και οι παραγωγοί άρχισαν να μαθαίνουν πώς να μιλούν για τη δουλειά τους. Να τη μετατρέπουν σε ιστορία. Όμως, μαζί με αυτή τη μετάφραση, ήρθε και μια αναπόφευκτη απλοποίηση. Η εμπειρία έπρεπε να χωρέσει σε χρόνο. Σε 45 λεπτά, σε μία ώρα, σε ένα πρόγραμμα. Έπρεπε να μπορεί να επαναληφθεί το ίδιο καλά για τον επόμενο επισκέπτη, και για τον επόμενο. Έτσι το tasting απέκτησε δομή. Αρχή, μέση, τέλος. Μια αφήγηση που μπορούσε να ειπωθεί ξανά και ξανά.

Σε αυτό το σημείο, το κρασί άρχισε σιγά σιγά να αποσπάται από την ίδια την παραγωγή του. Ο τουρισμός δεν αντέχει την αβεβαιότητα. Χρειάζεται προβλεψιμότητα. Χρειάζεται να ξέρει τι θα συμβεί, πότε και πώς. Και το κρασί, από τη φύση του, δεν είναι προβλέψιμο. Είναι καιρός, είναι χρόνος, είναι αναμονή, είναι απώλεια. Όλα αυτά δύσκολα γίνονται τουριστική εμπειρία με πρόγραμμα.

Έτσι, η οινογνωσία άρχισε να γίνεται προϊόν. Καλό προϊόν. Καλοσχεδιασμένο. Καλοστημένο. Με αφήγηση, με χώρους, με αισθητική. Αλλά και με όρια. Γιατί κάθε προϊόν χρειάζεται να είναι σαφές. Και η ζωή γύρω από το κρασί δεν είναι ποτέ σαφής. Σε πολλές περιοχές του κόσμου, οι επισκέπτες άρχισαν να βλέπουν τον ίδιο τύπο εμπειρίας ξανά και ξανά. Διαφορετικά κρασιά, ίδιος ρυθμός. Διαφορετικοί τόποι, ίδια δομή. Και τότε γεννήθηκε μια σιωπηλή κόπωση. Όχι από το κρασί, αλλά από την επανάληψη. Από την αίσθηση ότι κάτι λείπει, χωρίς να μπορεί κανείς να το ονομάσει. Αυτό που έλειπε δεν ήταν η ποιότητα. Ήταν η ανθρώπινη ασυνέχεια. Η στιγμή που κάτι δεν πάει σύμφωνα με το πρόγραμμα. Η κουβέντα που ξεφεύγει. Η παύση που δεν είχε προβλεφθεί. Αυτά τα στοιχεία δεν είναι εύκολο να ενσωματωθούν στον τουρισμό. Και όμως, είναι αυτά που κάνουν μια εμπειρία να μετατρέπεται σε ανάμνηση.

Σήμερα, πολλοί παραγωγοί το αντιλαμβάνονται. Όχι ως αποτυχία της οινογνωσίας, αλλά ως επόμενο στάδιο. Βλέπουν ότι ο επισκέπτης δεν θέλει μόνο να μάθει. Θέλει να καταλάβει. Και η κατανόηση δεν έρχεται από τις πληροφορίες, αλλά από τη σχέση. Από το να δεις τον άνθρωπο πίσω από το κρασί, όχι μόνο το κρασί στο ποτήρι. Έτσι, σε κάποιους αμπελώνες, η οινογνωσία αρχίζει να αλλάζει μορφή. Γίνεται πιο αργή. Πιο προσωπική. Λιγότερο εξηγητική, περισσότερο αφηγηματική. Δεν καταργεί τη γνώση, αλλά την πλαισιώνει. Δεν αντικαθιστά την τεχνική, αλλά της δίνει χώρο να αναπνεύσει. Αυτό δεν είναι τάση. Είναι ανάγκη. Γιατί όσο ο τουρισμός ωριμάζει, τόσο ο επισκέπτης ζητά κάτι που δεν μπορεί να αγοράσει εύκολα. Ζητά αλήθεια. Ζητά ανθρώπινη παρουσία. Ζητά εμπειρίες που δεν επαναλαμβάνονται ακριβώς ίδιες. 

Και το κρασί, περισσότερο από κάθε άλλο προϊόν, έχει αυτή τη δυνατότητα. Να γίνει μοναδικό, όχι επειδή είναι σπάνιο, αλλά επειδή είναι δεμένο με ανθρώπους και τόπους που δεν αντιγράφονται.

Ο άνθρωπος πίσω από το κρασί και ο χρόνος που δεν φαίνεται

Συνήθως τον συναντάς όρθιο. Πίσω από ένα τραπέζι, δίπλα σε βαρέλια, μπροστά από αμπελώνες. Μιλάει, εξηγεί, δείχνει. Ξέρει τι πρέπει να πει, ξέρει πότε να σταματήσει. Έχει μάθει να μιλά για το κρασί του, γιατί ο τουρισμός το ζητά. Κι όμως, αυτό που δεν φαίνεται είναι ότι όλη αυτή η αφήγηση είναι το μικρότερο κομμάτι της ζωής του. Ο άνθρωπος πίσω από το κρασί περνά το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου του μόνος. Όχι πάντα κυριολεκτικά, αλλά ουσιαστικά. Μόνος με τις αποφάσεις, με την αβεβαιότητα, με τον καιρό. Κάθε χρονιά ξεκινά χωρίς εγγυήσεις. Το αμπέλι δεν υπακούει. Η φύση δεν διαπραγματεύεται. Και το αποτέλεσμα, όσο καλά κι αν ξέρεις τη δουλειά σου, δεν είναι ποτέ βέβαιο. Αυτός ο χρόνος δεν φαίνεται σε καμία ετικέτα. Δεν φαίνεται σε καμία επίσκεψη. Είναι ο χρόνος των πρωινών που ξεκινούν πριν ξημερώσει και των απογευμάτων που τελειώνουν όταν όλα έχουν πια χαθεί ή σωθεί. Είναι ο χρόνος της υπομονής, όχι της δράσης. Και αυτή η υπομονή είναι που δίνει στο κρασί τον χαρακτήρα του.

Σπάνια μιλά για αυτό. Όχι γιατί δεν θέλει, αλλά γιατί δεν ξέρει πώς. Δεν είναι εύκολο να περιγράψεις μια χρονιά που πήγε στραβά, χωρίς να ακουστείς αδύναμος. Δεν είναι εύκολο να μιλήσεις για την αναμονή, όταν ο επισκέπτης περιμένει πληροφορία. Έτσι, πολλά μένουν απ’ έξω. Όχι από απόκρυψη, αλλά από συνθήκη. Σε έναν αμπελώνα, ο χρόνος δεν μετριέται όπως αλλού. Μετριέται σε εποχές, όχι σε ημερολόγια. Σε βροχές, όχι σε ημερομηνίες. Σε λάθη που δεν διορθώνονται μέχρι τον επόμενο χρόνο. Αυτός ο χρόνος είναι ο αόρατος πρωταγωνιστής κάθε μπουκαλιού. Και όμως, στο tasting εμφανίζεται μόνο ως αριθμός. Έτος παραγωγής. Τίποτα παραπάνω. Ο παραγωγός το ξέρει. Ξέρει ότι το κρασί του είναι κάτι περισσότερο από αυτό που λέει. Ξέρει ότι κάθε μπουκάλι είναι μια μικρή ιστορία που δεν ειπώθηκε. Κι όμως, ο ρόλος του συχνά δεν του επιτρέπει να το δείξει. Ο χρόνος δεν επαρκεί. Η ομάδα περιμένει. Το πρόγραμμα προχωρά.

Κάποιες φορές όμως, όταν οι επισκέπτες είναι λίγοι, όταν η μέρα έχει τελειώσει, όταν το tasting έχει τυπικά ολοκληρωθεί, κάτι αλλάζει. Ο άνθρωπος χαλαρώνει. Δεν εξηγεί πια. Θυμάται. Μιλά για μια χρονιά που τον φόβισε. Για μια απόφαση που πήρε κόντρα σε όλους και δικαιώθηκε ή όχι. Εκείνες οι κουβέντες δεν είναι μέρος της εμπειρίας, αλλά είναι η εμπειρία. Σε αυτές τις στιγμές καταλαβαίνεις ότι το κρασί δεν είναι αποτέλεσμα τεχνικής μόνο. Είναι αποτέλεσμα χαρακτήρα. Της αντοχής κάποιου να συνεχίσει, όταν δεν έχει καμία διαβεβαίωση ότι θα πετύχει. Και αυτός ο χαρακτήρας περνά στο ποτήρι. Με κάτι που δεν περιγράφεται εύκολα, αλλά αναγνωρίζεται αμέσως.

Ο σύγχρονος ταξιδιώτης αρχίζει να το αναζητά αυτό. Όχι γιατί ξέρει τι ακριβώς ψάχνει, αλλά γιατί κουράστηκε από τις εμπειρίες που μοιάζουν ίδιες. Θέλει να δει τον άνθρωπο, όχι τον ρόλο. Θέλει να ακούσει την αλήθεια, όχι την παρουσίαση. Και όταν του δίνεται αυτός ο χώρος, κάτι αλλάζει. Η σχέση με το κρασί γίνεται προσωπική. Αυτή η ανθρώπινη διάσταση δεν αναιρεί την αξία της γνώσης. Τη συμπληρώνει. Της δίνει λόγο ύπαρξης. Γιατί η πληροφορία χωρίς πρόσωπο ξεχνιέται. Το πρόσωπο χωρίς πληροφορία εξιδανικεύεται. Αλλά όταν τα δύο συναντηθούν, δημιουργείται μνήμη. Και η μνήμη είναι το μόνο που ταξιδεύει μαζί με τον επισκέπτη όταν φύγει από τον αμπελώνα.

Γιατί ο επισκέπτης θυμάται τη στιγμή και όχι την ποικιλία

Κρασί

Όταν κάποιος γυρίζει από ένα ταξίδι και τον ρωτήσεις τι θυμάται, σπάνια θα σου μιλήσει για λεπτομέρειες. Δεν θα σου πει το υψόμετρο του αμπελώνα. Δεν θα θυμηθεί την οξύτητα. Θα σου πει μια στιγμή. Κάτι που έγινε απρόσμενα. Κάτι που ένιωσε.

Η μνήμη δεν λειτουργεί όπως η γνώση. Δεν καταγράφει. Επιλέγει. Και αυτό που επιλέγει δεν είναι ποτέ το τεχνικά σωστό, αλλά το συναισθηματικά έντονο. Γι’ αυτό ο επισκέπτης θυμάται το φως στο τέλος της ημέρας, το τραπέζι έξω από το κελάρι, την κουβέντα που ειπώθηκε χωρίς να την περιμένει. Θυμάται τον άνθρωπο και όχι την πληροφορία. Στην οινογνωσία, αυτό δημιουργεί μια παράξενη αντίφαση. Ο επισκέπτης μαθαίνει πολλά, αλλά θυμάται λίγα. Όχι γιατί δεν ενδιαφέρεται, αλλά γιατί η εμπειρία δεν έχει προλάβει να γίνει προσωπική. Η γνώση χρειάζεται χρόνο για να ριζώσει. Και ο χρόνος σπάνια είναι μέρος του προγράμματος. Η στιγμή όμως δεν χρειάζεται χρόνο. Χρειάζεται μόνο παρουσία. Μια στιγμή αρκεί για να δέσει μια εμπειρία με έναν τόπο. Ένα βλέμμα, μια χειρονομία, μια παύση στη μέση μιας πρότασης. Εκεί γεννιέται η μνήμη.

Γι’ αυτό, δύο άνθρωποι μπορούν να βρεθούν στο ίδιο tasting και να φύγουν με εντελώς διαφορετική εμπειρία. Ο ένας θα θυμάται το κρασί, ο άλλος τη σιωπή. Ο ένας την πληροφορία, ο άλλος το συναίσθημα. Και κανείς δεν θα έχει άδικο. Ο σύγχρονος ταξιδιώτης, ακόμη κι αν δεν το ξέρει, αναζητά αυτή τη στιγμή. Όχι για να μάθει, αλλά για να νιώσει ότι βρέθηκε κάπου αλλού, έστω για λίγο. Να ξεφύγει από την ταχύτητα, από την επανάληψη, από την αίσθηση ότι όλα είναι ίδια. Η στιγμή είναι το μόνο που δεν αντιγράφεται. Και γι’ αυτό έχει αξία. Στο κρασί, αυτή η στιγμή συνδέεται συχνά με την απλότητα. Με το ποτήρι που γεμίζει χωρίς λόγο. Με το φαγητό που εμφανίζεται χωρίς να έχει ανακοινωθεί. Με το κάθισμα που μετακινείται για να χωρέσουν όλοι στο ίδιο τραπέζι. Μικρά πράγματα, που δεν έχουν θέση σε πρόγραμμα, αλλά έχουν θέση στη μνήμη.

Οι εμπειρίες που μένουν, πολλές φορές δεν είναι μόνο αυτές που σχεδιάστηκαν μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια. Είναι αυτές που άφησαν χώρο για να συμβεί κάτι άλλο. Εδώ αρχίζει να αλλάζει και η σχέση του επισκέπτη με τον τόπο. Δεν αισθάνεται πια πελάτης, αλλά φιλοξενούμενος. Και η φιλοξενία δεν είναι υπηρεσία. Είναι σχέση. Μια σχέση που χτίζεται σε δευτερόλεπτα, αλλά μένει για χρόνια. Όταν ο επισκέπτης θυμάται τη στιγμή και όχι την ποικιλία, δεν σημαίνει ότι η γνώση χάθηκε. Σημαίνει ότι βρήκε χώρο να γίνει κάτι μεγαλύτερο. Έγινε μνήμη. Και η μνήμη, σε αντίθεση με την πληροφορία, δεν ξεθωριάζει…

Διάβασε ακόμα: