Αυτό τον καιρό που το κρύο γίνεται λίγο πιο τσουχτερό και που βρισκόμαστε στην καρδιά του χειμώνα, η ανάγκη μου για όλο και περισσότερες cozy εξόδους σε ατμοσφαιρικά μέρη που μπορεί να μου θυμίζουν και λίγο σαλόνι σπιτιού, με ζεστό φαγητό, γίνεται ακόμη μεγαλύτερη. Το Γιαγιά Κούκου στο κέντρο της Αθήνας, είχε ακριβώς αυτό το comfortness που έψαχνα ένα βράδυ Παρασκευής, μετά τη βόλτα στα μαγαζιά της πόλης. Και το απήλαυσα μαζί με καλούς φίλους.
Στον χώρο όπου λίγο καιρό πριν υπήρχε ένα παλιό υφασματάδικο, στην πλατεία Αγίας Ειρήνης, δημιουργήθηκε ένας χώρος που αγαπά το μαμαδίστικο (ίσως και γιαγιαδίστικο), καλό φαγητό, τις μνήμες από τα σπίτια της παλιάς Αθήνας και όλη αυτή την ατμόσφαιρα που μας γυρίζει στο παρελθόν, σαν να μας «αγκαλιάζει» με ζεστασιά.
Πριν μπεις ακόμη, θα διακρίνεις από τις μεγάλες τζαμαρίες τις μεγάλες, vintage ταπετσαρίες που όταν βρεθείς στη σάλα βρίσκονται παντού γύρω σου, σε ροζ χρώμα και φλοράλ σχέδιο. Θα καθίσεις σε ρετρό έπιπλα, θα σε περιβάλλουν πορσελάνινα διακοσμητικά στους τοίχους και κεντητά καδράκια που σίγουρα είχε και η γιαγιά σου.
Την ατμόσφαιρα κάνει ακόμη πιο έντονη ο χαμηλός φωτισμός και η μουσική που ακροβατεί στο ρετρό και το σύγχρονο (μπαίνοντας άκουσα τον «Πασατέμπο» αλλά στη διασκευή των Ιμάμ Μπαϊλντί και ταίριαζε γάντι!). Όλα φαίνεται πως είναι μελετημένα γι’ αυτό το σκοπό, για να σου ξυπνήσει μέσα σου τις πιο γλυκές αναμνήσεις. Και βέβαια, οι μυρωδιές που έρχονται από την κουζίνα, έρχονται να συμπληρώσουν όλα τα παραπάνω.
Καθίσαμε στους αναπαυτικούς καναπέδες στη γωνία, στα μαρμάρινα τραπέζια και το προσωπικό αμέσως μας καλωσόρισε με τη ζεστασιά που θα έπρεπε, θεωρώ, ειδικά σε ένα τέτοιου τύπου εστιατόριο.
Παραγγείλαμε ένα μπουκάλι ροζέ κρασί, το οποίο έφτασε πριν από το φαγητό για να ανοίξει το γεύμα. Δοκιμάσαμε, και αφού μας ρώτησαν αν «εγκρίνεται» και απαντήσαμε καταφατικά, συνεχίσαμε την κουβέντα μας, χαζεύοντας τους καταλόγους και ενώ συνέχεια διέκοπτε τη συζήτηση ένα «α, κι αυτό να πάρουμε!».
Με βάση την εμπειρία μου θα έλεγα ότι καλό είναι τα πιάτα να μοιραστούν στη μέση, ώστε να δοκιμάσει ο καθένας διάφορες γεύσεις. Από τα ορεκτικά επιλέξαμε τη μελιτζάνα παπουτσάκι, που ήταν τρυφερή, αλλά όχι τόσο ώστε να λιώνει στο στόμα. Παρ΄όλα αυτά νοστιμότατη, με ωραία μπεσαμέλ και την πινελιά με τα τραγανά chips από πάνω που της έδινε αυτό το κάτι ξεχωριστό.
Μαζί με αυτή ήρθε Σιφνιώτικη ρεβιθάδα με γαύρο μαρινάτο, ραπανάκι και φέτες πορτοκαλιού, με έντονη τη γεύση από το εσπεριδοειδές. Με αυτό το πιάτο ταίριαξε ιδανικά η σαλάτα, αυτή με τα τρυφερά πράσινα φύλλα, η οποία περιλαμβάνει λουίζα, ψητό αχλάδι, γραβιέρα Νάξου, πούδρα ξηρών καρπών και βινεγκρέτ εσπεριδοειδών. Από μόνη της νόστιμη, αλλά μπορώ να πω πως τα υπόλοιπα την επισκίασαν.
Ήρθε η ώρα για τα κυρίως που έφτασαν στη συνέχεια στο τραπέζι και ήταν πραγματικά ένα κι ένα. Παραγγείλαμε τρία: το μοσχαρίσιο οσομπούκο με κρέμα γραβιέρας και γλυκό του κουταλιού βύσσινο, την παστιτσάδα – γιατί ένα μόνο ζυμαρικό ποτέ δεν είναι αρκετό – με κοτόπουλο, bucatini, αποξηραμένο προσούτο και τυρί Σαν Μιχάλη και επειδή θέλαμε και ένα πιάτο ακόμη, την κοτολέτα ελληνικού χοίρου με πουρέ γλυκοπατάτας και σελινόριζας.
Θα ξεκινήσω από το αγαπημένο μου, το οσομπούκο, που ήταν ίσως το πιο μελωμένο και νόστιμο και που έχω δοκιμάσει. Αμέσως μετά θα έλεγα ότι το top πιάτο ήταν η παστιτσάδα, μία «βαρβάτη» μακαρονάδα με μπόλικο τριμμένο τυρί και νόστιμη σάλτσα, με το προσούτο να δίνει ωραίο τραγανό στοιχείο. Η κοτολέτα, παρότι απλό πιάτο, ήταν μια μικρή έκπληξη, γιατί η παρέα την εξαφάνισε. Είχε ιδανικό πανάρισμα, ενώ ήταν ωραίες πινελιές τα δύο είδη πουρέδων για να βουτήξεις.
Και μία συμβουλή: ζήτησε μπόλικο ψωμί -που παρεπιπτόντως, είναι ένα χειροποίητο σιμιγδαλένιο πιτάκι που έρχεται στο τραπέζι ζεστό και αφράτο, μαζί με αρωματικό βούτυρο – για να «μαζέψεις» τις νόστιμες σάλτσες των πιάτων, είναι πραγματικά πολύ κρίμα να πάνε χαμένες και είναι το τέλειο «μεζεδάκι» για το κρασί, όταν έχετε τελειώσει το φαγητό.
Δυστυχώς, χώρος για γλυκό αυτή τη φορά δεν υπήρχε, παρότι πάντα λέω ότι κάπου χωράει κι αυτό στο στομάχι. Επειδή όμως σίγουρα έχω σκοπό να ξαναπάω, επιφυλάσσομαι για την επόμενη φορά!
Γιαγιά Κούκου
Παναγή Σκουζέ 4, Πλατεία Αγίας Ειρήνης
Τηλέφωνο: 210-32.45.901
Ωράριο Λειτουργίας: Δευτέρα - Παρασκευή 17:00-00:00, Σάββατο 13:00 - 00:00, Κυριακή 13:00 - 20:00
Κόστος: 30 ευρώ / άτομο χωρίς κρασί