Σε προηγούμενο άρθρο έχουμε μιλήσει για τα διάφορα είδη του βουτύρου και είναι ίσως περισσότερα απ’ όσα νόμιζες. Δεν έχουμε μιλήσει, όμως, για τη μαργαρίνη, την οποία πολλές φορές προτιμούσαν οι γιαγιάδες μας στη μαγειρική και τη ζαχαροπλαστική, μεταξύ άλλων και λόγω του χαμηλότερου κόστους της.

Με την πάροδο των χρόνων, καθώς άρχισε να γίνεται πιο γνωστή η σχέση ανάμεσα στην υψηλή πρόσληψη κορεσμένων λιπαρών και τον αυξημένο καρδιαγγειακό κίνδυνο, αρκετοί καταναλωτές στράφηκαν σε προϊόντα με περισσότερα ακόρεστα λιπαρά, όπως ορισμένες μαργαρίνες. Άλλοι πάλι, ακόμη και σήμερα, χρησιμοποιούν τον όρο «βούτυρο» για να αναφερθούν και στη μαργαρίνη.

Ωστόσο, το βούτυρο και η μαργαρίνη διαφέρουν κυρίως ως προς την προέλευση, τη σύσταση και το είδος των λιπαρών που περιέχουν. Ας δούμε τις βασικές διαφορές τους, ώστε να μάθεις να αναγνωρίζεις το καθένα και να ξέρεις πού ταιριάζουν καλύτερα.

Το βούτυρο είναι ζωικό προϊόν, παρασκευάζεται από γάλα ή κρέμα γάλακτος και είναι πλούσιο σε κορεσμένα λιπαρά. Έχει χαρακτηριστική, πλούσια και κρεμώδη γεύση και χρησιμοποιείται συχνά στο ψήσιμο, ιδιαίτερα σε κέικ, μπισκότα και ζύμες.

Η μαργαρίνη, από την άλλη, παρασκευάζεται κυρίως από φυτικά έλαια, σε συνδυασμό με νερό και άλλα συστατικά που συμβάλλουν στη σταθερότητα και την υφή της. Ανάλογα με το είδος της, μπορεί να περιέχει μεγαλύτερη αναλογία ακόρεστων λιπαρών και, όταν είναι αποκλειστικά φυτικής προέλευσης, δεν περιέχει χοληστερόλη. Η γεύση της είναι συνήθως πιο ουδέτερη και πολλές μαλακές μαργαρίνες είναι εύκολες στο άλειμμα.

Όσον αφορά την υγεία, τα πράγματα είναι πιο σύνθετα. Μια μαλακή μαργαρίνη που βασίζεται κυρίως σε ακόρεστα φυτικά έλαια μπορεί να αποτελεί καλύτερη επιλογή από το βούτυρο όταν στόχος είναι η μείωση της πρόσληψης κορεσμένων λιπαρών. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) συστήνει τα κορεσμένα λιπαρά να περιορίζονται και να αντικαθίστανται κυρίως από ακόρεστα λιπαρά φυτικής προέλευσης.

Στο παρελθόν, η μερική υδρογόνωση φυτικών ελαίων που χρησιμοποιούνταν στην παραγωγή ορισμένων μαργαρινών αποτελούσε σημαντική πηγή βιομηχανικά παραγόμενων trans λιπαρών. Σήμερα, όμως, η εικόνα είναι διαφορετική. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση ισχύει ανώτατο όριο 2 γραμμαρίων βιομηχανικά παραγόμενων trans λιπαρών ανά 100 γραμμάρια λίπους στα τρόφιμα που προορίζονται για τον τελικό καταναλωτή. Ο ΠΟΥ είχε θέσει ως στόχο την εξάλειψη των βιομηχανικά παραγόμενων trans λιπαρών από την παγκόσμια διατροφική αλυσίδα έως το 2023, καθώς η κατανάλωσή τους αυξάνει τον κίνδυνο καρδιαγγειακών νοσημάτων.


Επομένως, το βούτυρο προσφέρει πιο πλούσια γεύση και άρωμα και είναι ιδιαίτερα χρήσιμο σε πολλές συνταγές, ενώ η μαργαρίνη μπορεί να αποτελεί μια πρακτική εναλλακτική με διαφορετικό προφίλ λιπαρών. Πρόκειται για δύο διαφορετικά προϊόντα και η επιλογή εξαρτάται από τη χρήση, το συγκεκριμένο προϊόν και τη συνολική διατροφή.

Σε γενικές γραμμές, οι μαλακές μαργαρίνες με περισσότερα ακόρεστα λιπαρά μπορεί να είναι προτιμότερες από το βούτυρο όταν στόχος είναι ο περιορισμός των κορεσμένων.

Αν θέλεις να περιορίσεις και τα δύο, μπορείς επίσης να χρησιμοποιήσεις ελαιόλαδο ή άλλα φυτικά έλαια, ανάλογα με τη συνταγή.

Διάβασε ακόμα: