Για μήνες, ο αμερικανός επιστήμονας, ο Έαρλ Γκρέι και η ομάδα του, στο πλαίσιο έρευνας, τάιζαν τα ποντίκια με καλαμποκέλαιο εμπλουτισμένο με φθαλικές ενώσεις, μια κατηγορία χημικών που χρησιμοποιούνται ευρέως για να κάνουν τα πλαστικά μαλακά και εύκαμπτα. Στις αρχές της δεκαετίας του 1980, εργαζόμενος στην Υπηρεσία Προστασίας Περιβάλλοντος των ΗΠΑ (EPA), ο Γκρέι μελετούσε πώς οι τοξικές ουσίες επηρεάζουν το αναπαραγωγικό σύστημα, όταν δοκίμασε τη διβουτυλική φθαλική ένωση (dibutyl phthalate), έχοντας διαβάσει πρώιμες μελέτες που υποδείκνυαν κίνδυνο για την ανθρώπινη υγεία.
Περισσότερα από 40 χρόνια αργότερα, ο 80χρονος σήμερα Γκρέι θυμάται τα πειράματα και τις φρικιαστικές δυσπλασίες που είδε, μετά από αυτά τα πειράματα. «Εμφανίστηκαν σε αρκετά ζώα ώστε να ξέρουμε ότι δεν ήταν τυχαίες», λέει ο ίδιος, που αποσύρθηκε μετά από σχεδόν 50 χρόνια στην υπηρεσία.
Εκείνη την περίοδο, ο Γκρέι και άλλοι επιστήμονες άρχισαν να συνειδητοποιούν τους πιθανούς κινδύνους των φθαλικών ενώσεων, ουσιών που είχαν ήδη αρχίσει να εισχωρούν σχεδόν σε κάθε ανθρώπινο οργανισμό, καθώς το πλαστικό έγινε αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητας μας στον 20ό αιώνα.
Κι όμως, όσο οι επιστημονικές ενδείξεις πλήθαιναν, ο Οργανισμός Τροφίμων και Φαρμάκων (FDA), η EPA και άλλες ρυθμιστικές αρχές περιορίστηκαν σε αποσπασματικά μέτρα επί μισό αιώνα. Αυτή η αδράνεια επέτρεψε στη βιομηχανία να συνεχίσει την παραγωγή εκατομμυρίων τόνων φθαλικών ενώσεων για την κατασκευή πλαστικών, μετατρέποντάς τες σε «χημικές ουσίες παντού».
Πώς καταλήγουν στο πιάτο μας
Σήμερα, οι περισσότεροι άνθρωποι εκτίθενται στις φθαλικές ενώσεις κυρίως μέσω της τροφής. Αν και η βιομηχανία έχει σε μεγάλο βαθμό σταματήσει τη χρήση τους σε συσκευασίες τροφίμων - κάποτε από τις πιο διαδεδομένες μεθόδους συσκευασίας - οι φθαλικές ενώσεις εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται στα εργοστάσια επεξεργασίας τροφίμων, συσσωρευόμενες ιδιαίτερα σε υπερεπεξεργασμένα προϊόντα.
Παράλληλα, εισέρχονται στο περιβάλλον που ζούμε (και συνεπώς στον οργανισμό μας), μέσω ιατρικού εξοπλισμού, βινυλικών δαπέδων, αυτοκινήτων, καλλυντικών και φθηνών πλαστικών ειδών καθημερινής χρήσης, όπως οι κουρτίνες μπάνιου.
Ένας μεγάλος όγκος επιστημονικών μελετών έχει συνδέσει τις φθαλικές ενώσεις με σοβαρά προβλήματα υγείας: πρόωρο τοκετό, υπογονιμότητα, νευροαναπτυξιακές διαταραχές όπως η ΔΕΠΥ.
Τον Απρίλιο, μελέτη του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης απέδωσε 350.000 θανάτους από καρδιαγγειακά νοσήματα παγκοσμίως στην έκθεση σε φθαλικές ενώσεις. Άλλη μελέτη, από το Πανεπιστήμιο του Μαϊάμι, συνέδεσε τη διαταραχή του ορμονικού συστήματος που προκαλούν με τον καρκίνο του μαστού.
Ακόμη και το κοινωνικό κόστος είναι τεράστιο. Μελέτη του 2024 εκτίμησε ότι μόνο στις ΗΠΑ, οι ασθένειες που σχετίζονται με τις φθαλικές ενώσεις κόστισαν 66,7 δισ. δολάρια μέσα σε έναν χρόνο, ποσό τριπλάσιο από το αντίστοιχο κόστος των λεγόμενων «παντοτινών χημικών» (PFAS).
«Θα έπρεπε να είχαν απαγορευτεί εδώ και δεκαετίες»
Πολλοί επιστήμονες θεωρούν ότι οι φθαλικές ενώσεις θα έπρεπε να είχαν απαγορευτεί ή αυστηρά περιοριστεί ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 2000, συγκρίνοντας τη βραδύτητα των αρχών με την επίσης καθυστερημένη αντίδραση απέναντι στο τσιγάρο.
Ήδη από τότε υπήρχαν επαρκείς αποδείξεις ότι η έκθεση εγκύων γυναικών στις ουσίες αυτές βλάπτει την εμβρυϊκή ανάπτυξη. Οι επιστήμονες εντόπισαν μάλιστα στον άνθρωπο το λεγόμενο «σύνδρομο φθαλικών», με γενετικές ανωμαλίες παρόμοιες με εκείνες που είχαν παρατηρηθεί στα πειραματόζωα.
Τελικά, αξίζει να σκεφτούμε το συμπέρασμα της βιοχημικού Μαρισέλ Μαφίνι: «Όταν βλέπουμε επιπτώσεις στον άνθρωπο, σημαίνει ότι έχουμε ήδη αποτύχει να δράσουμε εγκαίρως».
Πηγή: The Washington Post
Διάβασε ακόμη: