Η ταμπέλα απ’ έξω γράφει «Οινοπαντοπωλείο Το Μπακάλικο του Φίλιππα» κι από κάτω «Εδώδιμα αποικιακά». Επιτέλους το βρήκα! Υπερυψωμένο ισόγειο με τρεις εισόδους βαμμένες καφετιές και υπόγειο. Μου πήρε λίγο χρόνο να πετύχω το στενό αλλά το λάθος ήταν δικό μου που δεν κατάλαβα την οδηγία του GPS.
Όταν πάρκαρα κι άρχισα να πλησιάζω προς το μέρος του ένα χαμόγελο μου κόλλησε στο στόμα και μια γλυκιά προσμονή με κυρίευσε, ήθελα τόσο καιρό να έρθω κι όλο κάτι γινόταν και το ανέβαλα. Ήταν νωρίς το απόγευμα, η ζέστη καλά κρατούσε ακόμη και με τη φίλη μου ανεβήκαμε βιαστικά τα σκαλοπάτια και μπήκαμε με φόρα. Διψούσαμε περισσότερο, παρά πεινούσαμε ή τουλάχιστον έτσι νομίζαμε…
Η ατμόσφαιρα
Ένα παλιακό μπακάλικο αντικρίσαμε μπροστά μας, που έμοιαζε λες και βγήκε από ασπρόμαυρο άλμπουμ με φωτογραφίες του χτες. Ψηλοτάβανο με κεραμοσκεπή επενδεδυμένη με ξύλο, με ψηλά πορτοπαράθυρα, υπέρθυρα με σιδεριές και μωσαϊκό στο πάτωμα. Τελάρα πλαστικά με φρούτα και λαχανικά στη μέση, μια ζυγαριά του περασμένου αιώνα, ένα ολόκληρος τοίχος με ράφια ως πάνω με είδη μπακαλικής, τσουβάλια με χύμα όσπρια και ρύζια, ένα ψυγείο με τυριά και αλλαντικά από τη μια, ένας πάγκος-ταμείο από την άλλη, δυο ψυγεία με αναψυκτικά και μπίρες.
Κανένα ψεύτικο σκηνικό, καμιά επιτήδευση, όλα αληθινά κι αυθεντικά, όπως παλιά. Υπάρχουν και 5-6 τραπεζάκια με καρέκλες στη μια πλευρά. Στο ένα κάθεται ένα ζευγαράκι και πάνω από τα άδεια πιάτα τους απολαμβάνουν τις τελευταίες γουλιές από το κρασί τους, στο δεύτερο δυο φίλοι τα λένε χαμηλόφωνα κουτσοπίνοντας μια μπίρα ξεροσφύρι. Φαίνονται θαμώνες. Δυο κοριτσάκια της γειτονιάς μπαίνουν τρέχοντας με τη γιαγιά τους να τα ακολουθεί από πίσω. Κολλάνε τις μύτες τους στο ψυγείο των αναψυκτικών, κάτι θέλουν. Ο Φίλιππος τα καλωσορίζει με το μικρό τους όνομα κι εκείνα τον κερνάνε χαμόγελα.
Διαλέξαμε κι εμείς ένα τραπέζι κοντά στην πόρτα. Ένας ανεμιστήρας μας έστελνε απανωτές ριπές δροσιάς που απολαμβάναμε με ευχαρίστηση. Ο Φίλιππος μας έφερε νερό, μας καλοδέχτηκε και πήρε την παραγγελία μας: κρασί λευκό, κεφτέδες, αυγά τηγανητά με πατάτες, ντοματοσαλάτα και γραβιέρα.
Κι ύστερα χάθηκε για λίγο στο κουζινάκι του που επικοινωνεί με το μαγαζί από ένα ανοιχτό παράθυρο για να βλέπει τι γίνεται. Εμείς στο μεταξύ ρίξαμε μια ματιά στη διπλανή αίθουσα, αυτή με το ξύλινο πάτωμα και τους πέτρινους τοίχους που είναι διακοσμημένη με γούστο και αυθεντικότητα.
Πώς τρώμε εδώ;
Πρώτη προσγειώθηκε στο τραπέζι η κανάτα με το κρασί, παρέα με τη λαδόκολλα που είχε πάνω της τη γραβιέρα και ένα καλαθάκι με ζυμωτό ψωμάκι. Από κείνο που δεν παίρνουμε στο σπίτι μας, γιατί προτιμάμε τα προζυμένια και τα αργής ωρίμανσης, αλλά μόλις το δούμε μπροστά μας πέφτουμε με τα μούτρα γιατί είναι τραγανό απ’ έξω, αφράτο από μέσα και κάνει τις τέλειες βούτες στη σαλάτα. Για του λόγου το αληθές ακολούθησε μια τέλεια ντοματοσαλάτα που ήταν φτιαγμένη από ολόγλυκες ντομάτες, πασπαλισμένες με μπόλικη ρίγανη που κολυμπούσαν σε ένα εξαιρετικά γευστικό ελαιόλαδο, Κρήτης μάθαμε λίγο αργότερα. Ψωμί, τυρί, ντομάτα, ρίγανη κι ελαιόλαδο. Τι άλλο θέλει ο πεινασμένος άνθρωπος να γίνει ευτυχισμένος;
Πεινούσαμε τελικά... Όταν βέβαια ήρθαν οι πατάτες με τα αυγά γίναμε ακόμη πιο ευτυχισμένοι άνθρωποι. Η πατάτα κομμένη στο χέρι, χρυσοτηγανισμένη σε καλό λάδι, ολόσωστα αλατισμένη κι από πάνω 3 αυγά μάτια. Τελικά, υπάρχει ευτυχία που κόβεται στα τρία κι ας ήμασταν μόνο δύο. Το καλύτερο ο Φίλιππας μας το φύλαξε για το τέλος. Κεφτέδες! Ούτε μικροί, ούτε μεγάλοι. Ούτε πολύ φουσκωτοί μα ούτε και πλακέ. Δεν είχαν αυτό που θα λέγαμε τέλειο ολοστρόγγυλο σχήμα, όμως είχαν άψογη υφή –τραγανοί εξωτερικά, αφράτοι από μέσα– και την τέλεια γεύση!
Αναγνωρίσαμε αμέσως τον καλό μοσχαρίσιο κιμά, το ξιδάκι που τους έδινε σπιρτάδα, τον ξερό δυόσμο που ο Φίλιππος δεν τσιγκουνεύεται καθόλου! Η Λίνα παίρνει την πρώτη μπουκιά, την απολαμβάνει με κλειστά μάτια και διακτινίζεται στην Κρήτη. Γίνεται λέει ξανά κοριτσάκι και βρίσκεται στο κουζινάκι της χανιώτισσας γιαγιάς της. Κάποια πράγματα τα βλέπεις μόνο με κλειστά τα μάτια. Έτσι δεν είναι;
Ποιος είναι όμως ο Φίλιππας και πού έμαθε να φτιάχνει τέτοιους κεφτέδες; Από ένα καραβομάγειρα, λέει. Αλλά ο ίδιος δεν νιώθει και τόσο μάγειρας ή ταβερνιάρης, όσο μπακάλης, μου εξομολογείται. Λίγα πράγματα είναι αυτά που σερβίρει στο μαγαζί πέρα από αυτά που του παραγγείλαμε. Δηλαδή, κανένα λουκάνικο, ομελέτα, μια τηγανιά με κοτόπουλο και μια ακόμη με χοιρινό, κανένα αλλαντικό κομμένο σε φετούλες, σαλάτα αγγουροντομάτα, μαρούλι, ντολμαδάκι του κουτιού, αυτά.
Κατά τα άλλα, ο Φίλιππας Σκυλοδήμος είναι ένας νέος άνθρωπος που γεννήθηκε και μεγάλωσε στον Πειραιά. Το πατρικό του βρισκόταν λίγα μόλις μέτρα από το μαγαζί τους. Εκεί στη γειτονιά έπαιζε κρυφτό και κυνηγητό με τους φίλους του, αλλά η καλύτερή του ήταν να πηγαίνει με τον πατέρα του για ψώνια στη Λαχαναγορά. Ο ίδιος σπούδασε μηχανικός δομικών έργων, όμως δεν πρόλαβε να εξασκήσει το επάγγελμα αφού με το που τέλειωσε τη σχολή ανέλαβε την επιχείρηση του πατέρα του όταν εκείνος αρρώστησε ξαφνικά. Δεν άντεχε να δει το μαγαζί κλειστό και το πήρε πάνω του το 2001. Κι έτσι, 25 χρόνια μετά, τον βρίσκουμε εδώ, ευτυχώς για εμάς. Και εκείνος όμως δεν το μετάνιωσε ούτε μια στιγμή.
Ο πατέρας του ο Νίκος, είχε πάρει το μαγαζί από κάποιο θείο του -Βούλγαρη τον έλεγαν- που θα έβγαινε στη σύνταξη. Φωτογραφία και των δύο έχει ο Φίλιππας δίπλα από το ταμείο. Ο πατέρας ήταν από ένα χωριό της Θεσσαλίας και είχε έρθει στον Πειραιά από 12 χρονών παιδί. Δούλευε μπακαλόγατος σε ένα μεγαλομπακάλικο κοντά στο λιμάνι. Κάθε πρωί φόρτωνε το καρότσι με ζαρζαβάτια κι έβγαινε να τα πουλήσει στα σπίτια.
Ο καημός ήταν να ξεπουλήσει το εμπόρευμα πριν φτάσει στις γειτονιές με τις ανηφοριές γιατί άντε ν’ ανέβει το καρότσι. Τα κατάφερε όμως και το ‘58 με το μικρό του κομπόδεμα αγόρασε το μαγαζί από το θείο. Έφερε και τ’ αδέρφια από το χωριό και στρώθηκαν όλοι μαζί στη δουλειά. Τα δέκα πρώτα χρόνια κοιμόντουσαν όλοι στρωματσάδα στο πατάρι μέχρι να ορθοποδήσουν οικονομικά και να πάνε σε κανονικό σπίτι. Με αυτές τις ιστορίες μεγάλωσε ο Φίλιππος, και, ίσως γι’ αυτό δεν του πήγαινε η καρδιά να δει το μαγαζί του πατέρα του να κλείνει. Έτσι, το κράτησε.
Το Μπακάλικο του Φίλιππα
Δεληγιώργη 16 και Σκυλίτση, Πειραιάς
Τηλέφωνο: 211-408.06.30
Ωράριο λειτουργίας: Δευτέρα και Τετάρτη 09:00-17:30, Τρίτη, Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο 09:00-23:30