Μία πρόσφατη μελέτη για τον εντοπισμό των χαρακτηριστικών που έκαναν την Αμερικανίδα Μαρία Μπράνιας Μορέρα να φτάσει μέχρι και τα 117 χρόνια, ανέλυσε εκτενώς τα λεγόμενα «επιγενετικά ρολόγια», εργαλεία που εκτιμούν τη βιολογική ηλικία με βάση χημικές τροποποιήσεις στο DNA. Συγκεκριμένα, οι ερευνητές πήραν δείγματα αίματος, σάλιου, ούρων και το εντερικό της μικροβίωμα, αξιοποιώντας μια ολοκληρωμένη πολυ-ομική προσέγγιση. Με άλλα λόγια, οι εξέτασαν ταυτόχρονα το γονιδίωμα, τις επιγενετικές αλλαγές, τον μεταβολισμό, τις πρωτεΐνες και το μικροβιακό της προφίλ.
Τα αποτελέσματα, που δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό Cell Reports Medicine, έδειξαν το εξής παράδοξο: τα κύτταρά της παρουσίαζαν χαρακτηριστικά που αντιστοιχούν σε σημαντικά νεότερη βιολογική ηλικία, σε σχέση με τη δική της.
Παρά το γεγονός ότι στην Καταλονία, από όπου καταγόταν, το μέσο προσδόκιμο ζωής για τις γυναίκες είναι περίπου τα 86 χρόνια, η ίδια ξεπέρασε αυτό το όριο κατά τρεις δεκαετίες, παραμένοντας μέχρι το τέλος της ζωής της χωρίς σοβαρές παθήσεις όπως καρκίνο ή άνοια.
Κύτταρα 23 χρόνια νεότερα!
Οι αναλύσεις, που βασίστηκαν σε έξι διαφορετικά μοντέλα μέτρησης, έδειξαν ότι το αίμα και οι υπόλοιποι ιστοί της αντιστοιχούσαν σε βιολογική ηλικία κατά 10 έως 30 χρόνια μικρότερη από τη χρονολογική της. Επιπλέον, μια ξεχωριστή αξιολόγηση που στηρίχθηκε στο ριβοσωμικό DNA κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα κύτταρά της ήταν περίπου 23 χρόνια «νεότερα» από την πραγματική της ηλικία. Οι θεράποντες γιατροί ανέφεραν επίσης ότι μέχρι τους τελευταίους μήνες της ζωής της διατηρούσε καλή καρδιαγγειακή υγεία, πνευματική διαύγεια και συνολικά λιγότερα προβλήματα υγείας απ’ ό,τι θα αναμενόταν για την ηλικία της.
Ένα από τα πιο εντυπωσιακά και κάπως αντιφατικά ευρήματα της μελέτης αφορά τα τελομερή της, τις «προστατευτικές άκρες» των χρωμοσωμάτων που συνήθως χρησιμοποιούνται ως δείκτης βιολογικής γήρανσης. Στην περίπτωσή της, τα τελομερή καταγράφηκαν ανάμεσα στα πιο κοντά σε μέγεθος, που έχουν παρατηρηθεί ποτέ σε υγιείς ανθρώπους.
Παρότι το μικρό μήκος τους συνδέεται συνήθως με αυξημένη ηλικία και μεγαλύτερο κίνδυνο ασθενειών, οι επιστήμονες εκτιμούν ότι εδώ μπορεί να είχαν έναν διαφορετικό ρόλο, περιορίζοντας την υπερβολική κυτταρική διαίρεση και μειώνοντας έτσι την πιθανότητα εμφάνισης καρκίνου.
Παράλληλα, η γενετική ανάλυση αποκάλυψε ορισμένες σπάνιες παραλλαγές DNA που φαίνεται να σχετίζονται με πιο αποτελεσματική λειτουργία του ανοσοποιητικού, καλύτερη καρδιαγγειακή προστασία και πιο ανθεκτική εγκεφαλική υγεία.