Μπαίνοντας στον Πειναλέων περνάς από ένα στενό διάδρομο με γλάστρες και καλλωπιστικά. Μπαίνεις σε ένα χολ όμορφα διακοσμημένο με πολλά φωτάκια και όμορφα παλιά έπιπλα και αντικείμενα, αλλά και καλάθια με λαχανικά εποχής. Στα δεξιά, η κουζίνα στέλνει απ’ το ανοιχτό παράθυρο λιγωτικές μυρωδιές, ενώ στα αριστερά σου βρίσκεται η είσοδος στη σάλα. Τα τραπέζια της είναι στρωμένα με καρώ τραπεζομάντιλα και οι τοίχοι διακοσμημένοι με άπειρα αναμνηστικά -κάποια αγορασμένα από το Μοναστηράκι ή φιλοτεχνημένα από θαμώνες. Στο τέλος της σάλας το αναμμένο τζάκι ζεσταίνει το χώρο και την ατμόσφαιρα. Ανάμεσα στα δυο από τα τρία παράθυρα που ανοίγουν τα παντζούρια τους στη Μαυρομιχάλη είναι κρεμασμένο και το κάδρο με το σκίτσο του Πειναλέοντα.
Ποιος είναι όμως ο Πειναλέων; Ένας εμβληματικός σατυρικός χαρακτήρας, που δημιούργησε η φαντασία του σκιτσογράφου-γελιογράφου Μποστ (Μέντη Μποσταντζόγλου), ο οποίος ήταν μόνιμα πεινασμένος κι ενσάρκωνε τον φτωχό και άνεργο Έλληνα των λαϊκών στρωμάτων που είχε κολλητούς την «Ανεργίτσα» και τη «ρακένδυτη Ελλάς».
Οι ιστορίες της Ιστορίας - το νέο βιβλίο του Μακάριου Αβδελιώτη
Είχα χρόνια να έρθω, όμως νιώθω τόσο όμορφα γιατί εδώ δεν είναι απλώς μια ταβέρνα, είναι ένας χώρος που έγινε στέκι για πολλούς ανθρώπους, σπίτι και αγκαλιά για κάποιους άλλους. Η παρουσίαση του βιβλίου του Μακάριου έγινε αργά το απόγευμα κι είχε μεγάλη επιτυχία. Τον έχω ακόμη στ’ αυτιά μου να αναρωτιέται σαστισμένος αν όλοι εκείνοι που προλόγισαν το βιβλίο του μιλούσαν για τον ίδιο ή για κάποιον άλλον. Τόσο σεμνός, τόσο αθώος, τόσο αληθινός.
Το βιβλίο του, με τίτλο «Ταβέρνα ο Πειναλέων οι ιστορίες της ιστορίας», που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις Εκδόσεις Καμηλοπάρδαλη, είναι μια σειρά από διηγήματα - ιστορίες δηλαδή που σχετίζονται με την εν λόγω ταβέρνα, όπως τις έζησε και τις διηγήθηκε ο ίδιος στη δημοσιογράφο Γεωργία Δρακάκη. Εκείνη τις κατέγραψε με ελάχιστες προσαρμογές, μόνο τις απαραίτητες.
Σήμερα, μερικές μέρες μετά, έχω τελειώσει την ανάγνωσή του βιβλίου και βλέπω τα πράγματα πιο κάθαρα. Μιλώντας για κλασικές αθηναϊκές ταβέρνες σκέφτομαι πως μία από τις πρώτες-πρώτες θέσεις στη λίστα κατέχει δικαιωματικά ο Πειναλέων. Γιατί για τουλάχιστον 50 χρόνια κρατά τη φλόγα της παράδοσης αναμμένη, μέσα σε ένα νεοκλασικό της Μαυρομιχάλη, όπου η ταβερνοκατάνυξη καλά κρατεί ακόμη.
Ο Μακάριος Αβδελιώτης και τα ανίψια του Γιάννης και Φοίβος, οι φιλόξενοι οικοδεσπότες της, μας υποδέχτηκαν με κρασάκι, μεζέ και όμορφες κουβέντες ένα ήσυχο απόγευμα στα τέλη του Φεβρουαρίου.
Ταβέρνα ο Πειναλέων
Χαριτολογώντας θα μπορούσαμε να πούμε πως σήμερα ο Μακάριος - επισήμως συνταξιούχος πια - είναι περισσότερο συγγραφέας και τραγουδιστής, παρά ταβερνιάρης, αφού υποτίθεται πως αποσύρθηκε αφήνοντας το τιμόνι της ταβέρνας στα χέρια των ανιψιών του. Και μπορεί ως ένα βαθμό να τα έχει καταφέρει, όμως η ψυχή του είναι πάντα εκεί, είτε είναι παρών είτε απών.
Το μαρτυρά κάθε μικρή λεπτομέρεια, κάθε αντικείμενο, κάθε παλιό έπιπλο, καθρέφτης, ζωγραφιά, αφίσα, μουσικό όργανο που πιάνει μια γωνιά στη σάλα ή μια θεσούλα στον τοίχο, αλλά και το μενού που μένει ακόμα το ίδιο και το οποίο διαμόρφωσε ο Μακάριος με τα χρόνια ή στο τραγούδι του όταν τον πιάνουν τα μεράκια και συνοδεύσει τους μουσικούς που παίζουν κάποιες μέρες στο μαγαζί. Μια φορά να δηλώσεις ταβερνιάρης, σου μένει για πάντα η ρετσινιά. Ή το παράσημο αν θες.
Ο Πειναλέων πρωτάνοιξε το 1975. Οι πρώτοι ιδιοκτήτες του ήταν ένα ζευγάρι, ο Αντώνης Φιτσιάδης και η Κλειώ, δημοσιογράφος της εφημερίδας Αυγή. Το 1977 έκλεισε και λίγο αργότερα τον πήρε ο Μακάριος με τον ηθοποιό Βασίλη Τσιπίδη, ο οποίος το ‘81 αποχώρησε κι έμεινε μόνος στο μαγαζί, αποφασίζοντας πως είναι ταβερνιάρης, όπως του αρέσει να λέει. Όμως ο Μακάριος είναι πολλά περισσότερα. Μάγειρας, σερβιτόρος, επιχειρηματίας, οικοδεσπότης, ψυχολόγος, εξισορροπιστής καταστάσεων, κύριος!
«Έχω ρίξει πάρα πολλή δουλειά εδώ μέσα, 45 χρόνια, καθημερινά, επτά μέρες την εβδομάδα», θυμάται και προσθέτει: «και με λιγότερο προσωπικό, γιατί οι συνθήκες τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια με την κρίση, υποφέραμε. Η πρώτη κρίση ήταν γύρω στο 2010, την οποία μόλις ισορροπήσαμε και ξαναγέμισε το μαγαζί ήρθε η άλλη με την απαγόρευση του τσιγάρου και το κακό ολοκληρώθηκε με τον covid και τις καραντίνες. Σήμερα σιγά - σιγά το βρίσκουμε ξανά».
Ο Μακάριος
Ο Μακάριος γεννήθηκε στη Μέσα Διδύμα, ένα από τα Μαστιχοχώρια της Χίου και από μικρός έμαθε να δουλεύει στο πλευρό της μάνας και του πατέρα του, που υπήρξε έμπορος, μπακάλης και καφετζής. Τους βοηθούσε πάντα, πότε ψήνοντας τον καφέ, πότε κρατώντας το δίσκο και σερβίροντας, πότε κουβαλώντας εμπορεύματα ή βγάζοντας τα ζώα για βοσκή.
Τελειώνοντας το σχολείο, ήρθε στην Αθήνα, αρχικά για σπουδές στη Σιβιτανίδειο. Τα καλοκαίρια όμως που γύριζε στο χωριό έδινε πάντα ένα χέρι βοηθείας στον πατέρα του, ακόμη κι όταν είχε πια την ταβέρνα στην Αθήνα, μέχρι που το καφενείο στο χωριό έκλεισε κι ο Μακάριος άνοιξε ένα καλοκαιρινό μαγαζί στο νησί μόλις βρήκε το κατάλληλο σημείο.
«Το μαγαζί ήταν μικρό, αλλά είχε μια ξύλινη εξέδρα μέσα στη θάλασσα, την οποία ήθελε να μετατρέψει σε πλώρη, ώστε από μακριά να μοιάζει με καράβι. Τη φτιάξανε με τον Νίκο το Χατζή που έκανε σκηνικά στις ταινίες του αδερφού μου, Δήμου Αβδελιώτη. Έγινε χαμός με το που άνοιξε, μέχρι που δεν είχαν καρέκλες να βάλουν τον κόσμο να κάτσει. Η κούραση βέβαια ήταν μεγάλη. Δέκα χρόνια άντεξε, μέχρι που έληξε το συμβόλαιο και το άφησε. Η νοτιά έκανε κι αυτή τη δουλειά της κι έτσι το "καράβι" έγινε ξανά εξέδρα».
Μια ιστορία ακόμα
Θυμάται και μου μεταφέρει μια ακόμη ιστορία από εκείνα τα χρόνια. Την κρατάει λέει για το επόμενο βιβλίο του: «Ο πατέρας μου για τα εμπόρια του πήγαινε στις Οινούσες και στα Ψαρά. Τον Σεπτέμβρη οι τσομπάνηδες του παράγγελναν αλεύρι, αλλά χοντροαλεσμένο, γιατί θέλανε να το φτιάξουν ξινόχοντρο. Το άλεθε στο χωριό ο θείος μου ο μυλωνάς, αδερφός της μητέρας μου, που είχε μύλο παραδοσιακό με μυλόπετρες, ανεβάζοντάς τες μερικά χιλιοστά ώστε να αλέθουν το στάρι χοντρό. Πάμε λοιπόν με ένα σαραβαλάκι Opel caravan - σκυλί σωστό που το είχα πάρει δώρο μαζί με την ταβέρνα - σε ένα άλλο χωριό, στα Φλάτσια, γύρω στα 8 χιλιόμετρα από το δικό μας για να βρούμε σιτάρι. Καθόμαστε μαζί στο καφενείο του χωριού και μου λέει ο πατέρας μου, εσύ μη μιλάς, άστο πάνω μου. Πίνουμε τον καφέ. Γεια σας πατριώτες, πώς από δω, μας ρωτάνε. Μωρέ, μου παραγγείλανε κάτι ρεβίθια, λέει ο πατέρας μου, κι επειδή ξέρω πως εδώ τα χώματά σας είναι καλά κι είστε νοικοκυραίοι, ήρθα μήπως βρω. Βρε Γιάννη, είχα κάτι ρεβίθια, μα τα πούλησα, του λέει ένας. Έχω όμως σιτάρι άμα θες, κάνα δύο τόνους, πολύ ωραίο. Εντάξει, του λέει ο πατέρας μου, μια που νταραβεριζόμαστε τόσα χρόνια, θα σε ελαφρώσω. Θα σου πάρω 500 κιλά, τι να σε κάνω; Και το έπαιρνε σε πολύ καλή τιμή, πολύ καλύτερη από το να πήγαινε γυρεύοντας σιτάρι απ’ την αρχή. Λοιπόν αυτά ήταν μαθήματα ζωής για μένα».
Η επόμενη γενιά του Πειναλέοντα
Τα μαγαζιά μπορεί να τα παντρεύτηκε, όμως σήμερα είναι πολύ χαρούμενος που τον Πειναλέοντα συνεχίζουν ο Γιάννης και ο Φοίβος, που είναι οικογένειά του, ανίψια του, γιατί τα ξένα χέρια είναι μαχαίρια, όπως χαρακτηριστικά λέει.
Ο Γιάννης από τόσος δα ζητούσε απ’ τον πατέρα του να τον πηγαίνει στον Πειναλέοντα να βοηθά τον Μακάριο. Αλλά κι ο τρίτος ανιψιός, ο Αλέξανδρος, που είναι επαγγελματίας μουσικός, βοηθάει όποτε του αφήνει λίγο χρόνο η τέχνη του και το πιάνο.
Τι θα φας εδώ
Καλές οι ιστορίες, αλλά στον Πειναλέων τρώμε και μάλιστα καλά. Ο κατάλογος δεν έχει αλλάξει τα τελευταία χρόνια κι από όλα τα ωραία του θα σου πρότεινα να διαλέξεις για αρχή την πράσινη σαλάτα του, το ψητό μαστέλο και τους αφράτους μαραθοκεφτέδες του.
Για τη συνέχεια κάτι της ώρας ή μαγειρευτό. Εγώ ψηφίζω τους μερακλήδικους κεφτέδες ή τα μπιφτέκια του - απλά ή γεμιστά, φάβα ή γίγαντες, το εξαιρετικό χοιρινό κότσι ή χοιρινό με μαστίχα Χίου που το σερβίρει με πουρέ πατάτας κι από μοσχαράκι, το χουνκιάρ μπεγεντί. Συνοδεύουμε με κρασάκι και ούζο ή τσίπουρο του Στουπάκη, από τη Χίο φυσικά.
Ο Πειναλέων εξακολουθεί να δουλεύει επτά μέρες την εβδομάδα, εκτός εκτάκτων περιστατικών. Αν κάποια μέρα χρειαστεί να κλείσουν το ανακοινώνουν στα social τους. Τις περισσότερες Τετάρτες και Παρασκευές έχουν και ζωντανή μουσικούλα, από εξαιρετικούς μουσικούς και καλούς φίλους του μαγαζιού.
Όσο για το σέρβις, τα είπαμε. Ο Γιάννης, ο Φοίβος κι ο Αλέξανδρος θα σε περιποιηθούν με χαμόγελο κι ευγένεια.
Πειναλέων
Μαυρομιχάλη 152, Εξάρχεια
Τηλέφωνο: 210-64.40.945
Ωράριο λειτουργίας: Δευτέρα και Τρίτη 18:30-00:00, Τετάρτη και Σάββατο 18:30-01:00, Πέμπτη 18:30-02:00, Παρασκευή 18:30-01:30, Κυριακή 13:30-23:30
Κόστος: 25 ευρώ / άτομο, χωρίς κρασί