Το τραπέζι αυτές τις μέρες δεν είναι απλώς στρωμένο. Είναι φορτισμένο. Οι γιορτές αυτές σηματοδοτούν μεταβάσεις. Το τέλος ενός κύκλου και την αρχή ενός άλλου. Και όπως κάθε μετάβαση, έτσι και αυτή χρειάζεται τελετουργίες για να γίνει βιώσιμη, κατανοητή και ανθρώπινη. Το φαγητό αναλαμβάνει ακριβώς αυτόν τον ρόλο. Να μας κρατήσει γειωμένους την ώρα που ο χρόνος αλλάζει πρόσωπο.
Οι γεύσεις των Χριστουγέννων λειτουργούν σαν γέφυρα με το παρελθόν. Δεν είναι τυχαίο ότι επανέρχονται κάθε χρόνο σχεδόν απαράλλακτες. Η επανάληψη δεν είναι έλλειψη φαντασίας. Αντιθέτως, είναι ανάγκη.
Μέσα από τα ίδια πιάτα, τις ίδιες μυρωδιές, τον ίδιο τρόπο μαγειρέματος, επαναβεβαιώνεται μια αίσθηση συνέχειας. Ότι κάτι παραμένει σταθερό, ακόμα και όταν όλα γύρω αλλάζουν. Ότι κάτι περνάει από γενιά σε γενιά με τη δυναμική συμβόλου και εθίμου.
Μια χριστουγεννιάτικη συνταγή σπάνια ανήκει σε έναν μόνο άνθρωπο. Είναι αποτέλεσμα πολλών χεριών, πολλών διορθώσεων, πολλών αφηγήσεων. Κάθε φορά που εκτελείται, δεν ακολουθείται απλώς μια διαδικασία. Αναβιώνεται μια ιστορία. Μια γιαγιά που δοκίμαζε με το κουτάλι. Μια μητέρα που μαγείρευε χωρίς μεζούρες. Ένα τραπέζι που μπορεί να μην ήταν τέλειο, αλλά πάντα ήταν γεμάτο με χαρούμενους ανθρώπους, που τους έδεναν ισχυροί δεσμοί συγγένειας, φιλίας, αγάπης.
Οι μυρωδιές αυτές έχουν τη δύναμη να ενεργοποιούν μνήμες που δεν γνωρίζαμε ότι κουβαλάμε. Δεν μας θυμίζουν μόνο πρόσωπα. Μας θυμίζουν πώς νιώθαμε. Την ασφάλεια, τη θαλπωρή, την αίσθηση ότι ανήκουμε κάπου. Σε έναν κόσμο που συχνά μας ζητά να αποσυνδεθούμε από το παρελθόν για να προχωρήσουμε, οι γιορτινές γεύσεις μας επιτρέπουν να έχουμε το παρελθόν μας μαζί μας.
Το χριστουγεννιάτικο τραπέζι είναι επίσης ένας χώρος άρρητης επικοινωνίας. Εκεί εκφράζεται η φροντίδα χωρίς εξηγήσεις. Η επιλογή των πιάτων, η προσαρμογή στις ανάγκες των άλλων, οι μικρές λεπτομέρειες που μόνο όποιος προσέχει αντιλαμβάνεται. Αυτές οι πράξεις δεν καταγράφονται, αλλά είναι ουσιαστικές. Η γαστρονομία γίνεται τρόπος να δηλωθεί η φροντίδα χωρίς να ειπωθεί τίποτα.
Σε μια εποχή όπου ο χρόνος είναι πάντα λίγος, η απόφαση να αφιερωθούν ώρες για την προετοιμασία ενός γιορτινού τραπεζιού είναι μια πράξη αντίστασης. Αντίσταση στη βιασύνη, στην επιφανειακή κατανάλωση, στη λογική του έτοιμου. Είναι μια επιλογή παρουσίας. Να σταθείς, να μαγειρέψεις, να περιμένεις. Να επιτρέψεις στο φαγητό να πάρει τον χρόνο που χρειάζεται, όπως ακριβώς και οι ανθρώπινες σχέσεις.
Η Πρωτοχρονιά αλλάζει τη φορά της αφήγησης. Αν τα Χριστούγεννα είναι στραμμένα προς τα πίσω, η Πρωτοχρονιά είναι στραμμένη προς τα μπροστά. Το τραπέζι της δεν κουβαλά μόνο μνήμη, αλλά και πρόθεση. Το πρώτο φαγητό του νέου χρόνου είναι γεμάτο συμβολισμούς που λειτουργούν ως μικρές δηλώσεις ελπίδας. Η βασιλόπιτα, το μοίρασμα των κομματιών, το φλουρί, όλα συγκροτούν ένα τελετουργικό που δεν εξηγείται με λογική, αλλά βιώνεται συλλογικά.
Το φλουρί δεν υπόσχεται πραγματικά τύχη. Υπόσχεται την πιθανότητα. Την ιδέα ότι ο νέος χρόνος μπορεί να φέρει κάτι καλό. Και αυτή η ιδέα, όσο εύθραυστη και αν είναι, έχει τεράστια σημασία. Οι άνθρωποι χρειάζονται σύμβολα για να αντέχουν την αβεβαιότητα. Και το φαγητό της Πρωτοχρονιάς λειτουργεί ακριβώς έτσι. Ως ένας ήπιος τρόπος να κοιτάξουμε το μέλλον χωρίς φόβο.
Σε διαφορετικούς πολιτισμούς, το πρώτο φαγητό του χρόνου έχει διαφορετική μορφή, αλλά κοινό νόημα. Αφθονία, υγεία, ισορροπία. Δεν έχει σημασία αν τα σύμβολα αυτά είναι ρεαλιστικά. Έχουν δύναμη επειδή είναι κοινά αποδεκτά. Επειδή μοιράζονται γύρω από ένα τραπέζι. Και ό,τι μοιράζεται αποκτά βάρος.
Ίσως, τελικά, το πιο κρυφό νόημα της γαστρονομίας των γιορτών να βρίσκεται ακριβώς εκεί. Στο μαζί. Στο ότι, έστω και για λίγο, καθόμαστε στο ίδιο τραπέζι, χωρίς βιασύνη, χωρίς ρόλους, χωρίς απαιτήσεις. Επιτρέπουμε στον εαυτό μας να είναι απλώς παρών.
Σε έναν κόσμο που μας σπρώχνει συνεχώς προς την ατομικότητα, το κοινό γιορτινό τραπέζι είναι μια πράξη σύνδεσης. Μια υπενθύμιση ότι η τροφή δε δημιουργήθηκε για να καταναλώνεται μόνο, αλλά για να μοιράζεται. Ότι μέσα από μια απλή μπουκιά μπορούμε να νιώσουμε ασφάλεια, συνέχεια και νόημα.
Η γαστρονομία των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς δεν είναι θέμα πολυτέλειας ή επίδειξης. Είναι μια ήσυχη, βαθιά ανθρώπινη ανάγκη. Να θυμηθούμε. Να φροντίσουμε. Να ελπίσουμε. Και ίσως, μέσα σε αυτή τη διαδικασία, να ξαναβρούμε για λίγο τον εαυτό μας.