Η εκπομπή του ΣΚΑΪ «Όπου Υπάρχει Ελλάδα» ταξίδεψε μέχρι τις Σέρρες για να ανακαλύψει τι είναι το παραδοσιακό τοπικό γλύκισμα που ονομάζεται ακανές, καθώς και από πού προέρχεται το τόσο ιδιαίτερο όνομα του.
Η δημοσιογράφος της εκπομπής Χρύσα Μπάτου μίλησε με τον κύριο Βασάκη, που ειδικεύεται στην παραγωγή ακανέ από το 1970 και βρέθηκε μέσα στο εργαστήριο του, για να δείξουν μαζί όλα τα βήματα της διαδικασίας παραγωγής. Όπως ήταν αναμενόμενο, στο τέλος δοκίμασε και το περιβόητο γλυκό.
«Φτιάχνεται από ζάχαρη, άμυλο, καβουρδισμένο αμύγδαλο και αιγοπρόβειο βούτυρο, η παραδοσιακή του εκδοχή, ενώ εμείς το φτιάχνουμε και με βουβαλίσιο βούτυρο», λέει ο κύριος Βασάκης.
Ο ίδιος συμπληρώνει ότι: «Η τεχνολογία εξελίσσεται, αλλά η παράδοση παραμένει, γι' αυτό εξακολουθούμε να φτιάχνουμε αυτό το γλυκό απλώς με πιο σύγχρονες μεθόδους, μένοντας πιστοί στη συνταγή και τη νοστιμιά του. Φτιάχνουμε κάθε μέρα περίπου 30.000 κομμάτια, τα οποία τοποθετούμε στις αντίστοιχες συσκευασίες και ταξιδεύουν σε όλη την Ελλάδα και στο εξωτερικό».
Μάλιστα ο κύριος Βασάκης άνοιξε πρώτη φορά την πόρτα του εργαστηρίου του σε ανθρώπους που δεν έχουν θέση σε αυτό και έδειξε βήμα - βήμα στην κάμερα της εκπομπή πώς φτιάχνεται αυτή η τοπική λιχουδιά.
Η Χρύσα σχολίασε ότι δοκιμάζοντας το πρώτη φορά ήταν σαν λουκούμι, χωρίς να είναι λουκούμι, με έντονη τη γεύση βουτύρου.
Γιατί ονομάζεται ακανές
Όταν επί Τουρκοκρατίας, οι τοπικοί άρχοντες ζητούσαν από τους Σερραίους υπηρέτες να τους κάνουν γλυκό, αυτοί παρασκεύαζαν έναν πηχτό χυλό από ζαχαροκάλαμο με ξηρούς καρπούς, φρέσκο αρωματικό βούτυρο και νερό προερχόμενο από το βουνό Λαϊλιά. Λέγεται ότι το νερό του Λαϊλιά, καθότι ήταν δροσερό και ελαφρύτερο, ήταν το βασικότερο συστατικό και αυτό που έδινε όλη τη νοστιμιά στον ακανέ.
Ο χυλός έβραζε σε μεγάλα καζάνια, πάνω από δυνατή φωτιά, ενώ κάποιος ανακάτευε συνεχώς το μείγμα με μια μεγάλη κουτάλα. Επιβλέποντας, ο άρχοντας τη διαδικασία πρόσταζε συνέχεια τον υπηρέτη λέγοντάς του «ακά», δηλαδή ανακάτευε και εκείνος του απαντούσε «ναι». Έτσι προέκυψε η σημερινή ονομασία του ακανέ, μέσω του συνδυασμού αυτών των δύο λέξεων.