Στην οδό Φαλήρου, στο Κουκάκι, για να είμαι ειλικρινής δεν θυμάμαι από πότε είχα να δω τόσο κόσμο να στριμώχνεται σε ουρά, περιμένοντας επί της ουσίας να φάει. Και ποια είμαι εγώ να μιλήσω αφ΄ υψηλού, να κουνήσω το δάχτυλο και να αυτοπροσδιοριστώ ως διαφορετική, που δεν θα ακολουθήσει τη μάζα; Οπότε φυσικά και πήρα την παρέα μου και στηθήκαμε και εμείς στην ουρά που δημιουργεί το Kuchisabishii (Κουτσισαμπίσι), το νέο ιαπωνικό εγχείρημα του Μπάμπη Ασκερίδη, που λογικά γνωρίζεις μέσα από το TukTuk και του Γιάννη Πετρή.
Η ουρά περνάει γρήγορα ομολογουμένως, γιατί το μαγαζί είναι της φιλοσοφίας του γρήγορου ιαπωνικού φαγητού, με αποτέλεσμα να συζητάς αν σου άρεσαν τα πιάτα και τι θα έπαιρνες ξανά αφού έχεις σηκωθεί. Η αλήθεια είναι πως μέχρι τη χώρα του ανατέλλοντος Ηλίου δεν έχω φτάσει (ακόμα), αλλά στο Παρίσι που είχα επισκεφτεί ένα αντίστοιχης λογικής εστιατόριο, τολμώ να πω πως είχα ενθουσιαστεί και γι' αυτό γνωρίζοντας και τους δημιουργούς που κρύβονται πίσω από αυτό το εγχείρημα, είχα υψηλές προσδοκίες και δεν απογοητεύτηκα.
Αρχικά Kuchisabishii στα ιαπωνικά σημαίνει «μοναχικό στόμα» και περιγράφει εκείνη την ανάγκη να φας κάτι που θα σου προσφέρει θαλπωρή και όχι απλώς να ικανοποιήσεις την πείνα σου. Σαν να τρως επειδή ψάχνεις να γεμίσεις κάποιο κενό. Kuchisabishii, που με κατάλαβες τέλος πάντων;
Ο χώρος έχει μια πολύ ιδιαίτερη ατμόσφαιρα που σε ταξιδεύει κατευθείαν στην Ιαπωνία, θυμίζοντας τα yokocho του Τόκιο - τα μικρά, ζωντανά σοκάκια γεμάτα izakayas, ιδανικά για φαγητό και ποτό.
Στην αρχή στα δεξιά σου βρίσκεις τη μεγάλη μπάρα με την ανοιχτή κουζίνα και όλη τη φασαρία που μπορεί να επικρατεί, ενώ αριστερά και στο βάθος είναι τα τραπέζια στο χρώμα του ξύλου. Μέσα βρίσκονται και τα μόνα δύο διαθέσιμα booths στα οποία μπορείς να κλείσεις τραπέζι, αν η παρέα σου αποτελείται από 6 άτομα, και θα χρειαστεί, επειδή υπάρχει tatami, να κάθεσαι στο πάτωμα και να βγάλεις τα παπούτσια σου.
Από πάνω θα δεις να κρέμονται πολύχρωμα φαναράκια, ενώ στους τοίχους θα παρατηρήσεις αφίσες ταινιών με τη Barbarella και το Star Wars, μέχρι και μια γωνία γεμάτη με posters από αγώνες σούμο, που συνθέτουν ένα αυθεντικό και ζωντανό σκηνικό για το πως είναι μια αληθινή izakaya. «Τα περισσότερα απ΄ όσα βλέπεις τα έχουμε φέρει από τα σπίτια μας», μου είπε ο Γιάννης, όταν σχολίασα τη διακόσμηση. Ο ίδιος λάτρεψε την Ιαπωνία, έχει ταξιδέψει πάρα πολλές φορές μέχρι εκεί, σεβάστηκε την κουλτούρα του τόπου και είχε την τύχει να γνωρίσει τον Μπάμπη Ασκερίδη με το ίδιο πάθος και προσέγγιση των πραγμάτων. Τελικά, οι κουζίνες όταν κουβαλούν την αυθεντικότητα του τόπου τους, γίνονται αυτομάτως πιο νόστιμες. Μήπως εμείς τρώμε κάθε μέρα σουβλάκι και μουσακά, όπως νομίζουν έξω ή πιστεύεις ότι οι Ιάπωνες τη βγάζουν αποκλειστικά με σούσι;
Μου άρεσε η ιδέα της μπάρας με τα σκαμπό που και μόνος μπορείς να σταματήσεις να απολαύσεις ένα πιάτο ράμεν και να συνεχίσεις τη μέρα σου, σενάριο που σκοπεύω να υλοποιήσω λίαν συντόμως, αλλά τώρα κινηθήκαμε προς τα μέσα για να καθίσουμε και να απολαύσουμε την εμπειρία.
Τι δοκιμάσαμε
Το μενού είναι σχεδιασμένο για να μπορούν οι παρέες να παραγγείλουν διάφορα πιάτα στη μέση, που αποτελούνται από 2 ή 4 τεμάχια, αλλά υπάρχουν και επιλογές όπως ramen, ιαπωνική καρμπονάρα, rice bowl με τσιπούρα και άλλα, που οι μερίδες είναι πιο μεγάλες και χορταστικές.
Εμείς ξεκινήσαμε με μια δροσερή σαλάτα από soba noodles, με φρέσκο κρεμμυδάκι, κόλιανδρο, αγγούρι και dressing καβουρδισμένου σουσαμιού και συνεχίσαμε με yakitori, καλαμάκια στη σχάρα δηλαδή, αλλά και τραγανά gyoza κοτόπουλου στον ατμό. Ήταν όλα τόσο νόστιμα που πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό δεν πρόλαβα να φωτογραφίσω κάποια πιάτα πριν έστω και ένας από την παρέα τσιμπήσει μια μπουκιά.
Ακόμα πήραμε το χοιρινό κότσι, που ήταν λουκούμι και έλιωνε καθώς το έκοβες για να το τοποθετήσεις μέσα στα αφράτα bao buns που το συνοδεύουν, μαζί με hoisin και kimchi σως. Ίσως, από το αγαπημένα μου πιάτα μέχρι στιγμής, καθώς το κρέας ήταν μαλακό, είχε μαγειρευτεί με σόγια, σάκε και μίριν και τελικά όλες οι γεύσεις είχαν ισορροπία.
Στην πορεία ήρθε και η ιαπωνική καρμπονάρα με udon noodles και miso, απολαυστικά κρεμώδης, ενώ το πιάτο που μου άρεσε πολύ και δεν το περίμενα ήταν η τραγανή τσιπούρα σερβιρισμένη πάνω στο κολλώδες ρύζι. Όταν μου είπαν στην παρέα να το δοκιμάσουμε και ο Μπάμπης συμφώνησε και επέμεινε λίγο, ήμουν διστακτική, σκέφτηκα ότι «Οκ, ψάρι πάνω σε ρύζι είναι», κι όμως αποδείχτηκε ότι έκανα λάθος. Έδεναν οι γεύσεις ωραία, μπορούσες να έχεις ολοκληρωμένη μπουκιά και στο προτείνω σίγουρα, ειδικά αν σου αρέσει το κλασικό ιαπωνικό ρύζι.
Στα γλυκά μην είσαι σαν εμάς και τα παραγγείλεις όλα, δεν χρειάζεται. Άκουσέ με και πάρε μόνο την κρεμ μπρουλέ με λευκή σοκολάτα και παγωτό μέσα, που σε δροσίζει μετά από όσα έχεις φάει και σου αφήνει τη γλύκα που πραγματικά χρειάζεσαι. Θα επέστρεφα δηλαδή για να δοκιμάσω ramen στην μπάρα και να ξαναφάω αυτό το γλυκό, τόσο καλό ήταν.
Τώρα για να συνοδεύσεις το γεύμα σου μπορείς να απολαύσεις τα ποτά haiboru, που είναι δημιουργία του Γιάννη, τα οποία δεν περιέχουν ουίσκι, όπως συνηθίζεται, αλλά Pony & Jigger και ανθρακικό. Αλλιώς θα βρεις και sake και κλασικά κοκτέιλ, όπως το Negroni με ιαπωνικό αλκοόλ, σε έτοιμα μπουκαλάκια, αλλά και ορισμένες ετικέτες κρασί από την Αττική. Όλα όμως κινούνται στη λογική των χαμηλών αλκοολικών βαθμών και τίποτα ιδιαιτέρως δυνατό. Εμείς στο τέλος μοιραστήκαμε και ένα σφηνάκι από το Kernel της εταιρείας premium λικέρ Pony & Jigger του Γιάννη Πετρή και του Βασίλη Ρούσσου, το οποίο περιέχει μαχλέπι και ειδικά παγωμένο αποδείχτηκε πολύ αναζωογωνητικό.
Γενικά, το Kuchisabishii με έκανε να πιστέψω πάλι στις ουρές και ότι καμιά φορά για να περιμένουν όλοι, κάτι καλό θα βρεις όταν φτάσει και η δική σου σειρά.
Kuchisabishii
Φαλήρου 36, Αθήνα,
Τηλέφωνο: 211-00.64.220
Ωράριο Λειτουργίας: Δευτέρα - Κυριακή 17:00-00:00
Κόστος: 15-20 ευρώ / άτομο, χωρίς κρασί