Υπάρχουν άνθρωποι που ακολουθούν μια προδιαγεγραμμένη πορεία. Σπουδάζουν, βρίσκουν μια σταθερή δουλειά, μένουν σε αυτή και χτίζουν τη ζωή τους βήμα - βήμα με ασφάλεια και πρόγραμμα. Και υπάρχουν κι εκείνοι που λειτουργούν εντελώς διαφορετικά: δοκιμάζουν, ρισκάρουν, αποτυγχάνουν, ξαναρχίζουν και τελικά δημιουργούν τη δική τους διαδρομή, ακόμα και αν στην αρχή κανείς - ούτε οι ίδιοι - δεν ξέρουν πού θα καταλήξει.
Ο Παναγιώτης Καρδερίνης ανήκει ξεκάθαρα στη δεύτερη κατηγορία. Έμαθε marketing χωρίς να σπουδάσει σε κάποια σχετική σχολή, έμαθε τα media στην πράξη, δημιούργησε κοινότητες πριν ακόμα υπάρξει η έννοια του «community building» στην Ελλάδα και σήμερα προχωράει στο επόμενο βήμα, με τη δημιουργία του Oliverse - ενός brand που αναδεικνύει το ελαιόλαδο της Λέσβου.
Τον Παναγιώτη είχα την τύχη να τον γνωρίσω σε ένα δημοσιογραφικό κάλεσμα, μέσω μιας συναδέλφου που τον ήξερε και ήταν φίλος της. Η ενέργεια που είχε πραγματικά με συνεπήρε από την πρώτη στιγμή και από τότε δεν σταμάτησα να τον παρακολουθώ στα social media, να βλέπω τι καινούριο ετοιμάζει και να εμπνέομαι. Κάπως έτσι φτάσαμε στο σήμερα που με αφορμή το καινούριο brand που έχει φτιάξει βρεθήκαμε στο showroom που ετοιμάζει, συζητήσαμε για το πως έφτασε μέχρι εδώ και όλα όσα θα ήθελε να κάνει παρακάτω και ένιωσα πως υπάρχουν ακόμα άνθρωποι που δεν φοβούνται, ξέρουν τι θέλουν και παίρνουν το ρίσκο να το διεκδικήσουν.
Από τη Λέσβο στην Αθήνα
Ο Παναγιώτης δεν ακολούθησε ποτέ μια «παραδοσιακή» επαγγελματική διαδρομή. Δεν τελείωσε κάποια σχολή, δεν έμεινε σε μια ασφαλή δουλειά, ούτε φοβήθηκε να ξεκινήσει ξανά από την αρχή όσες φορές χρειάστηκε. Βρέθηκε στην Αθήνα από τη Λέσβο στα 22, αποφασισμένος να δοκιμάσει κάτι διαφορετικό και ξεκίνησε να δουλεύει στη Vodafone. «Ήρθα στην Αθήνα χωρίς να ξέρω κανέναν και τίποτα, χωρίς να έχω τελειώσει κάποια σχολή και χωρίς να ξέρω τι ακριβώς θέλω να κάνω», λέει.
Στη Vodafone, έμεινε για δέκα χρόνια, ξεκίνησε ως πωλητής σε κατάστημα στο Σύνταγμα και πολύ γρήγορα ήρθε σε επαφή με τον κόσμο της τεχνολογίας, των δικτύων και της εξυπηρέτησης πελατών. «Το κατάστημα στη Σταδίου ήταν τεράστιο σχολείο. Εξυπηρετούσαμε χιλιάδες ανθρώπους καθημερινά και έμαθα πάρα πολλά εκεί».
Παράλληλα άρχισε να τον κερδίζει το digital marketing και τα social media, που τότε βρίσκονταν ακόμα σε πολύ πρώιμο στάδιο. «Διάβαζα μόνος μου marketing, έψαχνα για τα social media, προσπαθούσα να καταλάβω πώς λειτουργεί όλος αυτός ο κόσμος. Άρχισα να μαθαίνω για πυλώνες marketing και να δοκιμάζω πράγματα για να δω τι δουλεύει όντως στην πράξη».
Δημιούργησε websites, σελίδες στα social media και διαδικτυακά πρότζεκτ πολύ πριν γίνουν γνωστά στην Ελλάδα. Ανάμεσα σε αυτά ήταν και το «Lord of the Deals», ένα deal site την εποχή πριν τα capital controls, αλλά και το «Music Hunter», μια πλατφόρμα αφιερωμένη στις νέες μουσικές κυκλοφορίες. Παράλληλα δημιούργησε και viral σελίδες στο Facebook, μέσα από τις οποίες έμαθε editing και video storytelling - πριν η δημιουργία βίντεο γίνει βασικό κομμάτι των social media. «Πιστεύω ότι αν θες να μάθεις κάτι, πρέπει να το δοκιμάσεις. Η εξάσκηση και τι λειτουργεί στην πράξη είναι το μεγαλύτερο σχολείο. Γι' αυτό και ανεβάζω περιεχόμενο σχετικά με το φαγητό καθημερινά από το 2016».
Πώς γεννήθηκε το Athensvibe και το Travelvibe
Η πρώτη του ουσιαστική επαφή με τα media ήρθε μέσα από το Athensvibe, μια κοινότητα ανθρώπων που έγραφαν για τη ζωή στην Αθήνα, τις εμπειρίες τους και την καθημερινότητα στην πόλη. Εκεί άρχισε να γράφει, να πειραματίζεται με τα social media και να ανακαλύπτει τη δύναμη του digital storytelling.
Μέσα από αυτή τη διαδρομή γεννήθηκε και το Travelvibe, η ταξιδιωτική κοινότητα που δημιούργησε το 2017, καθώς ένιωθε ότι οι δημιουργοί περιεχομένου που ταξιδεύουν θα ήθελαν να καταγράφουν τις εμπειρίες τους. «Κι εγώ ταξίδευα και ήθελα να νιώθω ότι μπορεί να υπάρχει μια τέτοια κοινότητα. Τώρα στο Travelvibe μπορείς να βρεις ιστορίες ανθρώπων που έχουν ζήσει στη Μογγολία, αλλά και σε σπηλιές στην Κόρινθο. Γενικά έχει τρελές ιστορίες μέσα στο site. Ξεκίνησε με λίγα άτομα και σήμερα αριθμεί δεκάδες ενεργά μέλη από όλη την Ελλάδα, όντας μια ενεργή και βοηθητική ταξιδιωτική κοινότητα, με ιστορίες βιωματικές, αυθόρμητες και συχνά απρόβλεπτες, που ξεφεύγουν από τον κλασικό ταξιδιωτικό οδηγό. Ακόμα μέσα από το Travelvibe, κάποιοι γνωρίστηκαν, έγιναν φίλοι, ταξίδεψαν μαζί, παντρεύτηκαν. Αυτό είναι το πιο ωραίο κομμάτι όλου αυτού για μένα».
Παράλληλα με το Travelvibe, δημιούργησε και το ShoutOut agency μαζί με τη Μαρία Κόφου. Εκείνος δραστηριοποιείται κυρίως στον χώρο του φαγητού και η Μαρία στο χώρο των ταξιδιών, αναλαμβάνοντας social media, στρατηγική και PR για brands εστίασης και φιλοξενίας, ακόμα και ανάλογα events. «Δεν θέλω κάτι τεράστιο. Θέλω να μεγαλώνει φυσικά και να είμαστε χαρούμενοι εμείς και οι πελάτες μας. Δεν με ενδιαφέρει ούτε να βραβευτώ, ούτε να γίνω viral.», μου είπε χαρακτηριστικά σε μια ερώτησή μου για το μέλλον του agency.
Oliverse: Το brand που δίνει νέα ταυτότητα στο ελληνικό ελαιόλαδο
Το πιο πρόσφατο και ίσως πιο προσωπικό του βήμα είναι το Οliverse, ένα δικό του σύμπαν, όπως του αρέσει να το χαρακτηρίζει. «Είμαι ένας άνθρωπος που θέλω συνεχώς να δοκιμάζω καινούρια πράγματα και αφού όλα τα προηγούμενα είχαν και έχουν βρει τον δρόμο τους, σκέφτηκα ότι τώρα είναι η στιγμή και για κάτι άλλο. Έτσι αποφάσισα να δημιουργήσω το δικό μου food brand, χωρίς βέβαια να έχω αυτό background. Για αυτό στην αρχή έψαξα πάρα πολύ με ποιους θα συνεργαστώ και πώς μπορώ να το υλοποιήσω. Πρόκειται για ένα brand που είμαι εγώ και η καταγωγή μου και μέσα από αυτό ήθελα να αναδείξω τον τόπο μου με τον τρόπο που ξέρω καλύτερα».
Στο Oliverse λοιπόν, βρίσκεις ελαιόλαδο Λέσβου από την ποικιλία «Kολοβή», μια ιδιαίτερη ποικιλία του νησιού, που συναντάς μόνο εκεί και έχει αρωματικό χαρακτήρα και ήπια πιπεράτη γεύση. «Είναι ιδανική επιλογή και για γλυκά που η συνταγή τους ζητάει ηλιέλαιο. Οι pastry chef που γνωρίζουν χρησιμοποιούν αντί αυτού ελαιόλαδο από τη συγκεκριμένη ποικιλία».
Από μικρός βρισκόταν στα χωράφια με τον θείο και τα ξαδέρφια του, βλέποντας πώς η ελιά μετατρέπεται σε λάδι. «Τα πρώτα χρήματα που έβγαλα ήταν όταν ήμουν 10 χρονών, στο χωράφι του θείου μου του Νίκου, ο οποίος μαζί με τον ξάδερφο μου τον Σίμο μας έπαιρνε στις ελιές για να δούμε τη διαδικασία και πως γίνεται το λάδι. Εννοείται πως δεν δουλεύαμε όπως οι υπόλοιποι αλλά και πάλι έτσι πέρασα απ' όλα τα στάδια: να ραβδίσω την ελιά με την τέμπλα, να τη μαζέψω από κάτω, μέχρι και να πάω εγώ στο ελαιοτριβείο να κάνω την παραγωγή.», μου είπε γελώντας. «Γι' αυτό και για το λάδι του Oliverse ξέρω το δέντρο που το παράγει, ποιος το τυποποιεί και το φέρνω στο τραπέζι σου, γνωρίζοντας τα βήματα για την παραγωγή του, γεγονός που θεωρώ σημαντικό».
Φυσικά, το brand δεν περιορίζεται μόνο στο ελαιόλαδο, αλλά περιλαμβάνει και άλλα τοπικά προϊόντα, όπως αλάτι από τις αλυκές της Λέσβου, ελιές από την ίδια ποικιλία, κεραμικά σκεύη από τη Μαριάννα Μπότη (aka @botticeramics όπως μπορείς να τη βρεις στο Instagram), αλλά και κεριά από ελαιόλαδο, τα οποία μυρίζουν καταπληκτικά και κρατάει το άρωμα τους πολύ περισσότερο από τα κεριά σόγιας, όπως σημειώνει ο ίδιος, ενώ είναι εξίσου vegan και cruelty free.
Ανάμεσα στα προϊόντα βρίσκεται και το «καϊνάρι», ένα παραδοσιακό μείγμα μπαχαρικών με ρίζες στη Μικρά Ασία το οποίο δεν το γνώριζα μέχρι να μου το συστήσει. «Το έδιναν στις γυναίκες μετά τη γέννα για να παίρνουν δύναμη, καθώς είναι πολύ δυναμωτικό και βοηθάει το ανοσοποιητικό σύστημα. Ακόμα θεωρώ ότι είναι ένα συστατικό ιδανικό και για κέικ ή γλυκά γιατί συνδυάζει έξι μπαχαρικά και αμέσως δίνει χαρακτήρα σε ό,τι φτιάχνεις». Η ελληνική εκδοχή του pumpkin spice θα έλεγε κανείς.
Το πολύ ιδιαίτερο που έχει κάνει ο Παναγιώτης είναι ότι δημιούργησε ένα brand για το σήμερα, για το εδώ και τώρα, για αυτό και δεν θα μπορούσα να μη σταθώ στα υπέροχα λογοπαίγνια και τις φανταστικές ατάκες που συνοδεύουν το Oliverse. «Γεμίσαμε παπάρες», «Πάλι πεινάω» και «Έφαγα το σύμπαν» είναι μόνο μερικά από αυτά που θα βρεις. «Δεν ήθελα ένα ακόμα παραδοσιακό brand με μια ελιά και ένα κλαδί. Ήθελα χαρά, χρώμα και συναίσθημα. Δεν ένιωσα ότι μειώνω το προϊόν δημιουργώντας ιδιαίτερες ετικέτες και λέγοντας φράσεις που χρησιμοποιούμε όλοι μεταξύ μας. Είναι ένα πολύτιμο στοιχείο της γαστρονομίας μας, γιατί να μην είναι πιο διασκεδαστικό; Αγαπώ το νησί μου και την ιδιαίτερη ποικιλία που έχουμε, με αποτέλεσμα να θέλω να τη γνωρίσω και στον υπόλοιπο κόσμο, πολύ απλά. Ήθελα να δείξω πως μπορεί ένα παραδοσιακό προϊόν να έρθει στο σήμερα και να είναι ποιοτικό και διασκεδαστικό ταυτόχρονα».
Ο Παναγιώτης έφυγε από το νησί του στα 22 και σήμερα, 20 χρόνια μετά, επέστρεψε για να δημιουργήσει κάτι που να το τιμάει. «Πάντα μου λείπει η Λέσβος, αλλά ξέρω ότι δεν θα μπορούσα να μείνω μόνιμα εκεί. Αγαπώ να ζω στην Κυψέλη για αυτό δημιουργώ και το χώρο μου για το Oliverse εδώ πέρα. Θα μπορεί κάποιος να έρθει εδώ και να κάνει ζύμες, γευσιγνωσίες ελαιολάδου, skincare με βάση το ελαιόλαδο, σαπουνάκια, ζωγραφική με ελαιόλαδο και πολλές ακόμη εμπειρίες».
«Παλιά αισθανόμουν άβολα που δεν είχα τελειώσει κάποια σχολή. Τώρα όμως θεωρώ ότι έχω μάθει άπειρα πράγματα μέσα από τη δουλειά και ξέρω πόσα έχω να προσφέρω μέσα από την εργασία μου και τις γνώσεις μου στο αντικείμενο», μοιράζεται κλείνοντας τη συζήτησή μας και αυθόρμητα εκείνη την ώρα σκέφτηκα ότι μακάρι όλοι οι άνθρωποι να είχαν το μεράκι, τη θέληση και την ποιότητά του.