Μετά το «Οι γεύσεις που μεγαλώσαμε», το οποίο κυκλοφόρησε και στα αγγλικά ως «Α taste of Greece», o Ανδρέας Λαγός «χτυπά» με νέο βιβλίο. Το «81» είναι ο τίτλος του, και στο εξώφυλλο είναι τόσο τεράστιο που δεν υπάρχει περίπτωση να μην σου καρφωθεί στο μυαλό μόλις το αντικρίσεις.

Κι όμως, δεν καταλαβαίνεις αμέσως ότι πρόκειται για βιβλίο μαγειρικής αν δεν διαβάσεις και τον υπότιτλο. Ίσως γιατί δεν είναι απλώς ένα νούμερο, αλλά κάτι παραπάνω. Τον ρωτάω πότε γεννήθηκε και πέφτω μέσα. Το ΄81, μου απαντά με νόημα... Διφορούμενο λοιπόν το νούμερο, αφού δεν είναι μόνο ο αριθμός των συνταγών που περιέχει το βιβλίο, αλλά μια σχέση ζωής.

Ούτως ή άλλως κι ο ίδιος δεν το χαρακτηρίζει βιβλίο μαγειρικής. Τον ακριβή ορισμό που μας δίνει τον διαβάζουμε στο οπισθόφυλλο και σας τον μεταφέρω αυτολεξί: «Ανθολόγιο ιδεών και συναισθημάτων που μαγειρεύονται με καρπούς του μόχθου των Ελλήνων παραγωγών. 81 ψηφίδες από το «μωσαϊκό» της αναζήτησής μου αναδεικνύουν τον ανεξάντλητο διάλογό μου με την αυθεντικότητα της ελληνικής φύσης. Γιατί, μέσα από τις αισθήσεις που ξυπνά το φαγητό με τοπικά προϊόντα, βρίσκουμε ρίζα, καταγωγή και σύνδεση, τη μνήμη τού συνανήκειν… Γιατί το θεμέλιο της κορυφαίας γεύσης είναι η εξαιρετική πρώτη ύλη».

Γεννημένος στη Σάμο μεγάλωσε μέσα σε μια αγροτική οικογένεια και ξέρει από πρώτο χέρι το μόχθο που απαιτεί η γη για να καρπίσει και σου δώσει την τροφή. Και περηφάνια προσθέτω εγώ που με λοξές ματιές το έχω διαπιστώσει, από άλλα μετερίζια. Στους αγρότες, τους αφανείς πρωταγωνιστές, τους ανθρώπους της ελληνικής γης που τους χαρακτηρίζει θεματοφύλακες της πρώτης ύλης, της παράδοσης και της κουλτούρας του φαγητού αφιερώνει το βιβλίο του και τους ευχαριστεί για ό,τι του έχουν προσφέρει. Κι αυτό είναι ένα ευχαριστώ που νιώθω πως βγαίνει από τα βάθη της καρδιάς και της ύπαρξής του. «81» είπαμε!

Τώρα, για τη μαγειρική του Ανδρέα τι να πω; Την έχω γνωρίσει και γευτεί τόσες φορές που μπορώ κάλλιστα να μεροληπτήσω αφού πέρα από το υψηλό επίπεδό της, με τον Ανδρέα μας συνδέει και μια όμορφη φιλία πολλών ετών. Θα περιοριστώ λοιπόν στις συνταγές του βιβλίου, τις οποίες όπως διαπιστώνων έχει επιλέξει πολύ προσεκτικά, μία προς μια μέχρι να γίνουν ογδόντα μία. Από τους τίτλους τους και μόνο διαπιστώνω ποιο είναι το concept. O Ανδρέας συνδυάζει στην κάθε συνταγή δύο, πολλές φορές και τρία ελληνικά παραδοσιακά προϊόντα. Και τότε συνειδητοποιώ πως η μαγειρική κι οι τεχνικές που χρησιμοποιεί είναι απλώς ένα τέχνασμα, μια αφορμή για να φέρει τη μια κοντά με την άλλη, για να γνωριστούν καλύτερα και να συνομιλήσουν. Και μέσα από αυτή τη συνομιλία να τις συστήσει και σε εμάς, στην περίπτωση που δεν τις γνωρίζουμε. Αφορμή είναι η ελληνική πρώτη ύλη. Η μαγειρική είναι μόνο το μέσον της επικοινωνίας.

Δεν θα σταθώ στις φωτογραφίες και στο lay out, ούτε θα τα κρίνω. Όλα έχουν γίνει από τους καλύτερους επαγγελματίες της αγοράς σε κάποιο στούντιο κι όχι σε αγρούς και παραλίες. Θα σταθώ όμως στο styling, αφού εκεί έχει βάλει κι ο ίδιος το χεράκι του. Η εικόνα που βγάζει το φαγητό εδώ είναι πιο αμπιγιέ απ’ ότι μας έχει συνηθίσει. Δεν έχει καμιά σχέση με τις αυθόρμητες φωτογραφίες των προηγούμενων βιβλίων του, που είναι λουσμένες στο καλοκαιρινό φως της Σάμου και μοσχοβολούν νησί, γιαγιά και μαμά. Εδώ ο Ανδρέας μάλλον θέλει να μας πει μια διαφορετική ιστορία. Να δείξει πως οι πρώτες ύλες και τα προϊόντα του τόπου μας είναι αντάξια ίσως και καλύτερα των καλύτερων προϊόντων του κόσμου και πως κάλλιστα μπορούν να σταθούν στις καλύτερες λίστες και στα καλύτερα εστιατόρια του κόσμου. Αυτό καταλαβαίνω εγώ κι εύχομαι να βρει το στόχο του γιατί το αξίζει. Κατά τα άλλα, εύχομαι να είναι καλοτάξιδο και να πιάσει πρώτη θέση σε πολλές κουζίνες, όχι βιβλιοθήκες. Οικιακές και επαγγελματικές.

Το βιβλίο κυκλοφορεί από την Ελληνοεκδοτική σε όλα τα βιβλιοπωλεία.

Επιμέλεια έκδοσης: Μαρία Ντότσικα
Σχεδιασμός βιβλίου: Saint of Athens
Φωτογράφιση: Γιάννης Μπουροδήμος