Το Χονγκ Κονγκ φιλοξενεί μία από τις πιο ενδιαφέρουσες γαστρονομικές κουλτούρες στον κόσμο, αλλά η πανδημία του κορωνοιού ήταν ιδιαίτερα σκληρή για τα εστιατόριά του. Τα περιθώρια κέρδους ήταν ήδη στενά σε μια πόλη με μερικά από τα υψηλότερα ενοίκια στον κόσμο, οπότε όταν επιβλήθηκαν παρατεταμένοι περιορισμοί, αυτό αποδείχθηκε υπερβολικό για αμέτρητα καταστήματα. Σε συνδυασμό με την πολιτική ένταση, πολλοί έφυγαν από την πόλη, προκαλώντας μεγάλη δημογραφική αλλαγή. Η αυξανόμενη ανταγωνιστικότητα από τη γειτονική Σενζέν, της οποίας η επεκτεινόμενη και πιο προσιτή γαστρονομική σκηνή είχε αρχίσει να προσελκύει πελάτες, επιδείνωσε ακόμη περισσότερο την κατάσταση.
Ωστόσο, τον τελευταίο καιρό μια νέα ενέργεια έχει αρχίσει να εμφανίζεται στη γαστρονομική σκηνή της πόλης, ενισχυμένη από την αύξηση του τουρισμού, την ανάκαμψη της οικονομίας και την προσοχή από διεθνείς θεσμούς βραβείων. Είναι χαρακτηριστικό ότι τον Οκτώβριο, το Bar Leone αναδείχθηκε Νο. 1 στη λίστα World’s Best Bar. Αν λοιπόν έχεις αποφασίσει να ταξιδέψεις εκεί, εδώ θα βρεις πέντε εστιατόρια που καλύπτουν κάθε ανάγκη.
Το καινούργιο: Torikaze, Central
Το Torikaze βρίσκεται σε μια εντυπωσιακή τοποθεσία: στην κορυφή του πύργου Landmark στο Χονγκ Κονγκ. Είναι το πιο πρόσφατο εγχείρημα του Yoshiteru Ikegawa, του ανθρώπου πίσω από το σχεδόν αδύνατο να κλείσεις Torishiki στο Τόκιο, και εδώ επίσης η ειδικότητα είναι το yakitori. Εκεί λοιπόν ίσως και να έχεις μία ευκαιρία να βρεις τραπέζι.
Ο χώρος είναι κομψός: ένας πάγκος σε σχήμα U με 16 θέσεις στον 44ο όροφο, όπου οι επισκέπτες παρακολουθούν τον σεφ Ryo Matsui και την ομάδα του να μαγειρεύουν. Οι τιμές, αν και όχι χαμηλές, προσφέρουν καλή σχέση ποιότητας - τιμής. Το δείπνο omakase κοστίζει περίπου 94 ευρώ και περιλαμβάνει μπουκιές από στομάχι, καρδιά, κεφτεδάκια, φιλέτο και "oyster" - όχι το οστρακοειδές, αλλά έναν μυ από το πίσω μέρος του μηρού του κοτόπουλου σε σχήμα στρειδιού - και ολοκληρώνεται με ρύζι σε πήλινο σκεύος με μανιτάρια και βαθιά umami γεύση. Και για να εξηγήσουμε, το omakase είναι ένα είδος γεύματος που σημαίνει ότι ο πελάτης διαλέγει τι θα φάει και ο σεφ το ετοιμάζει εκείνη την ώρα, με βάση την εποχικότητα και τα διαθέσιμα υλικά της ημέρας. Το μεσημέρι, το Torikaze προσφέρει τρεις επιλογές: σούπα κοτόπουλου με noodles somen, επιλογή yakitori ή oyakodon.
Για να πας χωρίς κράτηση: Right Tea-rific, Wan Chai
Αυτό το χαλαρό μαγαζί, χωμένο σε ένα μικρό δρόμο ανάμεσα σε καταστήματα ηλεκτρικών εξαρτημάτων, επικεντρώνεται σε καντονέζικα κλασικά πιάτα. Είναι το πιο πρόσφατο opening του δραστήριου Flowerdrum Group, που λειτουργεί επίσης το Lai’s Kitchen, ένα πρόσφατα βραβευμένο με αστέρι Michelin εστιατόριο.
Κλειδί για την επιτυχία του είναι τα ποιοτικά υλικά: το κοτόπουλο προέρχεται από το Χοκάιντο, τα αυγά είναι ιαπωνικής προέλευσης, που δίνουν έντονο πορτοκαλί χρώμα στα πιάτα, και η μαρμελάδα είναι σπιτική. Παρ’ όλα αυτά, όλα προσφέρονται σε προσιτές τιμές. Η εξυπηρέτηση είναι αρκετά καλή, ωστόσο το εστιατόριο δεν δέχεται κρατήσεις και διαθέτει μόνο 25 θέσεις, οπότε να είσαι προετοιμασμένος, γιατί μπορεί να χρειαστεί να μοιραστείς κάποιο τραπέζι με αγνώστους. Θα απολαύσεις όμως μεταξύ άλλων αφράτα pineapple buns και τάρτες αυγού.
Για ιαπωνική κουζίνα που συνδυάζεται με τη γαλλική: Roucou, Sheung Wan
Οι δύο κουζίνες που αγαπούν περισσότερο οι κάτοικοι του Χονγκ Κονγκ (εκτός από τη δική τους) είναι η γαλλική και η ιαπωνική. Ο Jeremy Evrard, που για χρόνια ήταν υπεύθυνος για την κάβα τυριών στο τριάστερο ξενοδοχείο Caprice, συνδυάζει και τις δύο στο Roucou, όπου κάθε πιάτο και κοκτέιλ περιλαμβάνει… τυρί.
Ενώ υπάρχει ένας πιο χαλαρός χώρος μπροστά, η κορυφαία εμπειρία είναι το 12 πιάτων omakase σε ένα δωμάτιο στο βάθος. Ξεχωρίζουν ο τόνος ψημένος σε κάρβουνα, τυλιγμένος σε φύκια με μια απρόσμενη πινελιά camembert, και το Brillat-Savarin, ένα τυρί αγελαδινού γάλακτος με τριπλή κρέμα και υφή τόσο απαλή που θυμίζει παγωτό. Το κοκτέιλ guava-comté-sour, δημιουργία του bartender Bryson Rivero, αξίζει επίσης μία δοκιμή.
Παρά τον fine-dining χαρακτήρα του, το Roucou καλύπτει όλα τα budget: από το οικονομικό μεσημεριανό των 18 ευρώ, μέχρι το πλήρες omakase, που κοστίζει 192 ευρώ.
Για οικονομική επιλογή: Moolah, Sheung Wan
Η χαλαρή fusion κουζίνα είναι το επίκεντρο στο Moolah, από την ομάδα πίσω από το εστιατόριο Born and Bred που ειδικεύεται στο κορεατικό βοδινό Hanwoo. Εκτός από το ότι σερβίρουν αυτό το δυσεύρετο κρέας, ισχυρίζονται ότι ήταν και οι πρώτοι που το διένειμαν στην πόλη. Είναι γνωστό για τη βαθιά, βουτυράτη γεύση του, που θυμίζει το wagyu.
Το Moolah είναι το μοναδικό μέρος στην πόλη που σερβίρει Hanwoo χωρίς να έχει προηγουμένως καταψυχθεί, και μάλιστα σε προσιτές τιμές. Ο χώρος είναι στενός και ανεπιτήδευτος, με δυναμική K-pop μουσική. Το μενού περιλαμβάνει αγαπημένα πιάτα του Χονγκ Κονγκ, όπως wontons γεμιστά με βοδινό Hanwoo και γαρίδες με noodles ή noodles με σιγομαγειρεμένο brisket. Για πιο έντονη γεύση, δοκίμασε το ribeye bulgogi.
Για fine dining: Roganic, Causeway Bay
Μετά από ανακαίνιση έξι μηνών, το Roganic μεταφέρθηκε σε νέο χώρο στο Lee Garden One, με ανανεωμένη εμφάνιση αλλά την ίδια farm-to-table και zero-waste φιλοσοφία. Το εστιατόριο του σεφ Simon Rogan, βραβευμένο με αστέρι Michelin, έχει κατασκευαστεί με ανακυκλωμένα υλικά, όπως ξύλα από δέντρα που έπεσαν σε τυφώνες και δάπεδα από ανακτημένο μάρμαρο.
Ο επικεφαλής σεφ Adam Catterall προμηθεύεται περίπου τα μισά υλικά του από τοπικές φάρμες και προσπαθεί να αυξήσει αυτό το ποσοστό. Πολλά από τα βότανα και τα λουλούδια προέρχονται από το Hysan Urban Farm, λίγα λεπτά μακριά.
Τα πιο χαρακτηριστικά του πιάτα περιλαμβάνουν πάπια ξηρής ωρίμασης από το Guangdong με μέλι, φραγκοστάφυλο και perilla (ένα αρωματικό φυτό από την οικογένεια της μέντας, που χρησιμοποιείται στην ιαπωνική κουζίνα) καθώς και επιδόρπιο με κατεψυγμένο τυρί yoshida και καραμελωμένο ψωμί σόδας.
Η κουζίνα είναι δημιουργική και η εξυπηρέτηση άψογη. Ένα μεσημεριανό τριών πιάτων κοστίζει περίπου 62 ευρώ, ενώ το δείπνο τεσσάρων πιάτων περίπου 166 ευρώ. Όπως έχει αναφέρει για το εστιατόριο ένας κριτικός: «Σταθερά νόστιμο φαγητό με λεπτές, περίπλοκες γεύσεις. Εξαιρετική εξυπηρέτηση, με έναν σομελιέ που έχει μελετήσει προσεκτικά κάθε συνδυασμό κρασιού.» Γιατί όχι λοιπόν!
Πηγή: The Washington Post
Διάβασε ακόμη: