Η αυθεντικότητα είναι μία από τις πιο συχνά χρησιμοποιούμενες έννοιες στον σύγχρονο γαστρονομικό τουρισμό. Εμφανίζεται σε μενού, σε παρουσιάσεις προορισμών, σε περιγραφές εμπειριών, σε αφηγήσεις επιχειρήσεων που υπόσχονται στον επισκέπτη ότι θα γνωρίσει τον «αληθινό» χαρακτήρα ενός τόπου. Όσο όμως η αυθεντικότητα προβάλλεται ως ζητούμενο, τόσο περισσότερο μετατρέπεται σε κάτι που σχεδιάζεται, οργανώνεται και τελικά προσφέρεται ως προϊόν.

Αυτό είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον παράδοξο της εποχής μας. Η αυθεντικότητα, που θεωρητικά συνδέεται με το αυθόρμητο, το ακατέργαστο και το μη επιτηδευμένο, έχει εξελιχθεί σε στρατηγικό πλεονέκτημα της τουριστικής αγοράς. Δεν ανακαλύπτεται απλώς. Παράγεται. Δεν προκύπτει μόνο μέσα από τη ζωή ενός τόπου. Συχνά κατασκευάζεται, έτσι ώστε να αναγνωρίζεται εύκολα, να επικοινωνείται γρήγορα και να καταναλώνεται χωρίς δυσκολία.

Ο σημερινός ταξιδιώτης δεν αναζητά μόνο καλό φαγητό, αλλά επιβεβαίωση ότι ήρθε σε επαφή με κάτι τοπικό, ιδιαίτερο και αληθινό. Θέλει να νιώσει ότι έζησε μια εμπειρία που τον έφερε πιο κοντά στην ταυτότητα του προορισμού. Η αγορά έχει κατανοήσει πλήρως αυτή την ανάγκη και έχει ανταποκριθεί με ιδιαίτερη αποτελεσματικότητα. Έχει μάθει να σχεδιάζει γαστρονομικές εμπειρίες που δεν προσφέρουν απλώς γεύση, αλλά και την αίσθηση της πολιτισμικής εγγύτητας.

Από εδώ αρχίζει η μετατόπιση. Η αυθεντικότητα παύει να είναι οργανικό αποτέλεσμα μιας καθημερινής ζωής και γίνεται συνειδητός στόχος σχεδιασμού. Το τοπικό στοιχείο δεν λειτουργεί πλέον μόνο ως πραγματικότητα. Λειτουργεί και ως μήνυμα. Δεν έχει σημασία μόνο τι είναι ένα πιάτο, αλλά και τι συμβολίζει. Δεν αρκεί μια ταβέρνα να σερβίρει φαγητό. Πρέπει να εκπέμπει την εικόνα του οικείου, του ανεπιτήδευτου, του παραδοσιακού. Δεν αρκεί ένα προϊόν να έχει τοπική προέλευση. Πρέπει να εντάσσεται σε μια συνολική αφήγηση που να το καθιστά φορέα ταυτότητας.

Έτσι, σταδιακά, η γαστρονομική εμπειρία μετακινείται από το πεδίο της φιλοξενίας στο πεδίο της σκηνοθεσίας. Ο χώρος παύει να είναι απλώς χώρος και γίνεται σκηνικό. Το μενού δεν περιγράφει μόνο πιάτα, αλλά αφηγείται καταγωγές, μνήμες, παραδόσεις και οικογενειακές ιστορίες. Το προσωπικό δεν εξυπηρετεί μόνο, αλλά καλείται να ενσαρκώσει έναν τρόπο παρουσίας που ενισχύει την εικόνα της αυθεντικότητας. Το ίδιο το φαγητό δεν παρουσιάζεται μόνο ως γεύμα, αλλά ως τεκμήριο μιας εμπειρίας που υποτίθεται ότι φέρνει τον επισκέπτη πιο κοντά στην ουσία του τόπου.

Το πρόβλημα δεν είναι ότι υπάρχει επιμέλεια, γιατί αυτή είναι αναμενόμενη σε κάθε επαγγελματική εμπειρία. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η αφήγηση προηγείται της ουσίας. Όταν πρώτα χτίζεται η εικόνα της αυθεντικότητας και μετά προσαρμόζεται η εμπειρία ώστε να ταιριάζει με αυτή την εικόνα. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η γαστρονομία παύει να λειτουργεί ως φυσική έκφραση μιας κουλτούρας και αρχίζει να λειτουργεί ως παράσταση που έχει σχεδιαστεί για να επιβεβαιώσει τις προσδοκίες του επισκέπτη.

Authenticity for sale

Σημαντικό ρόλο σε αυτή τη μετατόπιση παίζει η οικονομία της εικόνας. Η γαστρονομία δεν καλείται πια μόνο να ικανοποιήσει τον επισκέπτη τη στιγμή που βρίσκεται στον χώρο. Καλείται και να αποδοθεί σωστά σε μια οθόνη. Να φωτογραφηθεί, να βιντεοσκοπηθεί, να κοινοποιηθεί, να αποκτήσει αναγνωρίσιμη μορφή. Έτσι, πολλά στοιχεία της εμπειρίας σχεδιάζονται όχι μόνο για να βιωθούν, αλλά και για να αναπαραχθούν. Τα πιάτα αποκτούν μεγαλύτερη οπτική πειθαρχία. Οι χώροι οργανώνονται με τρόπο που ευνοεί την εικόνα. Ακόμη και οι πιο «αυθόρμητες» στιγμές συχνά εντάσσονται σε μια προσεκτικά επεξεργασμένη αισθητική.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η αυθεντικότητα γίνεται όλο και περισσότερο κάτι που αναπαράγεται. Αυτό που παλαιότερα συνδεόταν με τη μοναδικότητα και τη ζωντανή πολιτισμική ιδιαιτερότητα, σήμερα μπορεί να μετατραπεί σε σύνολο αναγνωρίσιμων σημείων. Ξύλινα τραπέζια, παραδοσιακά σκεύη, τοπικές λέξεις στο μενού, ιστορίες για τη γιαγιά, εικόνες χωριού ή οικογενειακής συνέχειας. Όλα αυτά μπορεί να έχουν πραγματική βάση. Μπορεί όμως και να λειτουργούν απλώς ως κώδικες που επιτρέπουν στον επισκέπτη να αναγνωρίσει γρήγορα αυτό που του παρουσιάζεται ως αυθεντικό.

Εδώ ακριβώς αναδεικνύεται και η ευθύνη του ίδιου του ταξιδιώτη. Δεν είναι μόνο η αγορά που κατασκευάζει αυτές τις εμπειρίες. Είναι και ο επισκέπτης που τις ζητά, τις επιβραβεύει και τις επιβεβαιώνει. Ο σύγχρονος ταξιδιώτης φτάνει συχνά σε έναν προορισμό με ήδη διαμορφωμένες προσδοκίες. Έχει δει εικόνες, έχει διαβάσει αφηγήσεις, έχει σχηματίσει στο μυαλό του μια ιδέα για το πώς «πρέπει» να μοιάζει μια τοπική εμπειρία. Όταν συναντά κάτι που ταιριάζει με αυτή την προσδοκία, είναι πιο πιθανό να το εκλάβει ως αυθεντικό. Όχι απαραίτητα επειδή είναι, αλλά επειδή ανταποκρίνεται σε αυτό που είχε ήδη φανταστεί.

Με αυτόν τον τρόπο δημιουργείται ένας κλειστός κύκλος. Η αγορά προσφέρει εμπειρίες που μοιάζουν με αυτό που ο ταξιδιώτης περιμένει να βρει και ο ταξιδιώτης, αναγνωρίζοντας σε αυτές τις προσδοκίες του, τις επικυρώνει ως αυθεντικές. Έτσι, το ίδιο μοντέλο αναπαράγεται διαρκώς. Δεν αξιολογείται πλέον μόνο το περιεχόμενο της εμπειρίας, αλλά η ικανότητά της να ταιριάζει με την εικόνα της αυθεντικότητας που έχει ήδη παγιωθεί.

Αυτό σημαίνει ότι σήμερα η αυθεντικότητα δεν μπορεί να οριστεί με τον παλιό, απλοϊκό τρόπο. Δεν αρκεί να μιλάμε για τοπικότητα, παράδοση ή ιστορική συνέχεια σαν να αποτελούν από μόνες τους εγγύηση αλήθειας. Μια εμπειρία μπορεί να είναι απολύτως τοπική και ταυτόχρονα πλήρως σκηνοθετημένη. Μπορεί να επικαλείται την παράδοση, αλλά να λειτουργεί αποκλειστικά ως τουριστική αναπαράσταση. Από την άλλη πλευρά, μια εμπειρία μπορεί να είναι σύγχρονη, ακόμη και υβριδική, και παρ’ όλα αυτά να διαθέτει αληθινή εσωτερική συνέπεια.

Ίσως λοιπόν η ουσία να μην βρίσκεται στο αν κάτι είναι παλιό ή νέο, τοπικό ή σύγχρονο, απλό ή επιμελημένο. Η ουσία βρίσκεται στο κατά πόσο υπάρχει συνοχή ανάμεσα σε αυτό που παρουσιάζεται και σε αυτό που πραγματικά είναι. Στο αν η αφήγηση υπηρετεί την εμπειρία ή αν η εμπειρία έχει κατασκευαστεί απλώς για να υπηρετήσει την αφήγηση. Στο αν αυτό που προσφέρεται εκφράζει έναν τόπο ή αν απλώς τον αναπαριστά με τρόπο εύπεπτο και εμπορικά αποδοτικό.

Ο γαστρονομικός τουρισμός βρίσκεται σήμερα σε ένα κρίσιμο σημείο. Από τη μία πλευρά, έχει τη δύναμη να φέρει τον επισκέπτη πιο κοντά στην κοινωνική και πολιτισμική πραγματικότητα ενός τόπου. Από την άλλη, έχει αποδείξει ότι μπορεί να μετατρέψει αυτή την πραγματικότητα σε σκηνικό κατανάλωσης. Και ίσως εδώ βρίσκεται το πιο ουσιαστικό ερώτημα: όχι στο αν υπάρχει ακόμη αυθεντικότητα, αλλά στο πώς τη διακρίνουμε μέσα σε ένα περιβάλλον που έχει μάθει να την αναπαράγει με όλο και μεγαλύτερη ακρίβεια.

Γιατί στη σημερινή γαστρονομική εμπειρία η αυθεντικότητα δεν είναι πάντα κάτι που συναντά κανείς. Πολύ συχνά είναι κάτι που έχει σχεδιαστεί ώστε να αναγνωρίζεται αμέσως, να επιβεβαιώνεται εύκολα και τελικά να πωλείται αποτελεσματικά. Και όσο περισσότερο συμβαίνει αυτό, τόσο πιο αναγκαίο γίνεται να αναρωτηθούμε αν ο επισκέπτης γνωρίζει πραγματικά έναν τόπο μέσα από τη γαστρονομία του ή αν απλώς καταναλώνει μια προσεκτικά οργανωμένη εκδοχή του.

Διάβασε ακόμη: