Η σκαλιστή κολοκύθα του Halloween, γνωστή ως Jack-o’-Lantern, συνδέεται με έναν παλιό ιρλανδικό λαϊκό μύθο για έναν άνδρα που ονομαζόταν Stingy Jack, δηλαδή «Τσιγκούνης Τζακ». Σύμφωνα με μια γνωστή εκδοχή της ιστορίας, ο Jack ήταν ένας πονηρός και φιλάργυρος άνθρωπος, ο οποίος κατάφερε να εξαπατήσει τον ίδιο τον Διάβολο δύο φορές. 

Την πρώτη φορά, ενώ βρίσκονταν σε μια ταβέρνα, ο Jack τον έπεισε να μεταμορφωθεί σε ένα ασημένιο νόμισμα, ώστε να πληρώσει το ποτό τους. Μόλις ο Διάβολος πήρε τη μορφή του νομίσματος, ο Jack τον έκλεισε στην τσέπη του, όπου είχε τοποθετήσει έναν σταυρό, εμποδίζοντάς τον να επανέλθει στην κανονική του μορφή. Τελικά, τον άφησε ελεύθερο, μόνο αφού εκείνος υποσχέθηκε να μην πάρει ποτέ την ψυχή του στην Κόλαση. Ωστόσο, ο Jack δεν σταμάτησε εκεί. 

Όταν ο Διάβολος επέστρεψε, για να τον συναντήσει ξανά, ο Jack τού ζήτησε να ανέβει σε ένα δέντρο για να κόψει ένα μήλο. Μόλις εκείνος ανέβηκε, ο Jack χάραξε σταυρούς στον κορμό, παγιδεύοντάς τον για δεύτερη φορά. Ο Διάβολος αναγκάστηκε να υποσχεθεί ότι δεν θα έπαιρνε την ψυχή του στην Κόλαση, προκειμένου να μπορέσει να κατέβει. 

Ωστόσο, όταν ο Jack πέθανε, δεν έγινε δεκτός ούτε στον Παράδεισο, εξαιτίας της αμαρτωλής ζωής του, ούτε στην Κόλαση, λόγω της υπόσχεσης που είχε αποσπάσει από τον Διάβολο. Έτσι, καταδικάστηκε να περιπλανιέται αιώνια στο σκοτάδι, χωρίς να βρίσκει έναν τόπο για να αναπαυθεί. 

Jack-o'-lantern

Σύμφωνα με μια γνωστή εκδοχή της ιστορίας, ο Jack ήταν ένας πονηρός και φιλάργυρος άνθρωπος, ο οποίος κατάφερε να εξαπατήσει τον ίδιο τον Διάβολο δύο φορές.

Σύμφωνα με τον μύθο, ο Διάβολος τού έδωσε ένα αναμμένο κάρβουνο για να φωτίζει τον δρόμο του, το οποίο ο Jack τοποθέτησε μέσα σε ένα άδειο, σκαλισμένο γογγύλι μέσα σε ένα άδειο, σκαλισμένο γογγύλι, δημιουργώντας ένα αυτοσχέδιο φανάρι. Από αυτή την ιστορία προέρχεται η ονομασία Jack-o’-Lantern.

Η παράδοση των σκαλισμένων φαναριών εμφανίστηκε στην Ιρλανδία και σε άλλες περιοχές των Βρετανικών Νήσων, όπου οι άνθρωποι χρησιμοποιούσαν γογγύλια και άλλα ριζώδη λαχανικά, χαράζοντας πάνω τους τρομακτικά πρόσωπα και τοποθετώντας στο εσωτερικό τους μια πηγή φωτός, όπως κεριά. Τα φαναράκια αυτά συνδέθηκαν με λαϊκές δοξασίες και την πεποίθηση ότι μπορούσαν να απομακρύνουν τα κακά πνεύματα ή να προστατεύσουν τα σπίτια από ανεπιθύμητες υπερφυσικές παρουσίες. 

Αργότερα, Ιρλανδοί και άλλοι μετανάστες μετέφεραν το έθιμο στη Βόρεια Αμερική, όπου η κολοκύθα αντικατέστησε σταδιακά το γογγύλι, καθώς ήταν μεγαλύτερη, ευκολότερη στο σκάλισμα και άφθονη κατά τη φθινοπωρινή περίοδο. Με την πάροδο του χρόνου, η φωτισμένη κολοκύθα καθιερώθηκε σταδιακά ως ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα σύμβολα του Halloween, εξελισσόμενη σε ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα σύμβολα της γιορτής.