Ο καφές και το τσάι δεν είναι απλά ροφήματα. Είναι συνήθειες, τελετουργίες, μικρές σταθερές της καθημερινότητας, που χωρίς αυτές κάποιοι δεν μπορούμε να ζήσουμε. Το πρωινό φλιτζάνι που μας ξυπνά, το απογευματινό διάλειμμα που μας γειώνει και πολλά περισσότερα. 

Και τα δύο έχουν συνδεθεί με ποικίλα οφέλη για την υγεία, αλλά η αλήθεια είναι ότι όταν η συζήτηση φτάνει στα κόκαλά μας, το τσάι φαίνεται να προηγείται ελάχιστα.

Αυτό τουλάχιστον υποδεικνύει μια πρόσφατη μελέτη από ερευνητές του Πανεπιστημίου Flinders στην Αυστραλία, που εξέτασαν δεδομένα σχεδόν 10.000 γυναικών άνω των 65 ετών, στο πλαίσιο της μακροχρόνιας Study of Osteoporotic Fractures. Οι επιστήμονες κατέγραψαν την κατανάλωση καφέ και τσαγιού και μέτρησαν την οστική πυκνότητα στο ισχίο και στον αυχένα του μηριαίου, τα σημεία δηλαδή που «πληρώνουν» συχνότερα το τίμημα ενός κατάγματος.

Δέκα χρόνια μετά την έναρξη της μελέτης, όσες συμμετέχουσες δήλωναν ότι πίνουν κυρίως τσάι παρουσίαζαν ελαφρώς υψηλότερη οστική πυκνότητα στο ισχίο, σε σύγκριση με όσες προτιμούσαν τον καφέ.

Το γιατί παραμένει εν μέρει μυστήριο. Όπως εξηγούν οι ερευνητές, το τσάι περιέχει ενώσεις όπως οι κατεχίνες, που σε εργαστηριακές μελέτες φαίνεται να ενεργοποιούν τα κύτταρα που «χτίζουν» το οστό. Αυτό, θεωρητικά, θα μπορούσε να μεταφράζεται σε μεγαλύτερη αντοχή με το πέρασμα του χρόνου.

Κανείς, ωστόσο, δεν μιλά για θεαματικές διαφορές. Αντιθέτως, όπως τονίζουν ειδικοί που δεν συμμετείχαν στη μελέτη, το πλεονέκτημα του τσαγιού είναι τόσο μικρό ώστε δύσκολα αποκτά ουσιαστική κλινική σημασία. Με απλά λόγια: δεν πρόκειται για λόγο να αλλάξει κανείς «στρατόπεδο». Αν λατρεύεις τη γεύση του καφέ και δεν μπορείς να ζήσεις χωρίς αυτή, μείνε σε αυτό. 

Ως γνωστόν, η χαμηλή οστική πυκνότητα συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο οστεοπόρωσης, μιας κατάστασης που κάνει τα οστά πιο εύθραυστα όσο μεγαλώνουμε. Τα στοιχεία είναι ανησυχητικά: εκατομμύρια άνθρωποι έχουν ήδη οστεοπόρωση ή βρίσκονται στο «γκρίζο» στάδιο χαμηλής οστικής πυκνότητας.

Κι όμως, ο καφές δεν είναι ο «κακός» της ιστορίας. Η ίδια μελέτη δείχνει ότι η μέτρια κατανάλωση (περίπου 2-3 φλιτζάνια την ημέρα), δεν φαίνεται να επηρεάζει αρνητικά τα κόκαλα. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η κατανάλωση ανεβαίνει σταθερά πάνω από τα πέντε φλιτζάνια ημερησίως και ειδικά όταν συνδυάζεται με υψηλή κατανάλωση αλκοόλ.

Αυτό ευθυγραμμίζεται και με τις γενικές οδηγίες της Food and Drug Administration, που τοποθετούν το ανώτατο όριο καφεΐνης στα 400 mg την ημέρα (περίπου τρεις καφέδες).

Αξίζει να σημειωθεί ότι η επιστημονική βιβλιογραφία γύρω από την καφεΐνη και τα οστά δεν είναι μονοσήμαντη. Άλλες μελέτες, σε διαφορετικούς πληθυσμούς, έχουν συνδέσει τον καφέ ακόμη και με μειωμένο κίνδυνο οστεοπόρωσης. Επίσης, πρόσφατες μετα-αναλύσεις δείχνουν ότι τόσο ο καφές όσο και το τσάι μπορεί, τελικά, να έχουν προστατευτική δράση.

Το συμπέρασμα; Δεν βρίσκεται στο φλιτζάνι, αλλά στη συνολική εικόνα. Η υγεία των οστών εξαρτάται από πολλούς παράγοντες: επαρκές ασβέστιο και βιταμίνη D, κίνηση και ασκήσεις αντίστασης, περιορισμό του καπνίσματος και του αλκοόλ. Στην πραγματικότητα, ο καφές και το τσάι απλώς συμπληρώνουν το κάδρο.

Ίσως λοιπόν το ερώτημα δεν είναι «καφές ή τσάι;», αλλά πόσο ισορροπημένη είναι η καθημερινότητά μας. Και σε αυτό το πλαίσιο, ένα ή δύο φλιτζάνια - όποια κι αν είναι η προτίμησή μας - μάλλον δεν βλάπτουν κανέναν.

Πηγή: The Washington Post 

Διάβασε ακόμη: