Τα τελευταία χρόνια είναι σχεδόν αδύνατο να κοιτάξει κανείς το ράφι με τα εξαιρετικά παρθένα ελαιόλαδα σε κάποιο delicatessen χωρίς να συναντήσει φιάλες γεμάτες χρυσά, ασημένια ή χάλκινα βραβεία. «Gold Award», «Best of Class», «Best of Country», «Double Gold» - διακρίσεις από την Αθήνα, την Ισπανία, την Ιταλία, το Λονδίνο, την Τουρκία, τη Νέα Υόρκη, την Ιαπωνία, την Αργεντινή.
Τι σημαίνουν όμως όλα αυτά; Είναι όλα τα βραβεία ίδια; Πώς αποφασίζεται ότι ένα εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο είναι καλύτερο από ένα άλλο; Και, κυρίως, πρέπει ο καταναλωτής να εμπιστεύεται περισσότερο ένα βραβευμένο ελαιόλαδο;
Οι διεθνείς διαγωνισμοί ελαιολάδου αποτελούν σήμερα έναν ολόκληρο θεσμό γύρω από την ποιότητα του εξαιρετικού παρθένου ελαιολάδου και πραγματοποιούνται κάθε χρόνο σε πολλές ελαιοπαραγωγικές αλλά και μεγάλες καταναλωτικές αγορές του κόσμου. Ανάμεσά τους βρίσκονται διοργανώσεις όπως ο ATHENA International Olive Oil Competition στην Ελλάδα, ο Mario Solinas Quality Award του Διεθνούς Συμβουλίου Ελαιοκομίας στην Ισπανία, ο EVOOLEUM στην Ισπανία, ο FLOS OLEI στην Ιταλία, ο NYIOOC στη Νέα Υόρκη, ο JOOP στην Ιαπωνία, ο London καθώς και ο Amsterdam International Olive Oil Competition, κ.α.
Τι είναι ένας διαγωνισμός ελαιολάδου;
Μέσα σε ένα διαγωνισμό ελαιολάδου λαμβάνει χώρα μια οργανωμένη συγκριτική αξιολόγηση ελαιολάδων από επαγγελματίες, πολύ καλά εκπαιδευμένους και έμπειρους δοκιμαστές. Οι παραγωγοί στέλνουν δείγματα από τη νέα τους σοδειά και αυτά αξιολογούνται μέσω όσφρησης και γεύσης και η αξιολόγηση αυτή καταγράφεται σε συγκεκριμένη φόρμα αξιολόγησης. Ο κριτής δεν γνωρίζει ποτέ ποιος είναι ο παραγωγός, από ποια χώρα προέρχεται το ελαιόλαδο, τι ποικιλία είναι ή πόσο κοστίζει η φιάλη. Δεν βλέπει τη συσκευασία, αξιολογεί αυτό που βρίσκεται μέσα στο ποτήρι που του σερβίρεται.
Τα δείγματα ταυτοποιούνται μόνο μέσω ενός τυχαίου κωδικού και δοκιμάζονται σε αδιαφανή μπλε ή κόκκινα ποτήρια, τα οποία δεν επιτρέπουν στον κριτή να επηρεαστεί από το χρώμα του ελαιολάδου (μιας και δεν αποτελεί ποιοτικό κριτήριο). Οι επιτροπές αποτελούνται από περίπου 15-20 άτομα στο σύνολο - ανάλογα τον διαγωνισμό - που δοκιμάζουν σε ομάδες των 4-6 ανά τραπέζι. Είναι σημαντικό να υπάρχουν και κριτές ξένοι σε κάθε επιτροπή κάτι που ενισχύει τόσο την αντικειμενικότητα όσο και τον διεθνή χαρακτήρα της αξιολόγησης.
Τι αναζητούν οι κριτές στο κάθε δείγμα ελαιολάδου;
Ένα ελαιόλαδο δεν κερδίζει έναν διεθνή διαγωνισμό απλώς επειδή είναι πολύ φρουτώδες, πολύ πικρό ή πολύ πικάντικο. Η μεγάλη ένταση ενός επιμέρους χαρακτηριστικού δεν ισοδυναμεί από μόνη της με υψηλή ποιότητα.
Αυτό που αναζητούν οι έμπειροι κριτές είναι ένα ελαιόλαδο πολύπλοκο αρωματικά (τόσο στη μύτη όσο και στο στόμα), ισορροπημένο, αρμονικό και με μεγάλη διάρκεια - επίγευση.
Πολυπλοκότητα αρωμάτων
Η πρώτη μεγάλη διαφορά ανάμεσα σε ένα απλώς καλό και σε ένα πραγματικά σπουδαίο εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο είναι συχνά η αρωματική και γευστική του πολυπλοκότητα.
Όταν μυρίζουμε ένα σπουδαίο εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο, σπάνια αναγνωρίζουμε μόνο μία αρωματική νότα. Μπορεί αρχικά να εμφανιστεί φρεσκοκομμένο χορτάρι και στη συνέχεια ντομάτα, αγκινάρα, πράσινο αμύγδαλο, βότανα, φύλλα ελιάς, μήλο, μπανάνα, εσπεριδοειδή ή ακόμη και ανθικές νότες, ανάλογα πάντα με την ποικιλία, το στάδιο ωρίμασης, το terroir και τον τρόπο παραγωγής.
Τα πραγματικά σπουδαία εξαιρετικά παρθένα ελαιόλαδα συνεχίζουν να εξελίσσονται και μέσα στο στόμα. Τα αρώματα που αντιληφθήκαμε αρχικά από τη μύτη επανέρχονται μέσω της οπισθορινικής οδού, ενώ μπορεί να εμφανιστούν και νέες νότες. Έτσι, το ελαιόλαδο αποκτά «βάθος» και δεν δίνει απλά μια επίπεδη, μονοδιάστατη εμπειρία. Τα αρώματα του ελαιολάδου προέρχονται από ένα μεγάλο σύνολο φυσικών πτητικών ενώσεων, πολλές από τις οποίες σχηματίζονται όταν ο ελαιόκαρπος σπάει κατά την έκθλιψη. Εκείνη τη στιγμή ενεργοποιούνται φυσικές ενζυμικές αντιδράσεις που συμβάλλουν στη δημιουργία των χαρακτηριστικών αρωμάτων του φρέσκου ελαιολάδου.
Το τελικό αρωματικό προφίλ επηρεάζεται επίσης από την υγεία και τη φρεσκάδα του καρπού, τις συνθήκες καλλιέργειας, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο γίνεται η έκθλιψη στο ελαιοτριβείο.
Γι’ αυτό και κάθε ελαιόλαδο μπορεί να έχει τη δική του ξεχωριστή αρωματική ταυτότητα. Όσο μεγαλύτερη είναι η ποικιλία των καθαρών και διακριτών αρωμάτων που μπορούμε να αναγνωρίσουμε στη μύτη και στη συνέχεια στο στόμα, τόσο μεγαλύτερη θεωρείται συνήθως και η αρωματική του πολυπλοκότητα.
Η ισορροπία ανάμεσα σε φρουτώδες, πικρό και πικάντικο
Η ισορροπία δεν είναι μόνο μια γενική εντύπωση που σχηματίζει ο δοκιμαστής, αλλά έχει και συγκεκριμένο ορισμό στην επίσημη οργανοληπτική αξιολόγηση. Σύμφωνα με το Διεθνές Συμβούλιο Ελαιοκομίας (ΔΣΕ), ένα ελαιόλαδο χαρακτηρίζεται ως «well balanced» όταν η ένταση του πικρού και του πικάντικου δεν υπερβαίνει κατά περισσότερες από δύο μονάδες την ένταση του φρουτώδους. Με απλά λόγια, το πικρό και το πικάντικο μπορούν να είναι έντονα, και σε ένα robust ελαιόλαδο συχνά είναι, αλλά δεν θα πρέπει να κυριαρχούν σε τέτοιο βαθμό ώστε να επισκιάζουν το φρουτώδες και την αρωματική ταυτότητα του ελαιολάδου.
Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία γιατί η ένταση από μόνη της δεν αποτελεί ένδειξη ανώτερης ποιότητας. Ένα ελαιόλαδο με υψηλό φαινολικό περιεχόμενο μπορεί να εμφανίζει έντονο πικρό και πικάντικο, χωρίς απαραίτητα να παρουσιάζει την ίδια υψηλή ισορροπία. Η σχέση του πικρού και του πικάντικου με τις φαινολικές ενώσεις έχει τεκμηριωθεί εκτενώς, ενώ σύγχρονες μελέτες δείχνουν ότι δεν αρκεί να γνωρίζουμε μόνο τη συνολική περιεκτικότητα σε φαινόλες, καθώς διαφορετικές φαινολικές ενώσεις συνεισφέρουν με διαφορετικό τρόπο στην αντίληψη του πικρού και του πικάντικου.
Αρμονία: Η συνολική ισορροπία του οργανοληπτικού προφίλ
Η αρμονία αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά ενός ελαιολάδου υψηλής οργανοληπτικής ποιότητας και αφορά τον τρόπο με τον οποίο όλα τα θετικά χαρακτηριστικά του συνδυάζονται και εκφράζονται ως ένα συνεκτικό σύνολο. Δεν αξιολογείται δηλαδή μόνο η ένταση του φρουτώδους, του πικρού ή του πικάντικου ξεχωριστά, αλλά η μεταξύ τους σχέση και το κατά πόσο κανένα από αυτά δεν υπερισχύει δυσανάλογα ή διαταράσσει τη συνολική αισθητηριακή εικόνα.
Ένα αρμονικό ελαιόλαδο παρουσιάζει καλή αντιστοιχία ανάμεσα στα αρώματα που αντιλαμβανόμαστε στη μύτη και σε εκείνα που επανεμφανίζονται στο στόμα μέσω της οπισθορινικής οδού, ενώ το πικρό και το πικάντικο εντάσσονται ομαλά στην ένταση και στον χαρακτήρα του φρουτώδους. Η μετάβαση από την πρώτη οσφρητική εντύπωση στη γεύση και στη συνέχεια στην επίγευση είναι συνεχής, χωρίς απότομες ή δυσανάλογες αισθητηριακές εντάσεις.
Η αρμονία δεν πρέπει να συγχέεται με την πολυπλοκότητα. Ένα ελαιόλαδο μπορεί να διαθέτει μεγάλο αριθμό αρωματικών χαρακτηριστικών και επομένως υψηλή πολυπλοκότητα, αλλά να μην είναι εξίσου αρμονικό εάν, για παράδειγμα, το πικρό ή το πικάντικο κυριαρχεί σε τέτοιο βαθμό ώστε να καλύπτει το φρουτώδες και τις πιο λεπτές αρωματικές αποχρώσεις. Αντίστοιχα, ένα λιγότερο έντονο ελαιόλαδο μπορεί να παρουσιάζει εξαιρετική αρμονία όταν τα επιμέρους χαρακτηριστικά του βρίσκονται σε σωστή αναλογία.
Στα κορυφαία ελαιόλαδα αυτό που τελικά αναζητούμε είναι η συνύπαρξη των δύο: πολυπλοκότητα και αρμονία, δηλαδή πλούτο αρωμάτων και γεύσεων, αλλά ταυτόχρονα ισορροπία, συνοχή και καθαρότητα σε ολόκληρη την αισθητηριακή εμπειρία.
Persistence: Η διάρκεια της αισθητηριακής εμπειρίας
Και μετά υπάρχει ένα από τα χαρακτηριστικά που προσωπικά θεωρώ καθοριστικά όταν κρίνουμε ένα σπουδαίο ελαιόλαδο: η διάρκεια ή persistence. Καταπίνεις το ελαιόλαδο, αλλά η εμπειρία δεν τελειώνει.
Τα αρώματα εξακολουθούν να ανεβαίνουν οπισθορινικά προς τη μύτη. Το πράσινο αμύγδαλο, η αγκινάρα, τα βότανα ή το ντοματόφυλλο μπορεί να παραμένουν για αρκετή ώρα, ενώ η πικάντικη αίσθηση μπορεί να αναπτύσσεται σταδιακά στον λαιμό και να εξαπλωθεί στη στοματική κοιλότητα ή να φτάσει και μέχρι τα χείλη (π.χ. ποικιλία Hojiblanca.) Persistence είναι ακριβώς ο χρόνος κατά τον οποίο οι οπισθορινικές αισθήσεις εξακολουθούν να γίνονται αντιληπτές αφού το ελαιόλαδο έχει πλέον φύγει από το στόμα.
Η διάρκεια αυτή δεν είναι απλώς εντύπωση των δοκιμαστών. Έχει μελετηθεί επιστημονικά.
Μελέτες έχουν δείξει ότι τόσο το πικρό όσο και το πικάντικο του ελαιολάδου μπορούν να συνεχίσουν να γίνονται αντιληπτά για σημαντικό χρονικό διάστημα μετά την κατάποση και ότι η ένταση και η διάρκειά τους διαφέρουν ανάλογα με την ποικιλία, τη φαινολική σύνθεση αλλά και την ηλικία και τις συνθήκες αποθήκευσης του ελαιολάδου.
Και εδώ χρειάζεται πάλι μια διάκριση: μεγάλη διάρκεια δεν σημαίνει απλώς ότι «καίει πολύ και για πολλή ώρα». Δεν είναι απαραίτητα εκείνο το ελαιόλαδο με το πιο δυνατό πράσινο άρωμα, το περισσότερο πικρό ή το εντονότερο κάψιμο. Είναι εκείνα στα οποία ο κριτής βρίσκει ταυτόχρονα: πολυπλοκότητα στη μύτη και στο στόμα, καθαρά και ευδιάκριτα αρώματα, ισορροπία ανάμεσα στο φρουτώδες, το πικρό και το πικάντικο, αρμονία μεταξύ όλων των αισθήσεων και μια μεγάλη, έντονη και καθαρή επίγευση που παραμένει.
Γιατί κάποια ελαιόλαδα φτάνουν στην κορυφή;
Το βραβείο δεν κερδίζεται την ημέρα του διαγωνισμού. Στην πραγματικότητα, αρχίζει να κερδίζεται μήνες νωρίτερα, στον ελαιώνα και στο ελαιουργείο.
Η ποιότητα επηρεάζεται από την κατάσταση του καρπού, τις καλλιεργητικές πρακτικές, τον χρόνο συγκομιδής, τον τρόπο με τον οποίο συλλέγεται και μεταφέρεται ο καρπός και, καθοριστικά, από το πόσο γρήγορα θα ελαιοποιηθεί στο ελαιουργείο και φυσικά με τι θερμοκρασία θα μπει ο καρπός στο σπαστήρα.
Στη συνέχεια αρχίζει μια δεύτερη σειρά κρίσιμων αποφάσεων: ο τρόπος έκθλιψης, η θερμοκρασία και ο χρόνος μάλαξης, οι ρυθμίσεις των μηχανημάτων, η διαχείριση κάθε διαφορετικής παρτίδας, το φιλτράρισμα και όλα αυτά έχουν να κάνουν με τη γνώση του ελαιουργού.
Μετά την παραγωγή, η ποιότητα πρέπει να προστατευτεί. Το άμεσο φιλτράρισμα, η σωστή αποθήκευση σε ανοξείδωτες δεξαμενές, η προστασία από οξυγόνο με πλήρωση αζώτου, η προστασία από το φως και τις υψηλές θερμοκρασίες και η σωστή εμφιάλωση μπορούν να κάνουν τη διαφορά ανάμεσα σε ένα εξαιρετικό ελαιόλαδο και σε ένα προϊόν που θα χάσει γρήγορα τη φρεσκάδα του ή να έχει ελαττώματα εξαρχής.
Πίσω λοιπόν από ένα Double Gold συχνά βρίσκονται εκατοντάδες μικρές σωστές αποφάσεις που για να παρθούν απαιτείται βαθιά γνώση της χημείας της ελιάς και του ελαιολάδου.
Από την Αθήνα και τη Μαδρίτη μέχρι τη Νέα Υόρκη και την Ιαπωνία
Οι διεθνείς διαγωνισμοί πραγματοποιούνται πλέον σε πολλές χώρες και όχι μόνο στις παραδοσιακές ελαιοπαραγωγικές τοποθεσίες. Στην Ισπανία πραγματοποιείται ο Mario Solinas, ο διαγωνισμός του Διεθνούς Συμβουλίου Ελαιοκομίας και ένας από τους πλέον αυστηρούς και αναγνωρισμένους διεθνείς διαγωνισμούς, καθώς και ο EVOOLEUM, που κάθε χρόνο αναδεικνύει τα 100 καλύτερα εξαιρετικά παρθένα ελαιόλαδα του κόσμου εκδίδοντας και σχετικό οδηγό.
Στην Ιταλία πραγματοποιούνται σημαντικές διοργανώσεις όπως ο Flos Olei αλλά και ο BIOL στον οποίο συμμετέχουν μόνο βιολογικά ελαιόλαδα. Στις Ηνωμένες Πολιτείες ο NYIOOC στη Νέα Υόρκη έχει αποκτήσει μεγάλη διεθνή προβολή, ενώ στην Ιαπωνία πραγματοποιείται ο JOOP - Japan Olive Oil Prize, σε μια αγορά με ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τα υψηλής ποιότητας εισαγόμενα ελαιόλαδα.
Αντίστοιχες διοργανώσεις συναντάμε στο Λονδίνο, την Πορτογαλία, την Κροατία, το Ισραήλ, την Τουρκία, την Τυνησία και αλλού. Οι περισσότεροι διαγωνισμοί που αξιολογούν τη σοδειά του βόρειου ημισφαιρίου πραγματοποιούνται από τον χειμώνα μέχρι τις αρχές του καλοκαιριού, όταν τα ελαιόλαδα είναι ακόμη σχετικά φρέσκα. Υπάρχουν όμως και διαφορετικοί κύκλοι για το νότιο ημισφαίριο, καθώς χώρες όπως η Αυστραλία, η Νέα Ζηλανδία, η Αργεντινή, η Χιλή και η Νότια Αφρική έχουν διαφορετική εποχή συγκομιδής.
Είναι όλα τα βραβεία ίδια;
Ανάλογα με τη διάκριση που έχει κερδίσει ένα ελαιόλαδο μπορούμε να καταλαβαίνουμε και το επίπεδο της ποιότητάς του. Δεν έχουν όμως όλοι οι διαγωνισμοί την ίδια αξιοπιστία και το ίδιο κύρος. Κάθε διοργάνωση έχει διαφορετικό κανονισμό, διαφορετική κριτική επιτροπή, διαφορετικό αριθμό συμμετοχών και διαφορετικό σύστημα βαθμολόγησης. Σημαντικό ρόλο παίζουν επίσης η εμπειρία και η διεθνής σύνθεση των κριτών, ο τρόπος με τον οποίο πραγματοποιείται η τυφλή γευσιγνωσία, ο αριθμός των δειγμάτων που αξιολογούνται καθημερινά και γενικότερα η διαφάνεια και η αυστηρότητα της διαδικασίας.
Γι’ αυτό, όταν βλέπουμε ένα μετάλλιο πάνω σε μια φιάλη, έχει σημασία να κοιτάζουμε όχι μόνο τι βραβείο κέρδισε το ελαιόλαδο, αλλά και από ποιον διαγωνισμό προέρχεται.
Σε κάποιους διαγωνισμούς απονέμονται Bronze, Silver και Gold, ενώ σε άλλους υπάρχουν Double Gold ή Platinum και άλλες διοργανώσεις επιλέγουν Top 10 ή Top 100. Υπάρχουν επίσης ειδικές διακρίσεις όπως Best of Country, Best Monovarietal, Best Blend, Best Organic, Best of Class ή Best in Show.
Τι σημαίνει ένα βραβείο για μια εταιρεία;
Για έναν παραγωγό που έχει περάσει έναν ολόκληρο χρόνο προσπαθώντας να δημιουργήσει ένα εξαιρετικό προϊόν, η διάκριση αποτελεί πρώτα απ’ όλα επιβεβαίωση. Είναι μια ανεξάρτητη αξιολόγηση που του λέει ότι το προϊόν του μπορεί να σταθεί δίπλα στα καλύτερα ελαιόλαδα άλλων περιοχών και χωρών. Ταυτόχρονα όμως το βραβείο έχει τεράστια επικοινωνιακή και εμπορική αξία. Σε μια διεθνή αγορά γεμάτη εκατοντάδες brands, το βραβείο λειτουργεί ως ένας γρήγορος δείκτης αξιοπιστίας. Μπορεί να βοηθήσει μια εταιρεία να προσεγγίσει έναν εισαγωγέα, να μπει σε ένα ντελικατέσεν ή ένα premium σούπερ μάρκετ, να αποκτήσει δημοσιότητα, να ενισχύσει το storytelling της και σε ορισμένες περιπτώσεις να υποστηρίξει μια υψηλότερη τιμή.
Για μια μικρή ελληνική εταιρεία, μάλιστα, μια σημαντική διεθνής διάκριση μπορεί να τη βάλει ξαφνικά στον ίδιο πίνακα αποτελεσμάτων με πολύ μεγαλύτερους παραγωγούς της Ισπανίας ή της Ιταλίας.
Το βραβείο δημιουργεί μια πρώτη ευκαιρία, είναι ένα εργαλείο. Δεν μπορεί όμως να αντικαταστήσει η εμπορική ταυτότητα, το μάρκετινγκ, το σωστό δίκτυο διανομής και κυρίως τη συνέπεια στην ποιότητα. Δεν έχει μεγάλη αξία να δημιουργήσεις ένα εκπληκτικό εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο μία χρονιά και την επόμενη να κυκλοφορήσεις ένα εντελώς διαφορετικό προϊόν με το ίδιο χρυσό αφήγημα.
Τι σημαίνει το βραβείο για τον καταναλωτή;
Για τον καταναλωτή, ένα βραβείο μπορεί να λειτουργήσει ως πυξίδα. Ο περισσότερος κόσμος δεν έχει εκπαιδευτεί να δοκιμάζει ελαιόλαδο επαγγελματικά και μπροστά σε ένα ράφι με δεκάδες επιλογές είναι δύσκολο να γνωρίζει ποια φιάλη αξίζει πραγματικά.
Μια διάκριση από έναν αξιόπιστο διεθνή διαγωνισμό μας πληροφορεί ότι το συγκεκριμένο ελαιόλαδο αξιολογήθηκε από ειδικούς και πέτυχε υψηλή βαθμολογία. Δεν αποτελεί όμως εγγύηση ότι κάθε φιάλη που θα αγοράσουμε χρόνια αργότερα θα έχει ακριβώς την ίδια ποιότητα. Το ελαιόλαδο είναι ένα φυσικό προϊόν και ενδέχεται να υπάρξουν διαφορές από χρονιά σε χρονιά. Είναι σημαντικό η εταιρεία να συνεργάζεται με εξειδικευμένο δοκιμαστή - ειδικό ο οποίος μπορεί να συμβάλει στη διατήρηση της συνέπειας της ποιότητας και του αισθητηριακού προφίλ από χρονιά σε χρονιά. Ένα Gold του 2022 πάνω σε μια φιάλη το 2025 δεν μας λέει απαραίτητα πολλά για το περιεχόμενο που έχουμε σήμερα μπροστά μας.
ATHENA IOOC - Ο πρώτος ελληνικός διεθνής διαγωνισμός ελαιολάδου
Και μέσα σε αυτόν τον παγκόσμιο χάρτη των διαγωνισμών, η Ελλάδα έχει τη δική της σημαντική διεθνή διοργάνωση: τον ATHENA International Olive Oil Competition. Ξεκίνησε το 2016 και έχει εξελιχθεί σε έναν διαγωνισμό με έντονο διεθνή χαρακτήρα, τόσο ως προς τις συμμετοχές όσο και ως προς τη σύνθεση της κριτικής του επιτροπής.
Ένα από τα στοιχεία που τον κάνουν να ξεχωρίζει είναι ότι η πλειονότητα των κριτών προέρχεται από το εξωτερικό και είναι όλοι πολύ έμπειροι και αναγνωρισμένοι. Σύμφωνα με τον κανονισμό του, τουλάχιστον τα δύο τρίτα των κριτών είναι ξένοι, ενώ οι επιτροπές αποτελούνται από πέντε έως επτά δοκιμαστές. Η αξιολόγηση είναι φυσικά τυφλή. Τα δείγματα εμφανίζονται μόνο με κωδικούς και δοκιμάζονται σε ειδικά σκούρα ποτήρια.
Ο ATHENA χρησιμοποιεί βαθμολογία 100 βαθμών και απονέμει Bronze, Silver, Gold και Double Gold μετάλλια, ανάλογα με τη βαθμολογία του προϊόντος. Παράλληλα, υπάρχουν ειδικές διακρίσεις όπως Best of Show, Best of Country, Best Monovarietal, Best Blend και βραβεία που αναδεικνύουν συγκεκριμένες κατηγορίες, ποικιλίες ακόμη και αρωματικά ελαιόλαδα.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και η σχέση του διαγωνισμού με την ίδια την Ελλάδα. Η διοργάνωση δεν περιορίζεται σταθερά στην Αθήνα, αλλά έχει ταξιδέψει κατά καιρούς σε διαφορετικές ελαιοπαραγωγικές περιοχές (Σητεία, Χανιά, Δελφοί, Καβάλα, Ναύπλιο, Λέσβος, Σπάρτη, Μεσσηνία, κ.α.) φέρνοντας τους ξένους ειδικούς σε άμεση επαφή με τον ελληνικό ελαιοκομικό χάρτη και πολιτισμό.
Αυτό έχει πολύ μεγάλη αξία διότι κορυφαίοι επαγγελματίες του ελαιολάδου από όλο τον κόσμο επισκέπτονται την Ελλάδα, γνωρίζουν διαφορετικές ελαιοκομικές περιοχές, παραγωγούς, τοπικές ποικιλίες καθώς και τοπικές παραδόσεις και γαστρονομία, ενώ μεταφέρουν αυτή την εμπειρία και γίνονται θαυμαστές και πρεσβευτές της χώρας μας.
Σε μια χώρα που συγκαταλέγεται ιστορικά στις σημαντικότερες ελαιοπαραγωγικές χώρες του κόσμου, ένας διεθνής διαγωνισμός υψηλών προδιαγραφών δεν είναι απλώς ένα event, αλλά μπορεί να λειτουργήσει ως εργαλείο εξωστρέφειας για ολόκληρο το ελληνικό ελαιόλαδο.
Γιατί τελικά χρειαζόμαστε τους διαγωνισμούς;
Έχοντας δοκιμάσει χιλιάδες ελαιόλαδα και έχοντας συμμετάσχει σε διεθνείς κριτικές επιτροπές, πιστεύω ότι η πραγματική αξία των καλών διαγωνισμών δεν βρίσκεται μόνο στα βραβεία. Βρίσκεται στο γεγονός ότι ενισχύουν τον υγιή ανταγωνισμό και εντέλει τη βελτίωση της ποιότητας του παραγόμενου ελαιολάδου. Ένας παραγωγός που επιδιώκει να διακριθεί αρχίζει να ενημερώνεται περισσότερο. Μαθαίνει να δοκιμάζει ελαιόλαδο, μαθαίνει περισσότερα για την επιστήμη της ελαιοποίησης, καθώς και για την ορθή συντήρηση του προϊόντος του. Έτσι σιγά - σιγά συγκρίνει τη δουλειά του με προϊόντα άλλων παραγωγών και άλλων χωρών. Και όταν δεν κερδίζει, ένας σωστά οργανωμένος διαγωνισμός μπορεί να του προσφέρει κάτι εξίσου σημαντικό με το βραβείο: ανατροφοδότηση, δηλαδή πληροφορίες για το αν το ελαιόλαδό του είχε ελαττώματα, τι μπορεί να πήγε στραβά στην παραγωγική διαδικασία κλπ. και αυτό δημιουργεί εξέλιξη.
Τελικά, η πραγματική αξία των καλών διεθνών διαγωνισμών ξεπερνά κατά πολύ ένα βραβείο στη φιάλη. Συμβάλλουν στην εξέλιξη ολόκληρου του κλάδου, θέτουν υψηλότερα πρότυπα ποιότητας, δίνουν στους παραγωγούς ένα σημαντικό μέτρο σύγκρισης και βοηθούν τις εταιρείες να επικοινωνήσουν την ποιότητα του προϊόντος τους με μεγαλύτερη αξιοπιστία. Παράλληλα, βοηθούν και τον καταναλωτή να αντιληφθεί το εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο όχι απλώς ως ένα καθημερινό τρόφιμο, αλλά ως ένα προϊόν με ποικιλιακή και γεωγραφική ταυτότητα και έναν απίστευτο πλούτο αρωμάτων και γεύσεων.
Ξεκίνα, λοιπόν, να αναζητάς τα αποτελέσματα των διεθνών διαγωνισμών. Δες ποια ελαιόλαδα από τον τόπο σου έχουν διακριθεί, αναζήτησε τους ανθρώπους που τα παράγουν, επικοινώνησε μαζί τους και, κυρίως, δοκίμασέ τα.
Με αυτόν τον τρόπο υποστηρίζεις τους παραγωγούς που επενδύουν στην ποιότητα, ενώ ταυτόχρονα εκπαιδεύεις και τη δική σου γεύση. Δοκιμή με τη δοκιμή, θα αρχίσεις να ανακαλύπτεις πόσο διαφορετικό μπορεί να είναι ένα ελαιόλαδο από ένα άλλο και πόσο μεγάλος πλούτος αρωμάτων, γεύσεων και διαφορετικών χαρακτήρων μπορεί να κρύβεται σε αυτό το μοναδικό προϊόν που ονομάζεται εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο.
Διάβασε ακόμα: