- Η έρευνα του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων εξετάζει τη σύνθετη διατροφική συμπεριφορά της Γενιάς Ζ (Gen Z), εστιάζοντας στην πείνα, την απόλαυση, τα συναισθήματα, τα ερεθίσματα τροφής και τον κορεσμό.
- Μελέτες σε φοιτητές ανέδειξαν διαφορετικά διατροφικά και συναισθηματικά προφίλ, επιβεβαιώνοντας ότι οι νέοι δεν αποτελούν ομοιογενή ομάδα και ότι τα συναισθήματα επηρεάζουν σημαντικά τη σχέση τους με το φαγητό.
- To νέο ερωτηματολόγιο, FCRQ, εξετάζει τον ρυθμό κατανάλωσης ως πολυδιάστατη συμπεριφορά, συνδέοντάς τον με την επίγνωση, την απόλαυση, τον κορεσμό και το περιβάλλον του γεύματος.
To Εργαστήριο Χημείας Τροφίμων του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων επιχειρεί να δώσει απαντήσεις σε μια σειρά ερωτημάτων που αφορούν τη σχέση των νέων με το φαγητό, χαρτογραφώντας τη διατροφική συμπεριφορά της λεγόμενης Gen Z (Γενιάς Ζ, στα ελληνικά), ενός όρου που χρησιμοποιείται για τη νεότερη γενιά ενηλίκων και ακολουθεί τους Millennials ή τη «Γενιά Υ».
Από τον τρόπο με τον οποίο ανταποκρίνονται στην τροφή και τον ρόλο των συναισθημάτων έως τον τρόπο και τον ρυθμό με τον οποίο τρώνε, η ερευνητική πορεία φωτίζει διαφορετικές αλλά αλληλένδετες όψεις της διατροφικής συμπεριφοράς των νέων.
Η έρευνα που έχει εκπονήσει η υποψήφια διδάκτωρ Μαρία Κολιού, σε συνεργασία με τον καθηγητή Δημήτρη Σκάλκο και την ομάδα τους, αναπτύσσεται στο πλαίσιο της «Ηπειρωτικής Γαστρονομίας», μιας πρωτοβουλίας της Περιφέρειας Ηπείρου, με φορέα υλοποίησης το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων και τη συμμετοχή της Ένωσης Γαστρονομίας Ηπείρου και ακόμη τριών φορέων υποστήριξης.
Η πρωτοβουλία συνεχίζει να στηρίζει δράσεις ανάδειξης της τοπικής διατροφικής κουλτούρας, διευρύνοντας παράλληλα το πεδίο της μέσα από την επιστημονική διερεύνηση του τρόπου με τον οποίο τρώνε οι νέοι.
Τα πρώτα ευρήματα στη μεταπανδημική εποχή
Η πανδημία COVID-19, σε συνδυασμό με την οικονομική πίεση και την αύξηση του κόστους ζωής, συνδέθηκε με σημαντικές αλλαγές στις διατροφικές συμπεριφορές. Το στρες, το άγχος και η αβεβαιότητα επηρέασαν τόσο την ποσότητα της τροφής που καταναλωνόταν όσο και τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι αντιλαμβάνονταν, επέλεγαν και απολάμβαναν το φαγητό. Ορισμένα άτομα στράφηκαν στην υπερκατανάλωση φαγητού, ενώ άλλα παρουσίασαν μειωμένη όρεξη, με μέρος αυτών των αλλαγών να διατηρείται και μετά την υποχώρηση της οξείας φάσης της πανδημίας.
Η μεταπανδημική αλλαγή, ωστόσο, δεν αφορά μόνο το τι και πόσο τρώνε οι άνθρωποι, αλλά και το πώς επιλέγουν τα τρόφιμα. Η αύξηση του κόστους ζωής, οι διαδικτυακές αγορές και η μεγαλύτερη έμφαση στην τιμή επηρέασαν τις καταναλωτικές αποφάσεις, ενώ το συναίσθημα και το στρες αναδείχθηκαν σε παράγοντες με ιδιαίτερη επίδραση στη διατροφική συμπεριφορά. Η διάσταση αυτή συνδέει την ατομική σχέση με το φαγητό με το ευρύτερο ζήτημα της βιώσιμης διατροφής
Σε συστηματική ανασκόπηση για τις αναδυόμενες τάσεις στη διατροφική συμπεριφορά μετά την πανδημία, οι ερευνητές ανέδειξαν συνολικά οκτώ βασικές παραμέτρους: 1) πείνα, 2) ανταπόκριση στην τροφή, 3) συναισθηματική υπερφαγία, 4) απόλαυση του φαγητού, 5) ανταπόκριση στον κορεσμό, 6) μειωμένη πρόσληψη τροφής υπό την επίδραση συναισθημάτων, 7) επιλεκτικότητα στο φαγητό και 8) βραδύτητα στην κατανάλωση.
Το συμπέρασμα ήταν ότι οι διατροφικές συμπεριφορές δεν καθορίζονται μόνο από τη φυσιολογική ανάγκη για τροφή, αλλά προκύπτουν και από τη σύνθετη αλληλεπίδραση συναισθηματικών, ψυχολογικών, φυσιολογικών και δημογραφικών παραγόντων.
Ιδιαίτερη σημασία αποδόθηκε στη «ηδονική πείνα», δηλαδή στην επιθυμία για φαγητό που βασίζεται στην ευχαρίστηση και όχι στην πραγματική ενεργειακή ανάγκη. Η ηδονική πείνα συνδέεται γενικά με υψηλότερο «Δείκτη Μάζας Σώματος» και αυξημένο κίνδυνο παχυσαρκίας, εμφανίζεται συχνότερα στις γυναίκες και τείνει να μειώνεται με την ηλικία.
Παράλληλα, η υψηλή ανταπόκριση σε ερεθίσματα τροφής συνδέεται με μεγαλύτερη απόλαυση του φαγητού, αλλά και με αυξημένη πιθανότητα υπερφαγίας, ιδιαίτερα όταν η ικανότητα αναγνώρισης και ανταπόκρισης στα σήματα κορεσμού είναι περιορισμένη.
Η ηλικία και το φύλο αποτελούν επίσης σημαντικούς παράγοντες. Οι μεγαλύτεροι ενήλικες εμφανίζουν μεγαλύτερη προσήλωση στην παράδοση και την ασφάλεια των τροφίμων και χαμηλότερα επίπεδα συναισθηματικής διατροφής και ανταπόκρισης στην τροφή σε σχέση με τους νεότερους. Οι γυναίκες παρουσιάζουν γενικά υψηλότερα επίπεδα συναισθηματικής διατροφής και ανταπόκρισης στον κορεσμό σε σχέση με τους άνδρες. Επιπλέον, το άγχος και η κατάθλιψη φαίνεται να συνδέονται με εντονότερη συναισθηματική υπερφαγία και διαταραχές στις διατροφικές συνήθειες.
Με βάση τα ευρήματα, οι ερευνητές πρότειναν λοιπόν τη δημιουργία ενός «Δείκτη Διατροφικής Συμπεριφοράς των Καταναλωτών», ο οποίος θα συνδυάζει συναισθηματικές και φυσιολογικές παραμέτρους, ηλικιακές και έμφυλες διαφοροποιήσεις, την ηδονική πείνα, την ανταπόκριση στα ερεθίσματα τροφής και κορεσμού, την ψυχολογική δυσφορία και την ταχύτητα κατανάλωσης.
Ο δείκτης θα μπορούσε να αποτελέσει εργαλείο για μελλοντική έρευνα, κλινική πρακτική και τον σχεδιασμό παρεμβάσεων δημόσιας υγείας με στόχο πιο υγιεινές και βιώσιμες διατροφικές συνήθειες.
Χαρτογραφώντας τη διατροφική συμπεριφορά της Γενιάς Ζ
Με βάση τις παραπάνω οκτώ διατροφικές παραμέτρους, οι ερευνητές προχώρησαν σε νέα έρευνα, με τη συμμετοχή περίπου 800 φοιτητών του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, με στόχο να εξετάσουν εμπειρικά το συγκεκριμένο πολυδιάστατο πλαίσιο μέσω δομημένου ερωτηματολογίου.
Η ανάγκη για τη μελέτη αυτής της ομάδας συνδέεται με τις ιδιαίτερες συνθήκες της νεαρής ενήλικης ζωής. Οι φοιτητές βρίσκονται σε ένα στάδιο κατά το οποίο η βιολογική ωρίμανση, η διαμόρφωση της ταυτότητας, οι ακαδημαϊκές απαιτήσεις και οι ψυχοκοινωνικές πιέσεις συνυπάρχουν.
Συγχρόνως, η έντονη ψηφιακή έκθεση και η χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης μπορούν να ενισχύσουν τις κοινωνικές συγκρίσεις και την ανησυχία για την εικόνα του σώματός τους, επηρεάζοντας τη διατροφική συμπεριφορά.
