Σίγουρα σου έχει τύχει να ανοίξεις το ψυγείο, να μυρίσεις ένα τρόφιμο και να σου φανεί πως έχει κάπως αλλοιωθεί, αλλά δεν είσαι και σίγουρος. Και τι κάνεις σε αυτή την περίπτωση; Το πετάς, ή ρισκάρεις να το καταναλώσεις και να πάθεις δηλητηρίαση;
Η τεχνολογία μας έχει ήδη βοηθήσει σε πάμπολλα ζητήματα της ζωής μας και, όντως, η δύναμη του AI είναι πια τόσο βοηθητική προς εμάς, που μάλλον φτάνει στα όρια του επικίνδυνου, όμως αυτή είναι μία άλλη και μεγάλη κουβέντα. Όλα αυτά τα αναφέρω διότι δεν μπορούσα να φανταστώ ότι θα εμφανιζόταν κάποια στιγμή και ένα τεχνολογικό «ρουθούνι» που θα μπορούσε να μας βοηθήσει να καταλάβουμε αν τα τρόφιμα έχουν χαλάσει, έτσι ώστε να παραμένουμε ασφαλείς.
Ερευνητές από το Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας στο Μπέρκλεϊ (UC Berkeley) ίσως έχουν βρει τη λύση: ένα ηλεκτρονικό ρουθούνι που μπορεί να ανιχνεύει με ακρίβεια τις οσμές αλλοιωμένων τροφίμων.
Τα πράγματα είναι σοβαρά. Σύμφωνα με τα Κέντρα Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων των ΗΠΑ (CDC), περίπου 48 εκατομμύρια Αμερικανοί παθαίνουν κάθε χρόνο τροφική δηλητηρίαση. Για τους περισσότερους πρόκειται για μια δυσάρεστη αλλά παροδική εμπειρία, ωστόσο υπολογίζεται ότι περίπου 3.000 άνθρωποι χάνουν τη ζωή τους ετησίως εξαιτίας τροφιμογενών νοσημάτων. Πρόκειται, λοιπόν, για ένα πρόβλημα που αξίζει να αντιμετωπιστεί.
Τον περασμένο μήνα, ερευνητική ομάδα του UC Berkeley παρουσίασε τη νέα συσκευή της στο επιστημονικό περιοδικό Science Advances. Η τεχνολογία αυτή μπορεί να αναγνωρίζει τις χαρακτηριστικές οσμές που εκπέμπουν τα αλλοιωμένα τρόφιμα με πολύ μεγαλύτερη ακρίβεια από την ανθρώπινη όσφρηση, ενώ είναι σε θέση να εντοπίζει και κοινά τροφικά αλλεργιογόνα, όπως τα φιστίκια.
Η επικεφαλής της μελέτης, Carla Bassil, υποψήφια διδάκτορας στο Τμήμα Ηλεκτρολόγων Μηχανικών και Επιστήμης Υπολογιστών του UC Berkeley, εκτιμά ότι στο μέλλον η τεχνολογία αυτή θα μπορούσε να ενσωματωθεί σε «έξυπνες» οικιακές συσκευές.
«Τα έξυπνα ψυγεία, τα οποία διαθέτουν ήδη αισθητήρες και μπορούν να συνδεθούν με το κινητό μας, αποτελούν ιδανική εφαρμογή για αυτή την τεχνολογία. Φανταστείτε το ψυγείο σας να σας ειδοποιεί ότι το μπρόκολο πρόκειται να χαλάσει σύντομα ή ότι το κοτόπουλο πρέπει να καταναλωθεί μέσα στην ημέρα».
Πώς λειτουργεί το ηλεκτρονικό ρουθούνι
Η συσκευή διαθέτει 16 διαφορετικούς αισθητήρες αερίων, καθένας από τους οποίους είναι σχεδιασμένος να αναγνωρίζει διαφορετικούς συνδυασμούς χημικών ενώσεων που σχετίζονται, είτε με αλλοιωμένα τρόφιμα, είτε με αλλεργιογόνες ουσίες.
Στη συνέχεια, αξιοποιεί αλγορίθμους μηχανικής μάθησης, τους οποίους η ερευνητική ομάδα εκπαίδευσε ώστε να αναγνωρίζουν τις οσμές επτά διαφορετικών τροφίμων: φράουλα, μύρτιλο, μπανάνα, καρύδι, φουντούκι, κάσιους και φιστίκι. Παράλληλα, το σύστημα εκπαιδεύτηκε να διακρίνει τις οσμές φρέσκου και αλλοιωμένου κοτόπουλου, γάλακτος και αυγών, αφού τα τρόφιμα είχαν παραμείνει σε θερμοκρασία δωματίου για 24 και 48 ώρες.
Κάθε αισθητήρας αντιδρά με διαφορετικό τρόπο στα μόρια των αερίων που ανιχνεύει. Οι χημικές αντιδράσεις που πραγματοποιούνται στην επιφάνειά του μετατρέπονται σε ηλεκτρικά σήματα, τα οποία αναλύονται από το σύστημα.
Εντοπίζει ακόμη και ελάχιστες ποσότητες αλλεργιογόνων
Σύμφωνα με την ερευνητική ομάδα, η συσκευή είναι αρκετά ευαίσθητη ώστε να ανιχνεύει μόλις 0,05 γραμμάρια καρυδιού, ποσότητα που αντιστοιχεί περίπου στο ένα εκατοστό ενός μέσου καθαρισμένου καρυδιού.
Ωστόσο, η Bassil επισημαίνει ότι η τεχνολογία βρίσκεται ακόμη σε πειραματικό στάδιο. Μέχρι στιγμής δεν έχει εξεταστεί αν μπορεί να αναγνωρίζει τις ίδιες οσμές όταν αυτές «μπερδεύονται» με άλλες, όπως σε μια έτοιμη σαλάτα, σε ένα μαγειρεμένο γεύμα ή μέσα σε ένα γεμάτο ψυγείο.
Από τους ανιχνευτές μονοξειδίου του άνθρακα στα έξυπνα ψυγεία
Βέβαια, η ιδέα πίσω από το ηλεκτρονικό ρουθούνι δεν είναι εντελώς καινούργια. Παρόμοια τεχνολογία χρησιμοποιείται εδώ και χρόνια στους ανιχνευτές μονοξειδίου του άνθρακα, οι οποίοι μπορούν να εντοπίσουν την παρουσία του επικίνδυνου αερίου πολύ πριν γίνει αντιληπτό από τον άνθρωπο. Η σημαντική καινοτομία της νέας συσκευής είναι ότι ενσωματώνει πολλούς αισθητήρες σε ένα μόνο μικροσκοπικό τσιπ.
Πέρα από την εργαστηριακή έκδοση της συσκευής, η ερευνητική ομάδα έχει ήδη αναπτύξει και μια φορητή εκδοχή, η οποία μπορεί να συνδεθεί με εφαρμογή σε iPhone. Περίμενε λοιπόν, γιατί σε λίγο καιρό μπορεί να την έχεις και στο δικό σου, πού ξέρεις;
Διάβασε ακόμη: