Δεν είναι άλλο ένα εστιατόριο μουσείου που θα τσιμπήσεις κάτι, μετά τη βόλτα σου ανάμεσα στα εκθέματα. Στο εστιατόριο του Μουσείου Ελληνικού Πολιτισμού Μπενάκη επί της Βασιλίσσης Σοφίας θα πας επί τούτου. Και έχω πολλούς λόγους για να επιχειρηματολογήσω.
Ο χώρος του είναι φωτεινός, γεμάτος έργα τέχνης να σε πλαισιώνουν στους τοίχους γύρω σου και αποπνέει μία αύρα χαλαρότητας αλλά και εκλεπτυσμένης ατμόσφαιρας, ως χώρος του μουσείου. Εκεί δεν θα δεις μόνο τουρίστες, αλλά και ανθρώπους που έχουν έρθει για να κάνουν ένα επαγγελματικό ραντεβού και Έλληνες που το επιλέγουν συνειδητά για την έξοδό τους για φαγητό.
Βγαίνοντας προς τα έξω θα δεις μία όμορφη και περιποιημένη βεράντα, μπροστά στην οποία απλώνονται τα φώτα της πόλης. Η Βουλή των Ελλήνων και ο Εθνικός Κήπος απέναντί σου, η Ακρόπολη και όλος ο αθηναϊκός παλμός. Ιδανική ώρα να πας το σούρουπο και, αν στο επιτρέπει ο καιρός, να καθίσεις έξω και να το απολαύσεις μαζί με όλη την εμπειρία που σου προσφέρει το μουσείο, σαν τουρίστας στην ίδια σου την πόλη.
Άλλωστε, το εστιατόριο δεν λειτουργεί μόνο τις ώρες που είναι ανοικτό στο κοινό το μουσείο, αλλά έχει δικό του, αυτόνομο ωράριο και αυτός είναι ένας ακόμη λόγος για να το επισκεφτείς.
Και τώρα ερχόμαστε στο φαγητό. Αυτό που με εντυπωσίασε στο εστιατόριο είναι ότι δεν προσπαθεί, μέσα από το φαγητό του, το οποίο φέρει την υπογραφή του «Δειπνοσοφιστήριον», να δείξει στους επισκέπτες πόσο προχωρημένο και «γκουρμέ» είναι, ούτε να εντυπωσιάσει μέσα από περίτεχνες εμφανίσεις των πιάτων και μισελενάτες τεχνικές. Σου προσφέρει γνήσια ελληνική κουζίνα, πιάτα που σου θυμίζουν το σπίτι σου και τις πιο ωραίες αναμνήσεις, με μία ελάχιστη πινελιά που τα φέρνει στο σήμερα, τόσο – όσο όμως, που θα έχει να κάνει είτε με την παρουσίαση, είτε με τον συνδυασμό διαφορετικών γεύσεων.
Γιώργος Σίσκος: Αποτυπώνοντας μνήμες στο πιάτο
Άλλωστε για όλα αυτά μου μίλησε και ο σεφ που βρίσκεται πίσω από τη δημιουργία των πιάτων, ο Γιώργος Σίσκος, με τη φρεσκάδα και την ειλικρίνειά του. Και μπορεί να μου ακούστηκε στην αρχή λίγο συνηθισμένο το πόσο πολύ λατρεύει και αποτυπώνει σε αυτά τη γεύση της Ελλάδας, αλλά δοκιμάζοντας τα πιάτα του συνειδητοποίησα ότι το εννοεί με κάθε χιλιοστό της ύπαρξής του.
Σπούδασε project management, αλλά τελικά τον κέρδισε η κουζίνα, αφού η μαγειρική ήταν πάντα το μεράκι του και αυτό που αγαπούσε. Όχι μόνο ως χόμπι και ενασχόληση στο σπίτι. Ήξερε, ότι τελικά ο επαγγελματικός του δρόμος θα τον οδηγήσει εκεί, όπως και έγινε. «Δεν είναι μόνο ότι θέλω να μαγειρεύω, αλλά να βάλω κι εγώ το λιθαράκι μου, ώστε η μαγειρική να ενώσει όλους εμάς του επαγγελματίες του κλάδου, γιατί βλέπω ότι υπάρχει αρκετός ανταγωνισμός και αυτό είναι κάτι που είναι εντελώς έξω από εμένα. Θεωρώ ότι ο καθένας μας μπορεί να προσφέρει το δικό του στοιχείο και υπάρχει χώρος, ώστε να είμαστε όλοι μία ομάδα, για να εξελίξουμε τη μαγειρική στη χώρα μας».
Όπως μου εξομολογήθηκε, έχει ρίξει «κλεφτές» ματιές και στο εξωτερικό, αλλά δεν τον τράβηξε, αφού πήρε την απόφαση να «αγκαλιάσει» την ελληνική κουζίνα που λατρεύει και έχει συνδέσει με τόσες αναμνήσεις από το σπίτι του. Άλλωστε, όπως μου είπε, οι ρίζες του είναι σχεδόν από όλη την Ελλάδα και έχει μέσα του επιρροές που δεν εξαφανίζονται εύκολα. «Έχω ρίζες από Κρήτη, από Σάμο, Μικρά Ασία, από Θεσσαλία, οπότε καταλαβαίνεις ότι όταν συγκεντρωνόμασταν όλοι μαζί με τους συγγενείς μου, τρώγαμε φαγητό από κάθε μέρος της Ελλάδας και αυτές οι αναμνήσεις είναι πολύ έντονες στο μυαλό μου. Θέλω λοιπόν να τις κρατήσω, να τις αποτυπώνω στο φαγητό που προσφέρω στον κόσμο και απλώς να τους προσθέτω τη δική μου πινελιά, που όμως πάντα θα σέβεται την αυθεντικότητα και την αξία τους, ώστε ναι μεν να προσθέτει κάτι, αλλά να μην την παραποιεί».
Ο χώρος του Μουσείου Ελληνικού Πολιτισμού Μπενάκη είναι ακριβώς αυτό που χρειάζεται αυτή τη στιγμή για να μπορέσει να εκφράσει όλη του αυτή τη φιλοσοφία και την αγάπη για την ελληνική γεύση, όπως εξήγησε.
«Στόχος μου είναι να έχω ωραίο φαγητό, τίποτα άλλο. Όποιος έρθει, είτε είναι Έλληνας, είτε τουρίστας, με κράτηση ή απλώς περαστικός, θέλω να φεύγει νιώθοντας ότι έχει φάει νόστιμο φαγητό, χωρίς υπερβολές και δήθεν. Ακριβώς αυτό που είναι η ελληνική γαστρονομία δηλαδή».
Φαγητό νόστιμο σαν το σπιτικό (και λίγο παραπάνω)
Ξεκινήσαμε με ορεκτικά, γιατί τα μάτια μας πέσανε πάνω σε παραδοσιακή πίτα ταψιού και Κασιώτικα ντολμαδάκια και ήταν αδύνατο να αντισταθούμε. Η πίτα ήρθε κομμένη σε τρίγωνα και ωραία στημένη – αυτό το κάτι παραπάνω που λέγαμε ότι προστίθεται, χωρίς να χάνεται όμως η ουσία – και ήταν γεμισμένη με κολοκύθι, πράσο, τυρί και από πάνω είχε μπόλικο μαυροσούσαμο. Ήταν νόστιμη και ελαφριά, με ωραίο φύλλο χωρίς να σου αφήνει λαδίλα, σαν αυτή που θα σου έφτιαχνε η γιαγιά σου. Τα Κασιώτικα ντολμαδάκια ήταν μικρά – μικρά, κλασικά, με μοσχαρίσιο κιμά, κρέμα λεμονιού και γιαούρτι αρωματισμένο με βότανα.
Παραγγείλαμε και το αλμυρό κανταΐφι με ανθότυρο, σφέλα και γλάσο από μέλι, που ήταν κάτι που, σε αντίθεση με τα υπόλοιπα πιάτα, μου θύμισε αρκετούς παρόμοιους μεζέδες που έχω δοκιμάσει και σε άλλα εστιατόρια.
Σειρά είχε η πίνσα – το μενού έχει ελάχιστες ιταλικές επιρροές, ανάμεσα στα αυθεντικά ελληνικά πιάτα, αλλά προσαρμοσμένες στη δική μας φιλοσοφία. Άλλωστε όμως, η ιταλική κουζίνα είναι πολύ κοντά στη δική μας κουλτούρα. Ζύμη με μεσογειακά υλικά λοιπόν. Παραγγείλαμε τη βέρα ελληνική εκδοχή, με φρέσκια ντομάτα, φέτα, ελιές και κρεμμύδι. Η ζύμη της ήταν σαν να την έφτιαξε κάποιος στο σπίτι, αλλά είχε και αυτό το τραγανό και καψαλισμένο της υπόθεσης, που χρειάζεται μία πίνσα.
Και μία σαλάτα δεν υπήρχε περίπτωση να λείπει από το τραπέζι, και έτσι στη μέση προσγειώθηκε η ρεβιθοσαλάτα που συνδύαζε αρμονικά πολλές διαφορετικές γεύσεις: το όσπριο με κρεμμύδι που όμως είχε γίνει πίκλα, καπνιστά μύδια, ελαιόλαδο και μπόλικη ρίγανη. Αρωματική, δροσερή και γεμάτη φρεσκάδα.
Με τις καλύτερες εντυπώσεις, συνεχίσαμε με τα κυρίως πιάτα. Ο κόκκορας παστιτσάδα με χυλοπίτες και λεβάντα ήταν το αγαπημένο μου από όσα ήρθαν. Τετράγωνες χυλοπίτες, μεγάλες στο μέγεθος και βρασμένες al dente, μία υπέροχη σάλτσα και κρέας τρυφερό και νόστιμο, σαν λουκούμι.
Ένα από τα επίσης πιο ωραία κυρίως ήταν για εμένα το λεμονάτο ριζότο που συνδύαζε στην ουσία τεχνικές μαγειρικής της Κρήτης, απ’ όπου έχει ρίζες ο σεφ. Κρεμώδες ριζότο, με τσιγαριαστό αρνί και στάκα, με έντονη τη γεύση του λεμονιού, που θύμιζε και λεμονάτο κατσαρόλας της μαμάς. Δεδομένου ότι δεν τρώω αρνί, μόνο το ότι το έφαγα με μεγάλη ευχαρίστηση, είναι επιτυχία.
Παραγγείλαμε επίσης και τα κεφτεδάκια μακάλο, μία συνταγή που έρχεται από τη Φλώρινα, με μπόλικη λευκή σάλτσα, αλλά και το λαβράκι σχάρας, ένα καλά δουλεμένο πιάτο, με υπέροχες πατάτες φούρνου από δίπλα, έναν πουρέ καρότου και ένα άκρως ενδιαφέρον τσάτνει από καραμελωμένο κρεμμύδι.
Δεν μπορώ να μη μιλήσω για τα γλυκά, που ήταν ένα κι ένα. Κλασική πάστα αμυγδάλου που όλοι μας θυμόμαστε από τα παιδικά μας χρόνια, με ωραίο καβουρδισμένο αμύγδαλο και το πιο ιδιαίτερο: στη βάση κρητικό λυχναράκι, πάνω του παγωτό βανίλιας και τραγανό παστέλι και όλο αυτό να περιχύνεται με μέλι λεβάντας. Σκέτο ποίημα. Ενδιαφέρουσα και η πορτοκαλόπιτα που σερβίρεται με ένα βουτυράτο frosting από περγαμόντο, αλλά κατά τα άλλα διατηρεί τη μορφή και τη γεύση της κλασικής πορτοκαλόπιτας που όλοι ξέρουμε.
Και να κλείσω τονίζοντας το κρασί που δοκιμάσαμε, ένα ωραίο ροζέ που θύμιζε λίγο αφρώδες αλλά και χωρίς να είναι, ελαφρύ, που ταίριαζε με όλα. Ρώτησε και θα σε κατατοπίσουν.
Σημείωσε, τέλος, ότι, καθώς περιμένεις το φαγητό, στο τραπέζι που θα σου στρώσουν θα βρεις barcode το οποίο μπορείς να σκανάρεις και να χαζέψεις τα εκθέματα του μουσείου, γιατί τέχνη και γεύση πάνε μαζί!
Μουσείο Ελληνικού Πολιτισμού Μπενάκη
Κουμπάρη 1, Αθήνα
Τηλέφωνο: 210-36.71.030
Ωράριο Λειτουργίας: Τετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο 10:00 – 01:00, Κυριακή, Δευτέρα: 10:00 – 18:00, Τρίτη κλειστά
Κόστος: Περίπου 40 ευρώ / άτομο χωρίς κρασί