Σε έναν κόσμο όπου οι δυσάρεστες ειδήσεις διαδέχονται η μία την άλλη, δύσκολα μπορούσε κανείς να ξεπεράσει την είδηση που έχει κυκλοφορήσει και σύμφωνα με την οποία κουβαλάμε στον εγκέφαλό μας μικροπλαστικά ισοδύναμα με ένα πλαστικό κουτάλι. Τα ευρήματα, που δημοσιεύθηκαν στο Nature Medicine, προκάλεσαν κύμα αγανάκτησης, κυρίως σε αμερικάνικες πρωινές τηλεοπτικές εκπομπές και όχι μόνο. 

Αρκετοί χημικοί εξέφρασαν εξαρχής τους προβληματισμούς τους απέναντι στη μελέτη, η οποία βασίστηκε στην ανάλυση εγκεφάλων από μικρό δείγμα νεκρών. Σε απάντηση που δημοσιεύθηκε τον περασμένο μήνα στο Nature, ομάδα χημικών υποστήριξε ότι η χρησιμοποιούμενη τεχνική δεν μπορούσε να διακρίνει με ακρίβεια τα φυσιολογικά λιπώδη σωματίδια του εγκεφάλου από τα μικροπλαστικά και ότι η μελέτη δεν περιλάμβανε τα απαραίτητα στάδια επιβεβαίωσης, ώστε να αποκλειστεί η πιθανότητα μεταθανάτιας επιμόλυνσης ή άλλων παραπλανητικών αποτελεσμάτων.

Άλλοι χημικοί από πλευράς τους υποστήριξαν ότι τέτοια φορτία σωματιδίων θα προκαλούσαν καταστροφική απόφραξη, φλεγμονή και καταστροφή ιστών, ασύμβατες καταστάσεις με τη ζωή. 

Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι η εξάπλωση των μικροσκοπικών πλαστικών σωματιδίων δεν αποτελεί σοβαρό πρόβλημα. Ανασκόπηση που δημοσιεύθηκε τον περασμένο μήνα καταγράφει πιθανούς τρόπους με τους οποίους τα μικροπλαστικά μπορεί να βλάπτουν τον εγκέφαλο και να αυξάνουν τον κίνδυνο για νόσους όπως το Αλτσχάιμερ και το Πάρκινσον. Ωστόσο, και αυτή η εργασία έχασε μέρος της αξιοπιστίας της, καθώς παρέθετε τον ισχυρισμό του «πλαστικού κουταλιού» χωρίς επιφυλάξεις. Και πολλές ακόμη φορές έχουμε μιλήσει, βασιζόμενοι πάντα σε έρευνες και επιστημονικά στοιχεία, ότι τα μικροπλαστικά είναι πραγματικά παντού

Εδώ τίθεται, όμως, ένα σημαντικό ηθικό ερώτημα: Είναι αποδεκτό επιστήμονες, επιστημονικά περιοδικά και δημοσιογράφοι να είναι λιγότερο κριτικοί απέναντι στα αποτελέσματα ερευνών, εφόσον αυτά αφορούν σοβαρά προβλήματα δημόσιας υγείας;

Ο Μαρκ Τζόουνς, συνταξιούχος χημικός που έχει μελετήσει τα μικροπλαστικά, έχει επισημάνει μία μεταγενέστερη δημοσίευση στο Nature, την οποία το περιοδικό δεν προώθησε με την ίδια ένταση όπως τα αρχικά ευρήματα. Ο Τζόουνς έχει δηλώσει βαθιά ανήσυχος για την αποτυχία επιστημόνων και περιοδικών να διατηρήσουν υψηλά πρότυπα απόδειξης και φοβάται ότι αυτό υπονομεύει την εμπιστοσύνη του κοινού, όπως φαίνεται και από την αυξανόμενη αντίσταση απέναντι σε ζωτικής σημασίας εμβόλια.

Πριν από την εικόνα του «πλαστικού κουταλιού», υπήρχε ένας άλλος ανησυχητικός αριθμός: ότι ο μέσος άνθρωπος καταναλώνει κάθε εβδομάδα πλαστικό ισοδύναμο με μια πιστωτική κάρτα. Ο ισχυρισμός αυτός βασίστηκε σε μελέτη του 2019, η οποία χρησιμοποίησε διάφορα μοντέλα για να εκτιμήσει ότι η μέση κατανάλωση ήταν είτε 0,1 γραμμάριο, είτε 0,3 γραμμάρια, είτε 5 γραμμάρια (όσο μια πιστωτική κάρτα) την εβδομάδα.

Ο Τζόουνς σημείωσε ότι άλλοι επιστήμονες αμφισβήτησαν τις παραδοχές του μοντέλου και ότι ορισμένες μελέτες κατέληξαν πως το νούμερο των 5 γραμμαρίων ήταν υπερβολικό. Με βάση αυτά τα δεδομένα, θα χρειάζονταν περίπου 23.000 χρόνια για να καταναλώσει κανείς την ποσότητα πλαστικού μιας πιστωτικής κάρτας. Παρ’ όλα αυτά, η εκτίμηση της «πιστωτικής κάρτας» συνεχίζει να αναπαράγεται στα μέσα ενημέρωσης, στους κύκλους χάραξης πολιτικής και σε άλλες επιστημονικές εργασίες.

Στη μελέτη του «πλαστικού κουταλιού», οι ερευνητές του Πανεπιστημίου του Νέου Μεξικού σχεδίασαν τη μελέτη για να απαντήσουν σε ένα ουσιαστικό ερώτημα: υπάρχουν εδώ και χρόνια ενδείξεις ότι τα τρόφιμα και το νερό μας είναι μολυσμένα με μικροπλαστικά. Όμως οι επιστήμονες δεν γνωρίζουν πού καταλήγουν αυτά στον οργανισμό, αν αποβάλλονται ή αν συσσωρεύονται στα όργανα, ούτε ποιες είναι οι επιπτώσεις τους στην υγεία.

Η απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα είναι δύσκολη, επειδή τα πλαστικά στο εσωτερικό του σώματος είναι εξαιρετικά δύσκολο να μετρηθούν. Η ομάδα προσέγγισε το πρόβλημα λαμβάνοντας δείγματα οργάνων από νεκρούς και διαλύοντάς τα, αφαιρώντας τον -υποτίθεται- φυσιολογικό ιστό και αφήνοντας ένα υπόλειμμα που ενδεχομένως περιείχε πλαστικό. Το υπόλειμμα αναλύθηκε με τη μέθοδο της πυρόλυσης σε συνδυασμό με αέρια χρωματογραφία και φασματομετρία μάζας, μια τεχνική που ταυτοποιεί ουσίες βάσει της μάζας των θραυσμάτων τους.

Το τελικό αποτέλεσμα έδειξε μεγάλο εύρος συγκεντρώσεων πλαστικών μεταξύ διαφορετικών σωμάτων. Το εντυπωσιακό ήταν ότι ο εγκέφαλος φαινόταν να περιέχει πολύ περισσότερο πλαστικό από άλλα όργανα, σαν να το απορροφούσε κατά προτίμηση. Σχεδόν όλο το πλαστικό ήταν ενός τύπου - πολυαιθυλένιο - με αξιοσημείωτη απουσία άλλων κοινών μορφών, όπως το πολυαιθυλένιο τερεφθαλικό που χρησιμοποιείται στα πλαστικά μπουκάλια νερού και αναψυκτικών.

«Η ανάλυση θα μπορούσε να περιγραφεί ως μια καλή αρχή - μια πρώτη προσπάθεια να απαντηθεί ένα δύσκολο ερώτημα. Ορισμένοι σκεπτικοί χημικοί εμφανίστηκαν στα μέσα ενημέρωσης, όμως το μεγαλύτερο μέρος του κοινού είδε στις ΗΠΑ απλώς εντυπωσιακούς τίτλους ή τηλεοπτικές εξάρσεις αγανάκτησης, αντιμετωπίζοντας αυτά τα εξαιρετικά προκαταρκτικά ευρήματα ως αδιαμφισβήτητο γεγονός», αναφέρει σε άρθρο της στο Bloomberg LP η F.D. Flam, αρθρογράφος επιστημονικών θεμάτων. 

«Τα περιοδικά Nature και Nature Medicine φέρουν μέρος της ευθύνης για τον τρόπο με τον οποίο προώθησαν τη μελέτη του “πλαστικού κουταλιού”, αλλά όχι για τη μεταγενέστερη απάντηση. Ευθύνη φέρουν επίσης οι δημοσιογράφοι που προώθησαν άκριτα μια μεμονωμένη μελέτη ως γεγονός», λέει επίσης η ίδια. 

Τελικά μάλλον οφείλουμε να παραμένουμε όσο το δυνατόν πιο κοντά στην αλήθεια όπως τη γνωρίζουμε, να παρακολουθούμε τις εξελίξεις και σίγουρα να κάνουμε ό,τι μπορούμε για να καταπολεμήσουμε τη ρύπανση του περιβάλλοντος από το πλαστικό.

Πηγή: The Washington Post