Τα τελευταία χρόνια, η διαλειμματική νηστεία συζητείται όλο και περισσότερο. Πολλοί τη θεωρούν αμφιλεγόμενη, άλλοι τη δοκιμάζουν για να χάσουν βάρος, άλλοι για να ελέγξουν το ζάχαρό τους και πάει λέγοντας.
Πρόκειται στην ουσία για ένα διατροφικό πρότυπο που εναλλάσσει περιόδους φαγητού με περιόδους νηστείας, εστιάζοντας περισσότερο στο πότε τρώμε και λιγότερο στο τι τρώμε.
Βέβαια, σύμφωνα με νέα μελέτη που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό BMJ Medicine, τα πράγματα είναι λίγο πιο περίπλοκα, αφού η συγκεκριμένη ώρα κατανάλωσης φαγητού μπορεί να επηρεάσει το αποτέλεσμα της δίαιτας. Και, σύμφωνα με την ίδια μελέτη, δεν είναι όλες οι ώρες το ίδιο αποτελεσματικές.
Για τις ανάγκες της έρευνας, αναλύθηκαν δεδομένα υγείας από 41 προηγούμενες τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες δοκιμές, στις οποίες συμμετείχαν περισσότεροι από 2.200 άνθρωποι. Επίσης, οι συμμετέχοντες κατηγοριοποιήθηκαν ανάλογα με την ώρα της ημέρας που έτρωγαν (νωρίς, στη μέση της μέρας, αργά ή σε ώρα της επιλογής τους), αλλά και τη διάρκεια του ημερήσιου διατροφικού «παραθύρου» (λιγότερο από 8 ώρες, ακριβώς 8 ώρες ή περισσότερο από 8 ώρες).
Τι έδειξε η έρευνα
Σύμφωνα με τα αποτελέσματα, δεν έχει σημασία μόνο πόσες ώρες διαρκεί το «παράθυρο» κατανάλωσης τροφής, αλλά κυρίως πότε μέσα στη μέρα τρώμε. Συγκεκριμένα, η κατανάλωση των γευμάτων νωρίτερα μέσα στην ημέρα, δηλαδή η ολοκλήρωση του φαγητού το απόγευμα ή νωρίς το βράδυ, φάνηκε να συνδέεται με καλύτερους μεταβολικούς δείκτες, με βάση όσους συμμετείχαν στην έρευνα.
Συγκεκριμένα, παρατηρήθηκαν βελτιώσεις στο σωματικό βάρος, στη γλυκόζη νηστείας, στην ευαισθησία στην ινσουλίνη και σε ορισμένες παραμέτρους του λιπιδαιμικού προφίλ.
Αντίθετα, τα ωράρια που εκτείνονταν αργά το βράδυ δεν εμφάνισαν τα ίδια οφέλη. Αυτό φαίνεται να σχετίζεται με τον κιρκάδιο ρυθμό, κοινώς, το βιολογικό μας ρολόι, καθώς ο οργανισμός διαχειρίζεται καλύτερα τη γλυκόζη και την ινσουλίνη τις πρωινές και μεσημεριανές ώρες, σε σχέση με τις βραδινές.
Ίσως αυτό εξηγεί τον λόγο για τον οποίο ορισμένες μελέτες σχετικά με τη διαλειμματική νηστεία έχουν δώσει αντικρουόμενα αποτελέσματα.
Διάβασε ακόμη: