Σήμερα, φανταζόμαστε δύσκολα κάποια κινηματογραφική προβολή χωρίς ποπ κορν στο χέρι. Η σχέση τους, ωστόσο, δεν ήταν πάντα αυτονόητη. Ο τραγανός κόκκος καλαμποκιού έχει μια ιστορία που ξεκινά χιλιάδες χρόνια πριν και περνά από διαφορετικούς πολιτισμούς, συνήθειες και εποχές.
Από τους αυτόχθονες λαούς της Αμερικής, που χρησιμοποιούσαν το ποπ κορν ακόμη και σε τελετουργίες, μέχρι τους πλανόδιους πωλητές του 19ου αιώνα και την είσοδό του στα σπίτια στον 20o αιώνα, η διαδρομή του είναι τόσο μεγάλη όσο η απόλαυση που αντλούμε από την κατανάλωσή του.
Στην Ελλάδα απέκτησε με τα χρόνια τη δική του θέση, όχι μόνο στη διατροφή και την κουλτούρα αλλά και στην πλούσια γλώσσα μας. Οι τοπικές ονομασίες του πάλι, είναι ένα μικρό αλλά σημαντικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο η γαστρονομία συναντά την παράδοση και την τοπική διάλεκτο.
Οι ελληνικές ονομασίες του ποπ κορν
Στην Ημαθία, το ποπ κορν είναι γνωστό ως παπαδούλες.
Στη Δράμα, την Ξάνθη και την Κομοτηνή το συναντάμε ως πατλάκια.
Στην Καβάλα, η ονομασία τσατ πατ μοιάζει σχεδόν να μεταφέρει στον λόγο τον ήχο του καλαμποκιού την ώρα που σκάει.
Στην Κοζάνη και σε ορισμένα χωριά του Έβρου συναντάμε τις ονομασίες παπούσκες και βαμπουλίτσες.
Στον Δρυμό Θεσσαλονίκης λέγονται γκαγκάσκες, ενώ στις Σέρρες και ευρύτερα στον νομό συναντάται η ονομασία παπαλούτσες.
Στην Κέρκυρα αποκαλούνται κοκονέλες και στην Πάργα λέγονται κοκόσες.
Στη Βοιωτία θα ακούσεις για τις κουκουφρίκες.
Στην Άρτα το ονομάζουν φακιόλες και στα Ιωάννινα θα ακούσεις τις παπαδίτσες.
Στους Στρόπωνες Ευβοίας καταγράφονται οι χαρακτηριστικές σκαζμούθρες.
Η Ήπειρος παρουσιάζει ίσως ακόμη μεγαλύτερη ποικιλία, με ονομασίες όπως πασπάτα, παπαρδούλες, κατσιούλες και κουκουσάρια.
Τέλος, στην ποντιακή διάλεκτο καταγράφεται η ονομασία τσακλία, ενώ στην Κύπρο καταγράφεται η ονομασία σίταροι.
Καθεμία από αυτές τις λέξεις κουβαλά πάντως τη δική της τοπική προφορική παράδοση και αποκαλύπτει εν τέλει πόσο διαφορετικά μπορεί να ονομάζεται το ίδιο καθημερινό προϊόν μέσα σε σχετικά κοντινές περιοχές.