Η ανάλυση αποκάλυψε δύο διαφορετικά προφίλ διατροφικής συμπεριφοράς. Το πρώτο, που χαρακτηρίζεται ως «Ηδονικοί Εξερευνητές», περιλαμβάνει άτομα με μεγαλύτερη απόλαυση του φαγητού, αυξημένη διάθεση για πειραματισμούς και ισχυρότερη ανταπόκριση σε εξωτερικά αισθητηριακά ερεθίσματα.
Το δεύτερο περιγράφεται ως «Συναισθηματικά Ρυθμισμένοι και Προσανατολισμένοι στον Κορεσμό» και περιλαμβάνει άτομα με μεγαλύτερο συναισθηματικό έλεγχο, ισχυρότερη ανταπόκριση στον κορεσμό και πιο οργανωμένα διατροφικά πρότυπα.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι, σε επίπεδο συνολικού δείγματος, οι υψηλότερες τιμές καταγράφηκαν στην αισθητηριακά καθοδηγούμενη διατροφή και στην προθυμία δοκιμής νέων τροφίμων, ενώ η τάση για μειωμένη πρόσληψη τροφής υπό συναισθηματική πίεση εμφανίστηκε εντονότερα από τη συναισθηματική υπερφαγία.
Συνολικά, η μελέτη αναδεικνύει ότι οι νέοι δεν αποτελούν μια ομοιογενή ομάδα ως προς τη διατροφική τους συμπεριφορά, αλλά διαφέρουν σημαντικά στον τρόπο με τον οποίο ανταποκρίνονται στην τροφή, στα συναισθήματα και στα ερεθίσματα του περιβάλλοντος.
Όταν τα συναισθήματα επηρεάζουν το φαγητό
Σε επόμενο στάδιο, νέα έρευνα με τη συμμετοχή 411 φοιτητών και τη χρήση νέου δομημένου ερωτηματολογίου εστίασε στις επιδράσεις των συναισθημάτων στο φαγητό, καθώς έχει καταδειχθεί ότι αυτά επηρεάζουν όχι μόνο τις επιλογές τροφίμων, αλλά και την όρεξη, την απόλαυση του φαγητού, τη ρύθμιση της πρόσληψης τροφής και τον τρόπο με τον οποίο τα άτομα αντιλαμβάνονται τα εσωτερικά σήματα πείνας και κορεσμού.
Από την ανάλυση αναδείχθηκαν τέσσερα διακριτά πρότυπα συναισθηματικής απόκρισης που συνθέτουν το ευρύτερο συναισθηματικό προφίλ της διατροφικής συμπεριφοράς των συμμετεχόντων: α) η τάση για μειωμένη πρόσληψη τροφής υπό αρνητικές συναισθηματικές καταστάσεις, β) η μειωμένη απόλαυση του φαγητού υπό συναισθηματική δυσφορία, γ) η τάση προς συναισθηματική υπερφαγία ως τρόπο αντιμετώπισης αρνητικών συναισθημάτων και δ) η αυξημένη επίγνωση και ο έλεγχος της επίδρασης των συναισθημάτων στη διατροφή.
Το ενδιαφέρον εύρημα της έρευνας είναι ότι οι συναισθηματικές αποκρίσεις, περισσότερο από τη γνωστική αξιολόγηση, αναδείχθηκαν ως οι πιο συνεπείς προβλεπτικοί παράγοντες της επίγνωσης της συναισθηματικής πείνας, αν και η συνολική προβλεπτική ισχύς του μοντέλου ήταν περιορισμένη.
Ένα «νέο εργαλείο» για τον ρυθμό του φαγητού
Ένας ακόμη ενδιαφέρων παράγοντας που αναδείχθηκε από την πιο πρόσφατη έρευνα γύρω από τη διατροφική συμπεριφορά είναι ο ρυθμός κατανάλωσης της τροφής. Το στοιχείο αυτό μελετήθηκε συστηματικά μέσω του Food Consumption Rate Questionnaire (FCRQ), ενός νέου εργαλείου αυτοαναφοράς που αναπτύχθηκε από ερευνητές του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, για να αξιολογήσει τις διαφορετικές συμπεριφορικές και περιβαλλοντικές παραμέτρους που επηρεάζουν την ταχύτητα με την οποία τρώμε.
Το FCRQ αντιμετωπίζει τον ρυθμό κατανάλωσης ως πολυδιάστατο φαινόμενο, εξετάζοντας, μεταξύ άλλων, τη μάσηση και την επεξεργασία της τροφής στο στόμα, την αισθητηριακή εμπλοκή, την επίγνωση του ρυθμού, τα εσωτερικά σήματα κορεσμού, καθώς και τις εξωτερικές και κοινωνικές συνθήκες κατά τη διάρκεια του γεύματος.
Η μελέτη επισημαίνει ότι μέχρι σήμερα δεν υπήρχε εργαλείο αυτοαναφοράς που να αξιολογεί συνολικά αυτούς τους μηχανισμούς. Το FCRQ αναπτύχθηκε για να καλύψει αυτό το κενό και η αρχική ψυχομετρική αξιολόγησή του υποστήριξε μια δομή τεσσάρων βασικών διαστάσεων: α) βραδύτητα στην κατανάλωση, β) επίγνωση του ρυθμού κατανάλωσης, γ) εξωτερικοί παράγοντες που επηρεάζουν τον ρυθμό και δ) επίγνωση και απόλαυση κατά τη διάρκεια του φαγητού.
Η ανάλυση έδειξε ότι οι διαστάσεις αυτές συνδέονται μεταξύ τους, υποστηρίζοντας ότι ο τρόπος με τον οποίο τρώμε δεν αφορά μόνο την ταχύτητα, αλλά και την επίγνωση, την αισθητηριακή εμπλοκή και το περιβάλλον του γεύματος. Επιπλέον, εντοπίστηκαν διαφορετικά πρότυπα συμπεριφοράς μεταξύ των συμμετεχόντων, γεγονός που αναδεικνύει την ετερογένεια στον τρόπο με τον οποίο οι νέοι ρυθμίζουν το φαγητό τους.
Το εύρημα αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη Γενιά Ζ, καθώς ο ρυθμός ενός γεύματος μπορεί να επηρεάζεται από χρονική πίεση, περισπασμούς, αλλά και από την κοινωνική και περιβαλλοντική αλληλεπίδραση. Την ίδια στιγμή, η αυξημένη έμφαση στην ευεξία και την ενσυνείδητη διατροφή από αυτή τη γενιά καθιστά τον ρυθμό του γεύματος ένα ενδιαφέρον πεδίο για την κατανόηση της διατροφικής συμπεριφοράς.
Η ανάλυση των τεσσάρων διαστάσεων ανέδειξε τέσσερα διαφορετικά προφίλ ρύθμισης του ρυθμού κατανάλωσης. Το πρώτο χαρακτηρίζεται από πιο αργή κατανάλωση, υψηλή επίγνωση του ρυθμού και μεγαλύτερη απόλαυση του φαγητού. Το δεύτερο συνδυάζει μέτριο ρυθμό και υψηλή απόλαυση με χαμηλότερη επίγνωση του ρυθμού. Το τρίτο χαρακτηρίζεται από ταχύτερη κατανάλωση και χαμηλότερη απόλαυση, ενώ το τέταρτο από υψηλή επίγνωση του ρυθμού και μεγαλύτερη ευαισθησία σε εξωτερικά και περιβαλλοντικά ερεθίσματα. Τα τέσσερα αυτά προφίλ αναδεικνύουν την ετερογένεια στον τρόπο με τον οποίο οι νέοι ρυθμίζουν τον ρυθμό του γεύματός τους.
Το διατροφικό στυλ της Γενιάς Ζ
Συνολικά, η ερευνητική πορεία του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων δείχνει ότι η σχέση της Γενιάς Ζ με το φαγητό είναι πολύ πιο σύνθετη από μια απλή υπόθεση διατροφικών επιλογών. Η πείνα και ο κορεσμός συνυπάρχουν με την απόλαυση, τα συναισθήματα, τα αισθητηριακά ερεθίσματα, το περιβάλλον και τον ρυθμό του γεύματος, διαμορφώνοντας διαφορετικά διατροφικά προφίλ και συμπεριφορές.
Η χαρτογράφηση αυτών των παραμέτρων δεν αφορά μόνο την καλύτερη κατανόηση των νέων. Δημιουργεί ένα επιστημονικό υπόβαθρο πάνω στο οποίο μπορούν να σχεδιαστούν στοχευμένες παρεμβάσεις και δράσεις για μια πιο συνειδητή, ποιοτική και βιώσιμη σχέση με την τροφή, ενώ παράλληλα ανοίγει έναν δρόμο για τη σύνδεση της σύγχρονης διατροφικής συμπεριφοράς με την τοπική γαστρονομική κληρονομιά και τους στόχους της «Ηπειρωτικής Γαστρονομίας»: www.gastronomyepirus.gr
Διάβασε ακόμα: