Πολύ συχνά ακούς τελευταία σε συζητήσεις για τη βιταμίνη D, πόσο σημαντική είναι για την υγεία, αλλά και την έλλειψη που έχουμε αρκετοί Έλληνες σε αυτή, παρότι ζούμε σε μία γενικώς, ηλιόλουστη χώρα. 

Και μπορεί να γνωρίζουμε ότι η βιταμίνη D είναι καθοριστικής σημασίας για την υγεία των οστών, αλλά και για ανοσοποιητικό σύστημα, όμως μία νέα μελέτη τη συνδέει με την πρόληψη του διαβήτη τύπου 2.

 Συγκεκριμένα, η έρευνα που δημοσιεύθηκε στο JAMA Network Open δείχνει ότι η υψηλή δόση βιταμίνης D μπορεί να μειώσει την πιθανότητα εξέλιξης προδιαβήτη σε διαβήτη τύπου 2. Ωστόσο, το όφελος φάνηκε να εξαρτάται σημαντικά από γενετικές παραλλαγές των συμμετεχόντων.

Ο προδιαβήτης αποτελεί μια κρίσιμη μεταβατική κατάσταση, κατά την οποία τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα είναι αυξημένα αλλά όχι ακόμη σε διαβητικά επίπεδα. Σε αυτό το στάδιο, παρεμβάσεις στον τρόπο ζωής και πιθανές συμπληρωματικές θεραπείες μπορούν να καθορίσουν αν το άτομο θα εξελιχθεί σε διαβήτη τύπου 2 ή όχι. 

Η μελέτη λοιπόν ανέλυσε άτομα με προδιαβήτη που έλαβαν βιταμίνη D και τα συνέκρινε με ομάδες ελέγχου. Συγκεκριμένα, οι συμμετέχοντες έλαβαν είτε υψηλή ημερήσια δόση βιταμίνης D (4.000 IU) είτε placebo, προκειμένου να αξιολογηθεί εάν η συμπληρωματική χορήγηση μπορεί να μειώσει την πιθανότητα εμφάνισης διαβήτη.

Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι συνολικά υπήρξε μείωση του κινδύνου εμφάνισης διαβήτη τύπου 2 στην ομάδα που έλαβε τη βιταμίνη. Ωστόσο, όπως αναφέραμε και παραπάνω, η μείωση αυτή δεν ήταν ομοιόμορφη σε όλους τους συμμετέχοντες.

Συγκεκριμένα, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι το όφελος ήταν πιο έντονο σε άτομα που έφεραν συγκεκριμένες γενετικές παραλλαγές, οι οποίες φαίνεται να επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο ο οργανισμός απορροφά, μεταβολίζει ή αξιοποιεί τη συγκεκριμένη βιταμίνη. Αυτό υποδηλώνει ότι η αποτελεσματικότητά της δεν εξαρτάται μόνο από τη δόση, αλλά και από τη βιολογική «ευαισθησία» κάθε ατόμου.

Όσοι είχαν ορισμένους γονότυπους εμφάνισαν έως και 19% χαμηλότερο κίνδυνο ανάπτυξης διαβήτη σε σχέση με όσους έλαβαν placebo. Αντίθετα, μία άλλη ομάδα συμμετεχόντων, περίπου το 30% του δείγματος, δεν φάνηκε να ωφελείται από τη συμπληρωματική χορήγηση βιταμίνης D.

Κάπως έτσι, η μελέτη αυτή ενισχύει την έννοια της εξατομικευμένης ιατρικής, δηλαδή της προσέγγισης όπου οι θεραπείες προσαρμόζονται στο γενετικό προφίλ του ασθενούς. 

Ωστόσο, οι επιστήμονες τονίζουν ότι τα αποτελέσματα δεν σημαίνουν πως η βιταμίνη D αποτελεί από μόνη της θεραπεία ή εγγυημένη πρόληψη του διαβήτη. Χρειάζονται περισσότερες κλινικές δοκιμές για να επιβεβαιωθεί η σχέση, να καθοριστούν οι ασφαλείς και αποτελεσματικές δόσεις και να αποσαφηνιστεί ποιοι πληθυσμοί ωφελούνται πραγματικά.

Μάλλον δηλαδή, η σωστή «συνταγή» απαρτίζεται από τους παράγοντες διατροφή, ενδεχομένως συμπληρώματα και γενετική πληροφόρηση.

Διάβασε ακόμη: