Για χρόνια τα γλυκά κρασιά κουβαλούσαν μια άδικη φήμη: θεωρούνταν παρωχημένα, βαριά ή υπερβολικά γλυκά. Σήμερα όμως επιστρέφουν δυναμικά στο προσκήνιο -και μάλιστα εκεί όπου ανήκουν: δίπλα στο επιδόρπιο.
Όλο και περισσότερα εστιατόρια εντάσσουν Madeiras από την Πορτογαλία, Sauternes από τη Γαλλία και Tokaji από την Ουγγαρία απευθείας στους καταλόγους γλυκών, προσφέροντάς τα σε ποτήρι. Κρασιά που ισορροπούν ιδανικά τη λιπαρότητα μιας crème brûlée και προσθέτουν βάθος και πολυπλοκότητα στο τέλος του γεύματος. Τους χειμερινούς μήνες μάλιστα, οι πελάτες δείχνουν ιδιαίτερη προθυμία να τα δοκιμάσουν - είτε από περιέργεια είτε επειδή τα έχουν γνωρίσει σε ταξίδια τους. Παράλληλα, τα γλυκά κρασιά δίνουν τη σπάνια ευκαιρία να γευτεί κανείς ετικέτες δεκαετιών, σε τιμές πολύ πιο προσιτές σε σχέση με παλαιωμένα κόκκινα της ίδιας χρονιάς. Η εμπειρία του «πίνω κάτι τόσο παλιό» γίνεται έτσι προσιτή και ιδιαιτέρως ελκυστική. Σε μια εποχή που η κατανάλωση αλκοόλ συνολικά μειώνεται, αυτά τα κρασιά βρίσκουν ξανά τον ρόλο τους όχι ως υπερβολή, αλλά ως απόλαυση με νόημα - ένα ήσυχο, κομψό φινάλε στο τραπέζι.
Μια νέα γενιά δοκιμάζει χωρίς προκαταλήψεις
Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η απήχηση που έχουν τα γλυκά κρασιά στο νεανικό κοινό. Πελάτες στα 20 και 30 τους, που δεν μεγάλωσαν με την ιδέα ότι το γλυκό κρασί είναι «δεύτερης κατηγορίας», το αντιμετωπίζουν σαν μια πολύ ιδιαίτερη και γευστική προσθήκη στο τραπέζι.
Τα δεδομένα της αγοράς δείχνουν ότι περίπου 1 στους 3 καταναλωτές κρασιού δηλώνει προτίμηση σε γλυκά ή ημίγλυκα κρασιά, με τη Gen Z και τη Gen X να τα αξιολογούν πιο θετικά από παλαιότερες γενιές. Η παλιά σύνδεση του «γλυκού» με το φθηνό ή το πρόχειρο φαίνεται να ξεθωριάζει. Ακόμα και εμβληματικά κρασιά, όπως το Château d’Yquem επανέρχονται στο προσκήνιο - όχι πια μόνο ως συλλεκτικά μπουκάλια, αλλά ως εμπειρία που σερβίρεται στο τέλος του δείπνου, συχνά από ειδικό καρότσι, μπροστά στο τραπέζι. Το θέαμα, άλλωστε, πάντα βοηθά.
Τα ελληνικά γλυκά κρασιά
Για χρόνια, τα γλυκά κρασιά είχαν μια άδικη φήμη και στην Ελλάδα. Πλέον φαίνεται ότι αλλάζουν τα πράγματα και στην οινική σκηνή της χώρας, κυριώς γιατί αρχίζει να υπάρχει μια εκπαίδευση και ενημέρωση γύρω από τα γλυκά κρασιά, τη δυσκολία που τα χαρακτηριζεί για να παραχθούν και το εύρος αρωμάτων και γεύσης που έχουν.
Μοσχάτο
Το Μοσχάτο Σάμου δεν είναι απλώς ένα «παραδοσιακό» κρασί. Είναι από τα πιο ευέλικτα γλυκά κρασιά που έχουμε: αρωματικό, φωτεινό, με οξύτητα που κρατά τη γλύκα σε ισορροπία. Είναι το είδος του κρασιού που μπορείς να προτείνεις εύκολα σε κάποιον που «δεν πίνει γλυκά κρασιά» - και να τον κερδίσεις. Μπορείς την επόμενη φορά που διοργανώνεις κάποιο τραπέζι να το προσφέρεις μαζί με ξηρούς καρπούς ή με ένα πλατό τυριών σου.
Vinsanto
Το Vinsanto Σαντορίνης δεν χρειάζεται συνοδεία. Είναι από μόνο του επιδόρπιο. Πυκνό, συμπυκνωμένο, με αρώματα αποξηραμένων φρούτων, καραμέλας και οξειδωτικής παλαίωσης, στέκεται στο τραπέζι όπως ένα καλό γλυκό κουταλιού. Ενα μικρό ποτήρι Vinsanto δίνει την αίσθηση πολυτέλειας χωρίς υπερβολή. Ακριβώς όπως συμβαίνει με τα παλαιωμένα γλυκά κρασιά στο εξωτερικό. Μπορείς να το δοκιμάσεις και με σοκολάτα υψηλής περιεκτικότητας σε κακάο, καθώς ταιριάζει ιδανικά.
Μαυροδάφνη
Η Μαυροδάφνη Πατρών κουβαλά ίσως το μεγαλύτερο φορτίο προκαταλήψεων. Για πολλούς, είναι το «κρασί της γιαγιάς», το κρασί του καρναβαλιού και για άλλους, απλώς πολύ γλυκιά. Στην πραγματικότητα, οι σύγχρονες εκδοχές της - ιδίως όταν σερβίρονται σωστά - έχουν βάθος, καθώς φέρνουν αρώματα πικρής σοκολάτας, καφέ και αποξηραμένου δαμάσκηνου. Για να δεις ότι κι εσύ μπορεί να την έχεις παρεξηγήσει, δοκίμασε να τη συνοδεύσεις με παλαιωμένα τυριά, και δεν θα πιστεύεις τη νοστιμιά αυτού του συνδυασμού.
Πηγή: The Washington Post