Το orange wine δεν αποτελεί μια νέα τεχνική στην οινική πραγματικότητα, αλλά μια πολύ παλιά μεθοδολογία οινοποίησης που σήμερα επιστρέφει δυναμικά στο σύγχρονο ποτήρι. Ουσιαστικά, πρόκειται για κρασί που προκύπτει από την οινοποίηση λευκών ποικιλιών, αλλά με έναν ιδιαίτερο τρόπο: τα σταφύλια ζυμώνουν μαζί με τις φλούδες τους, όπως ακριβώς συμβαίνει στα ερυθρά κρασιά.
Η ζύμωση με τις φλούδες, που συχνά μετά το τέλος της ζύμωσης παραμένουν μαζί με το κρασί για αρκετούς μήνες, χαρίζει στο αποτέλεσμα βαθύ χρώμα - από χρυσαφένιο έως κεχριμπαρένιο - φαινολική δομή (τανίνες) και γευστική πολυπλοκότητα καθώς, από τις φλούδες εκχυλίζονται επιπλέον αρωματικά στοιχεία, που προσδίδουν νότες φλούδας εσπεριδοειδών, ανθέων, βοτάνων και ώριμων φρούτων.
Τα παραπάνω διαφοροποιούν σημαντικά τα orange κρασιά από τα κλασικά λευκά, με πιο ουσιαστική διαφοροποίηση την ύπαρξη των τανίνων. Ο χρόνος εκχύλισης, η θερμοκρασία ζύμωσης και η ποικιλία του σταφυλιού επηρεάζουν σημαντικά τόσο την ποσότητα όσο και την υφή των τανίνων. Το αποτέλεσμα είναι κρασιά με περισσότερη δομή στο στόμα και μια αισθητή τανικότητα, που τα τοποθετεί κάπου ανάμεσα στον κόσμο των λευκών και των ερυθρών κρασιών.
Επίσης, η παρουσία των τανινών προσφέρει και αντοχή στον χρόνο. Πολλά orange κρασιά παλαιώνουν όμορφα, εξελίσσοντας σταδιακά τον χαρακτήρα τους. Συχνά μάλιστα ωριμάζουν σε δοχεία που επιτρέπουν την ήπια μικροοξυγόνωση, όπως αμφορείς ή δρύινα βαρέλια. Αυτή η διαδικασία βοηθά στο στρογγύλεμα των τανινών αλλά και στην ανάπτυξη οξειδωτικών αρωμάτων και γεύσεων που θυμίζουν αποξηραμένα άνθη και φρούτα, ξηρούς καρπούς και κερήθρα.
Ιστορικά, έχει αποδειχτεί ότι ορισμένες ποικιλίες μπορούν να δώσουν από πετυχημένα έως και εξαιρετικά παραδείγματα πορτοκαλί κρασιών. Στη Γεωργία οι ποικιλίες Rkatsiteli και Kisi οινοποιούνται εδώ και αιώνες σε πήλινους αμφορείς (qvevri), ενώ η Ribolla Gialla της Ιταλίας και της Σλοβενίας συνδέθηκε με την αναβίωση του στυλ. Στον διεθνή αμπελώνα, το Pinot Gris/Grigio και το αρωματικό Gewürztraminer δίνουν εντυπωσιακά αποτελέσματα. Στην Ελλάδα, το Ασύρτικο, η Ντεμπίνα και ο Ροδίτης δείχνουν εξαιρετικές δυνατότητες, ενώ και αρωματικές ποικιλίες όπως η Μαλαγουζιά, το Μοσχάτο, και το Μοσχοφίλερο αποκαλύπτουν μια εντελώς διαφορετική διάσταση όταν οινοποιούνται με παραμονή στις φλούδες.
Στο τραπέζι, τα orange κρασιά έχουν έναν ξεχωριστό ρόλο. Η δομή και η υφή τους τα καθιστούν ιδανικούς συνοδούς για πιάτα με έντονη γεύση - από ψητά λαχανικά, μανιτάρια και κρέατα έως ώριμα κίτρινα τυριά. Για παράδειγμα, σε ένα ριζότο με άγρια μανιτάρια και λάδι τρούφας, οι γήινες νότες των μανιταριών εναρμονίζονται πλήρως με τον γευστικό χαρακτήρα του κρασιού, ενώ οι τανίνες εξισορροπούν τη λιπαρότητα. Αντίστοιχα, σε ένα αρνάκι φρικασέ με αντίδια, η τανική δομή του κρασιού στέκεται επάξια δίπλα στην πρωτεΐνη, ενώ η οξύτητα του αυγολέμονου αναδεικνύει τα αρώματα των βοτάνων. Ακόμα και σε πιο πικάντικες γεύσεις, όπως ένα κοτόπουλο με κάρι και αποξηραμένα βερίκοκα, ο αρωματικός πλούτος του κρασιού «κουμπώνει» μαγικά με τα μπαχαρικά και τη γλυκύτητα των φρούτων.
Είναι κρασιά που δεν φοβούνται την πολυπλοκότητα της γαστρονομίας και συχνά λειτουργούν ως γέφυρα ανάμεσα στον κόσμο των λευκών και των ερυθρών κρασιών. Ίσως γι' αυτό έχουν κερδίσει τα τελευταία χρόνια το ενδιαφέρον των οινόφιλων αλλά και των sommeliers. Προσφέρουν μια διαφορετική εμπειρία, όπου η παράδοση, η τεχνική και η προσωπικότητα του οινοποιού συναντιούνται στο ίδιο ποτήρι, αποδεικνύοντας ότι μερικές φορές το μέλλον του κρασιού βρίσκεται στις πιο παλιές του ρίζες.
Διάβασε ακόμα: