Λατρεύεις τη γεύση του κρεμμυδιού στη χωριάτικη σαλάτα, ιδιαίτερα αυτή την εποχή; Αυτό ίσως είναι καλό σημάδι για την αρτηριακή σου πίεση, σύμφωνα με μία νέα έρευνα, η οποία μελέτησε κάτι πολύ ενδιαφέρον για το λαχανικό που χρησιμοποιούμε κατά κόρον στην ελληνική κουζίνα, σχεδόν σε όλα τα μαγειρευτά. 

Ερευνητές με επικεφαλής ομάδα του Πανεπιστημίου του Κουίνσλαντ δημοσίευσαν στο επιστημονικό περιοδικό BMC Medicine μια μελέτη σχετικά με τη σχέση μεταξύ της προτίμησης στα κρεμμύδια και της αρτηριακής πίεσης. 

Πιο συγκεκριμένα, εξέτασαν γονίδια που σχετίζονται με τη γεύση και την όσφρηση, προκειμένου να διαπιστώσουν αν συγκεκριμένες τροφές συνδέονται με συγκεκριμένες ασθένειες, μια προσέγγιση που, σύμφωνα με τους ίδιους, μπορεί να βοηθήσει τους επιστήμονες να κατανοήσουν καλύτερα τον τρόπο με τον οποίο η διατροφή συμβάλλει στην εμφάνιση χρόνιων νοσημάτων.

Σύμφωνα με τους ερευνητές, η γεύση και η όσφρηση αποτελούν βασικούς βιολογικούς παράγοντες που επηρεάζουν τις διατροφικές μας επιλογές. 

Πώς πραγματοποιήθηκε η μελέτη

Για να εξετάσουν τη σχέση ανάμεσα στην προτίμηση ορισμένων ανθρώπων για τα κρεμμύδια και τις τιμές της αρτηριακής τους πίεσης, οι ερευνητές χρησιμοποίησαν δεδομένα από τη βάση UK Biobank, μία από τις μεγαλύτερες και σημαντικότερες βάσεις βιοϊατρικών δεδομένων στον κόσμο και ανέπτυξαν ένα γενετικό μοντέλο βασισμένο σε περισσότερες από 1.200 γενετικές παραλλαγές που εντοπίστηκαν σε 325 γονίδια υποδοχέων γεύσης και όσφρησης. Στη συνέχεια αξιολόγησαν τη σχέση αυτών των γενετικών χαρακτηριστικών με την προτίμηση και την κατανάλωση 140 διαφορετικών τροφίμων.

Η μελέτη βασίστηκε σε στοιχεία από περισσότερους από 160.000 ενήλικες, ηλικίας 37 έως 73 ετών, γεγονός που καθιστά τα αποτελέσματα ιδιαίτερα αξιόπιστα. Στη συνέχεια, επαλήθευσαν τα ευρήματα σε μια δεύτερη ομάδα ατόμων ηλικίας περίπου 25 ετών, από τη μακροχρόνια μελέτη με τίτλο Avon Longitudinal Study of Parents and Children, ώστε να επιβεβαιώσουν ότι τα ίδια γενετικά πρότυπα εμφανίζονταν και σε νεότερες ηλικίες.

Επιπλέον, συνδύασαν τα ευρήματά τους με μια στατιστική μέθοδο που ονομάζεται Mendelian Randomization (Μεντελιανή τυχαιοποίηση). Η μέθοδος αυτή αξιοποιεί τις φυσικές γενετικές διαφορές μεταξύ των ανθρώπων, ώστε να βοηθήσει τους επιστήμονες να διακρίνουν την αιτιώδη σχέση από την απλή συσχέτιση στις μελέτες υγείας.

Με τον τρόπο αυτό προσομοιώνεται, σε έναν βαθμό, ένα ελεγχόμενο πείραμα - κάτι που είναι εξαιρετικά δύσκολο να πραγματοποιηθεί στη διατροφική επιστήμη, όπου οι περισσότερες έρευνες βασίζονται στις προσωπικές δηλώσεις των συμμετεχόντων για το τι τρώνε, οι οποίες συχνά δεν είναι απολύτως αξιόπιστες.

Τα κρεμμύδια ξεχώρισαν

Και ερχόμαστε στο κυρίως ζητούμενο: ανάμεσα στα 140 τρόφιμα που εξετάστηκαν, τα κρεμμύδια ήταν εκείνα που ξεχώρισαν. Παρότι και άλλα τρόφιμα εμφάνισαν ισχυρές γενετικές συσχετίσεις, μόνο τα κρεμμύδια διατήρησαν σταθερά τα αποτελέσματά τους σε όλους τους ελέγχους που πραγματοποίησαν οι ερευνητές. 

Το εύρημα μάλιστα επαναλήφθηκε και στη νεότερη ηλικιακή ομάδα, ενώ ήταν επίσης συμβατό με τα πραγματικά στοιχεία σχετικά με την κατανάλωση κρεμμυδιών.

Η έρευνα έδειξε ότι η γενετική προδιάθεση να αρέσουν τα κρεμμύδια συνδέθηκε με χαμηλότερη συστολική και διαστολική αρτηριακή πίεση, καθώς και με μικρότερο κίνδυνο εμφάνισης σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2.

Φυσικά, τα κρεμμύδια δεν είναι η μαγική λύση για να μειώσεις την πίεση. Παρότι τα νέα ευρήματα είναι ιδιαίτερα ενδιαφέροντα, δεν αλλάζουν τις σημερινές οδηγίες για τη διαχείρισή της. 

Οι ειδικοί εξακολουθούν να συστήνουν μια διατροφή πλούσια σε φρούτα, λαχανικά, δημητριακά ολικής άλεσης, όσπρια, ξηρούς καρπούς και άπαχες πηγές πρωτεΐνης, με ταυτόχρονο περιορισμό του νατρίου (δηλαδή του αλατιού), των προστιθέμενων σακχάρων και των κορεσμένων λιπαρών.

Σύμφωνα με τους ίδιους, η διατροφή που ονομάζεται DASH (Dietary Approaches to Stop Hypertension) παραμένει ένα από τα καλύτερα μελετημένα διατροφικά πρότυπα για τη μείωση της αρτηριακής πίεσης και περιλαμβάνει μεγάλη ποικιλία λαχανικών - ανάμεσά τους και τα κρεμμύδια - ως μέρος ενός συνολικά υγιεινού τρόπου διατροφής.

Τα ευρήματα θα πρέπει ακόμη να επιβεβαιωθούν σε μεγαλύτερους και πιο ποικιλόμορφους πληθυσμούς προτού εξαχθούν οριστικά συμπεράσματα. Παρ' όλα αυτά, η μελέτη αποτελεί ένα σημαντικό πρώτο βήμα και δείχνει ότι τα γονίδια της γεύσης και της όσφρησης αποτελούν πολλά υποσχόμενα εργαλεία για τη μελέτη της σχέσης μεταξύ διατροφής και νόσου και μπορούν να ενισχύσουν τα στοιχεία σχετικά με την αιτιώδη σχέση στη διατροφική έρευνα.

Διάβασε ακόμη: